Αρχική | Άποψη | Είναι λάθος ο γερμανικός φετιχισμός της λιτότητας

Είναι λάθος ο γερμανικός φετιχισμός της λιτότητας

Μέγεθος γραμμάτων: Decrease font Enlarge font
Είναι λάθος ο γερμανικός φετιχισμός της λιτότητας

Ο Νιλ Φέργκιουσον δείχνει ξεκούραστος και έτοιμος για δράση. Είναι πρωί Παρασκευής, στο roof garden της «Μεγάλης Βρεταννίας». Σε λίγες ώρες θα φύγει για τους Δελφούς και το Οικονομικό Φόρουμ. Το προηγούμενο βράδυ, μιλώντας σε εκδήλωση του ινστιτούτου Καραμανλή, είχε υπερασπιστεί τις προτεραιότητες της κυβέρνησης Τραμπ και είχε παροτρύνει την Ευρώπη να μιμηθεί τον νέο πρόεδρο των ΗΠΑ στην προσήλωσή του στην τόνωση της ανάπτυξης και στην υιοθέτηση μιας στιβαρής εξωτερικής πολιτικής.

Του λέω ότι η ομιλία του ήταν πολύ ενδιαφέρουσα και ότι διαφώνησα περίπου με το 83% των όσων είπε. Γελάει και απαντά, με προσποιητή απογοήτευση, ότι ο στόχος ήταν το κοινό να διαφωνήσει με το 100% των λεγομένων του.

Ωστόσο, ο διακεκριμένος Σκωτσέζος ιστορικός, που ζει στις Ηνωμένες Πολιτείες και είναι σήμερα senior fellow στο ινστιτούτο Hoover του Στάνφορντ, δεν έχει σκοπό μόνο να προβοκάρει: ήταν σφοδρός επικριτής της οικονομικής και της εξωτερικής πολιτικής του Μπαράκ Ομπάμα και πραγματικά ελπίζει ότι η νέα κυβέρνηση, υπό την καθοδήγηση του προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων, Πολ Ράιαν, θα κάνει τις μεταρρυθμίσεις που χρειάζεται η αμερικανική οικονομία για να ανακτήσει τον δυναμισμό της.

Οι ΗΠΑ χρειάζονται «άμεσα μεταρρύθμιση του φορολογικού τους συστήματος», εξορθολογισμό του «παραφουσκωμένου» συστήματος κοινωνικών παροχών και απορρύθμιση της οικονομίας, κατά τον Φέργκιουσον. Τις νομοθετικές προτεραιότητες θα τις θέσει ο Ράιαν και ο ιστορικός του Stanford δεν θεωρεί ότι ο Λευκός Οίκος θα φέρει αντιστάσεις – ακόμα και σε πολιτικές που απέχουν πολύ από τη λαϊκιστική ρητορική του Τραμπ. Η ανάκαμψη –την οποία χαρακτηρίζει αναιμική– «ήταν έργο του Μπεν Μπερνάνκι, όχι του Ομπάμα», διατείνεται, στηλιτεύοντας τη μεταρρύθμιση της Υγείας ως «μπάλωμα» και εκφράζοντας τη –μάλλον ακραία– άποψη ότι το πακέτο τόνωσης των 800 δισ. δολαρίων «δεν πέτυχε τίποτα».

Εξίσου λάβρος είναι κατά της κληρονομιάς του 44ου προέδρου στην εξωτερική πολιτική. «Εχουμε ξεχάσει αυτά που μάθαμε στη δεκαετία του ’90», σημειώνει, αναφερόμενος στις επεμβάσεις της Δύσης σε μέρη όπως η Βοσνία και το Κόσοβο. «Η κατάσταση εκεί είναι μακριά από ιδεατή, αλλά είναι πολύ καλύτερη από την κατάσταση πολέμου. Αυτός πρέπει να είναι ο στόχος και για τη Μέση Ανατολή». Στον απόηχο της εισβολής στο Ιράκ, την οποία ο ίδιος είχε υποστηρίξει, ισχυρίζεται ότι επικράτησε –και εφαρμόστηκε από την κυβέρνηση Ομπάμα– μια λογική υποχώρησης και απρόθυμων, αναποτελεσματικών επεμβάσεων στη διεθνή σκηνή.

