Αρχική | Πολιτική | Έλληνες Φορολογούμενοι | Το ΑΕΠ βρίσκεται στο επίπεδο του 2003 και οι τιμές στο επίπεδο του 2011! Γιατί συμβαίνει αυτό;

Το ΑΕΠ βρίσκεται στο επίπεδο του 2003 και οι τιμές στο επίπεδο του 2011! Γιατί συμβαίνει αυτό;

Μέγεθος γραμμάτων: Decrease font Enlarge font
Το ΑΕΠ βρίσκεται στο επίπεδο του 2003 και οι τιμές στο επίπεδο του 2011! Γιατί συμβαίνει αυτό;

Με βάση την προχθεσινή ανακοίνωση της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, ο Γενικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή (ΓΔΤΚ) κατά το μήνα Μάιο 2015, υποχώρησε κατά 2,1% σε σχέση με την τιμή του δείκτη τον Μάιο του 2014. Πρόκειται για τον 27ο συνεχόμενο μήνα πτώσης των τιμών (από τον Μάρτιο του 2013). Κατά το διάστημα αυτό, η σωρευτική πτώση του ΓΔΤΚ φθάνει στο 3,16%. Δηλαδή, το γενικό επίπεδο τιμών σήμερα, βρίσκεται στο επίπεδο του Απριλίου του 2011.

Παρατηρώντας κάποιος την εξέλιξη του ΑΕΠ κατά τα τελευταία χρόνια, διαπιστώνει ότι βρίσκεται σε μία σημαντικότατη ανισορροπία σε σχέση με την εξέλιξη των τιμών. Πιο συγκεκριμένα:

α) Το ΑΕΠ (στο παρόν άρθρο το ΑΕΠ αναφέρεται σε τρέχουσες τιμές) κορύφωσε την άνοδό του στο 4ο τρίμηνο του 2008, έχοντας φθάσει στα 242,1 δισεκατομμύρια ευρώ. Από το σημείο εκείνο βρίσκεται σε διαρκή πτώση.
β) Στο 1ο τρίμηνο του 2015, το συνολικό ΑΕΠ (ως άθροισμα του ΑΕΠ των 4 τελευταίων τριμήνων) φθάνει στα 178,6 δισεκατομμύρια και από το τέλος του 2008 έχει υποστεί πτώση κατά 26,2%.
γ) Στο τέλος του 1ου τριμήνου του 2015, το ΑΕΠ βρισκόταν στο επίπεδο του 3ου τριμήνου του 2003.

Η επεξεργασία των στατιστικών στοιχείων του δείκτη τιμών καταναλωτή και του ΑΕΠ μας δείχνει ότι, από τότε που ξεκίνησε η κρίση (Οκτώβριος 2009), το ΑΕΠ έχει μειωθεί κατά 24,7%, ενώ το γενικό επίπεδο τιμών έχει αυξηθεί κατά 4,6%!

Δείτε τα παρακάτω διαγράμματα:

 

 

Από τη σύγκριση της εξέλιξης του ΑΕΠ και των τιμών κατά τη διάρκεια των ετών της κρίσης, διαπιστώνουμε ότι οι τιμές υποχωρούν μεν, αλλά υποχωρούν με μεγάλη δυσκολία και πολύ πιο αργά σε σχέση με την υποχώρηση του ΑΕΠ.

Αυτό φαντάζει παράδοξο αν λάβουμε υπ' όψη μας την κατάρρευση των εισοδημάτων (υπολογίζεται σε -35% κατά μέσο όρο), την τρομακτική αύξηση της ανεργίας και τον -σχεδόν- εκμηδενισμό των επενδύσεων. Η “ανθεκτικότητα” αυτή των τιμών μέσα στην πρωτοφανή τρέχουσα ύφεση, κατά κύριο λόγο, εξηγείται από τους παρακάτω παράγοντες:

α) Από το μεγάλο μέγεθος των εισαγωγών, οι οποίες εξακολουθούν να προκαλούν πολύ υψηλά εμπορικά ελλείμματα. Παρά την όποια βελτίωση παρατηρήθηκε στα τελευταία χρόνια, το εμπορικό έλλειμμα της χώρας είναι πολύ υψηλό και στο 2014 έφθασε στα 15,8 δισ. ευρώ (αφορά στο ισοζύγιο αγαθών και καυσίμων), δηλαδή βρισκόταν στο 8,8% του ΑΕΠ.
Παράλληλα, η μεγάλη πλειοψηφία των εμπορεύσιμων βασικών καταναλωτικών αγαθών, ενσωματώνει ελάχιστη υπεραξία στη χώρα μας. Αυτό σημαίνει ότι τα περισσότερα αγαθά, εισάγονται έτοιμα προς τον τελικό καταναλωτή με συγκεκριμένες προδιαγραφές χωρίς να γίνεται κάποια επεξεργασία, προσθήκη ή μετατροπή στο εσωτερικό. Έτσι, καθώς η Ελλάδα έχει αρνητικό πληθωρισμό, με τις πολύ υψηλές εισαγωγές της, στην ουσία “εισάγει πληθωρισμό” ο οποίος επιδρά υψωτικά στις τιμές.

β) Από τον ατελή ανταγωνισμό και τα ολιγοπώλια που κυριαρχούν στην αγορά καταστρατηγούν την ομαλή λειτουργία της και επιτρέπουν τη χειραγώγηση των τιμών. Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος που σε πολλές περιπτώσεις, οι τιμές εισαγόμενων αγαθών από αρκετά έως πολύ υψηλότερες από αντίστοιχες χώρες της Ε.Ε., εμποδίζοντας έτσι τη γενικότερη υποχώρηση των τιμών.