Νομπέλ Ειρήνης για ομιλίες

«Το Ιράκ εγκαταλείφθηκε, η Συρία αφέθηκε στις φλόγες. Και μετά υπήρξε η στροφή στο Ιράν και τη συμφωνία με τα πυρηνικά – με την παλαβή προσδοκία ότι η αναβολή του πυρηνικού του προγράμματος για δέκα χρόνια θα φέρει κάποια υπέροχη μετάβαση σε ένα φιλελεύθερο καθεστώς... Αν το Νόμπελ Ειρήνης απονεμόταν για ομιλίες, θα το άξιζε ο Ομπάμα. Αλλά αυτό που έχει η σημασία είναι οι πράξεις, όχι τα λόγια». Η σημασία σταθεροποίησης της ευρύτερης περιοχής της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής είναι τεράστια, υπογραμμίζει, καθώς υπάρχουν σήμερα «όλα τα συστατικά –οικονομικά, δημογραφικά ιδεολογικά– για μία πολύ μεγαλύτερη ανάφλεξη από ό,τι έχουμε δει μέχρι στιγμής. Η υποχώρηση των ΗΠΑ στη διεθνή σκηνή επί Ομπάμα έκανε πολύ μεγαλύτερη ζημιά από τις επεμβάσεις των νεοσυντηρητικών».

Αυτό που απαιτείται, εξηγεί, είναι «ένα διπλωματικό-πολιτικό όραμα για την περιοχή, που θα αντικαταστήσει τη συμφωνία Sykes-Picot [επί Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου], και θα διευθετήσει ζητήματα δεκαετιών. Πιστεύω π.χ. ότι πρέπει να υπάρξει ένα κουρδικό κράτος και ότι δεν είναι πλέον εφικτή μία συμμαχία μεταξύ της Τουρκίας και της Δύσης. Και όλα αυτά, φυσικά, έχουν τεράστια σημασία για την Ελλάδα, που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή – κάτι το οποίο πολλοί στην Ε.Ε. αδυνατούν να καταλάβουν».

Ακόμα όμως κι αν δεχθεί κανείς την κριτική του Φέργκιουσον κατά του δόγματος Ομπάμα, τι τον οδηγεί να ελπίζει ότι η κυβέρνηση Τραμπ θα τα καταφέρει καλύτερα, δεδομένων των διαφορετικών φωνών στο εσωτερικό της και ενός προέδρου με ελάχιστες γνώσεις στην εξωτερική πολιτική; Και πώς θα εφαρμοστεί το νέο όραμα; Με χερσαία αμερικανικά στρατεύματα;

Ο Φέργκιουσον περιορίζεται να πει ότι δεν μπορεί το σχέδιο να βασίζεται «σε υπερβολικό βαθμό» στα αμερικανικά στρατεύματα, και ύστερα στρέφεται σε μία πραγματεία για τη φύση του σύγχρονου πολέμου. Είναι φανερό πως ούτε αυτός έχει ιδέα τι μορφή θα πάρει η εξωτερική πολιτική της νέας αμερικανικής κυβέρνησης.