γ) Από την αύξηση των φόρων. Η αύξηση των φόρων όπως αυτή εκφράστηκε μέσω της αύξησης των φόρων κατανάλωσης (ΦΠΑ κλπ), ειδικών φόρων (καύσιμα, τέλη κυκλοφορίας κλπ), φόρων εισοδήματος και φόρων περιουσίας (ΕΝΦΙΑ κλπ), επιδρά ανοδικά στις τιμές, ή -όπως στην παρούσα περίπτωση- περιορίζει την πτώση τους, αφού οι φόροι ενσωματώνονται στην τιμή. Βέβαια, η εξέλιξη αυτή τελικά καταλήγει να συνθλίβει τα εισοδήματα και τα κέρδη των επιχειρήσεων (κάτι που με τη σειρά του επιδρά αρνητικά στα έσοδα του κράτους).

δ) Από τη διατήρηση του “κόστους της κρατικής γραφειοκρατίας” σε πολύ υψηλά επίπεδα. Το κόστος γραφειοκρατίας συνήθως δεν εκφράζεται άμεσα σε χρήμα, επιδρά όμως στο κόστος λειτουργίας της επιχείρησης και τελικά καταλήγει να έχει υψηλότατα αρνητικά οικονομικά αποτελέσματα (παραδείγματα είναι ο τρόπος λειτουργίας της εφορίας, οι γραφειοκρατικές διαδικασίες για να λειτουργήσει ή να κάνει κάτι καινούργιο μία εταιρία, οι άχρηστες δαπάνες που είναι υποχρεωμένες να καταβάλουν κλπ). Το κόστος της γραφειοκρατίας τελικά μεταβιβάζεται στην τιμή των προϊόντων. Γενικά, κατά τη διάρκεια της κρίσης, η γραφειοκρατία δεν έχει μειωθεί σημαντικά, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις έχει αυξηθεί.

ε) Από το αυξημένο κόστος χρήματος. Αντίθετα απ' ότι συμβαίνει σε όλο το κόσμο, το κόστος χρήματος στην Ελλάδα βρίσκεται σε δυσθεώρητα επίπεδα και ωθεί ανοδικά τις τιμές των προϊόντων, ενώ τα κέρδη από τη διαδικασία αυτή συνήθως καταλήγουν σε ξένες τράπεζες, αφού αυξημένο είναι και το κόστος δανεισμού των ελληνικών τραπεζών, οι οποίες εδώ και χρόνια λειτουργούν με ανεπαρκή κεφάλαια.

ζ) Από τη μεγάλο μέγεθος της φοροδιαφυγής. Δε θα πρέπει να ξεχνάμε ότι, ο μεγαλύτερος όγκος των εισοδημάτων που προέρχονται από τη φοροδιαφυγή κατανέμεται στα οικονομικά ανώτερα στρώματα τα οποία δεν έχουν αναπροσαρμόσει σημαντικά τη καταναλωτική τους συμπεριφορά και συνεπώς ένα μεγάλο μέρος των αγαθών που συνθέτουν τους δείκτες τιμών καταναλωτή δεν έχει αναπροσαρμοστεί πτωτικά στο βαθμό που θα έπρεπε.

η) Από τις καταναλωτικές συνήθειες και τα καταναλωτικά πρότυπα των Ελλήνων, οι οποίοι αποδέχονται τις υψηλές τιμές και τα αδικαιολόγητα υψηλά περιθώρια κέρδους που ορισμένοι κλάδοι εξακολουθούν να αποκομίζουν.

 

Η Ελλάδα ήταν ανέκαθεν μία χώρα με αυξημένη “ροπή” προς τον πληθωρισμό, κάτι που εξηγείται τόσο από τις δομές της οικονομίας της, όσο και από την παραδοσιακή έλλειψη εμπιστοσύνης των Ελλήνων προς την οικονομία και το νόμισμά τους, μία κατάσταση που τη συναντάμε έντονα κατά τη διάρκεια της κρίσης. Παράλληλα, η “πληθωριστική παράδοση” που είχε επικρατήσει κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, πυροδοτήθηκε από την ανάπτυξη που βασίστηκε στο φθηνό χρήμα, το οποίο αιφνιδίως βρέθηκε σε χέρια πολιτών που δεν είχαν καμία παιδεία για το χειρισμό του δανεικού χρήματος και οι οποίοι παράλληλα ζούσαν σε ένα κράτος με θεσμικές ανεπάρκειες.

Όλα τα παραπάνω συνιστούν μία σοβαρή παθογένεια της ελληνικής οικονομίας. Όσο αυτή διατηρείται, τόσο πιο δύσκολη θα είναι η πορεία προς την ανάπτυξη και την έξοδο από την κρίση, τόσο θα πάσχουν τα δημόσια ταμεία, αλλά και τόσο πιο άδικη θα παραμένει η κατανομή του εισοδήματος.

 

 

Έλληνες Φορολογούμενοι – Κίνημα Πολιτών
Ιούνιος 2015

 

Διαβάστε το άρθρο από την πηγή

Εγγραφή RSS για αυτά τα σχόλια Σχόλια (0)

συνολικά: | προβολή:

Σχολιάστε το άρθρο comment

Παρακαλώ εισάγετε τον κωδικό που βλέπετε στην εικόνα:

Eshop
  • email Αποστολή άρθρου
  • print Εμφάνιση εκτύπωσης
  • Plain text Προβολή ώς Plain Text