Το μέλλον της Ε.Ε., οι ΗΠΑ και η παρακμή της Δύσης

Ο συνδαιτυμόνας της «Κ», που είχε υποστηρίξει το Remain στο βρετανικό δημοψήφισμα, πρόσφατα ανακοίνωσε ότι είχε άδικο. «Μας άξιζε να ηττηθούμε. Δεν υπήρχε πειστική επιχειρηματολογία υπέρ της παραμονής της Βρετανίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση». Τα βασικό πρόβλημα τώρα είναι ότι πρόκειται για «το πιο χρονοβόρο και κοστοβόρο διαζύγιο στα χρονικά, που θα απορροφήσει όλη την ενέργεια των βρετανικών κυβερνήσεων. Δεν πρέπει να γίνει μία εκδοχή της ελληνικής τραγωδίας, με όλο τον χρόνο να δαπανάται σε τσακωμούς με αναθεματισμένους Ευρωπαίους γραφειοκράτες, αλλά φοβάμαι ότι προς τα εκεί πηγαίνουμε».


Οι φυγόκεντρες τάσεις στην Ευρωπαϊκή Ενωση να κερδίζουν έδαφος και η χαοτική κατάσταση στην Ουάσιγκτον ενισχύουν τα επιχειρήματα όσων μιλούν για την παρακμή της Δύσης. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται και ο Νιλ Φέργκιουσον, ο οποίος έχει εξηγήσει την άνοδο της Δύσης ως προϊόν έξι «εφαρμογών (apps) της ευημερίας»: του ανταγωνισμού, της επιστημονικής επανάστασης, των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, της σύγχρονης ιατρικής, της καταναλωτικής κοινωνίας και της εργατικότητας. Σε σχετική ομιλία του προ πενταετίας, είχε πει ότι οι αναδυόμενες χώρες της Ανατολής έχουν μεταφορτώσει αυτές τις εφαρμογές, ενώ έχουν αρχίσει να ατονούν στη Δύση. Ισχύει όμως πραγματικά αυτό; Η απουσία του κράτους Δικαίου σε χώρες όπως η Κίνα δεν σημαίνει ότι μακροπρόθεσμα είναι σε μειονεκτική θέση απέναντι στις φιλελεύθερες δημοκρατίες;

Η σύγκλιση θα συνεχιστεί

«Εξακολουθώ να πιστεύω ότι η νέα σύγκλιση μεταξύ της Δύσης και των υπολοίπων θα συνεχιστεί, εν μέρει επειδή οι υπόλοιποι κάνουν κάποια πράγματα σωστά και εν μέρει επειδή η Δύση έχει χάσει τον δρόμο της – με τα υπερβολικά ρυθμιστικά βάρη και τα τεράστια χρέη. Η Κίνα έχει υιοθετήσει σχεδόν όλες τις εφαρμογές, αλλά δεν έχει κράτος Δικαίου – και το αποτέλεσμα είναι ότι οι εύποροι Κινέζοι θέλουν να βγάλουν τα χρήματά τους από τη χώρα. Ωστόσο, η Κίνα τα έχει καταφέρει πολύ καλά χωρίς το κράτος Δικαίου – μεταμορφώθηκε από τη συντριπτική φτώχεια του 1978 στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου το 2017».

Μακροπρόθεσμα, πάντως, ο Σκωτσέζος ιστορικός εξακολουθεί να πιστεύει στις ΗΠΑ. «Εχω τεράστια πίστη στους θεσμούς του αμερικανικού Συντάγματος, αλλά και στα ένστικτα του αμερικανικού λαού και των ανθρώπων που μεταναστεύουν εκεί», λέει.

Τα διδάγματα του θατσερισμού για τη σημερινή Ελλάδα

Το ελληνικό ζήτημα δεν μπορούσε, φυσικά, να λείπει από το μενού. Για τον Νιλ Φέργκιουσον, που υιοθέτησε τον θατσερισμό ως φοιτητής στην Οξφόρδη, η βρετανική εμπειρία της δεκαετίας του ’70 εμπεριέχει διδάγματα για τη σημερινή Ελλάδα. «Μεγάλωσα σε μία Βρετανία που ήταν υπό διάλυση: απεργίες, εβδομάδες τριών ημερών, διακοπές ρεύματος, σκουπίδια στους δρόμους, διψήφιος πληθωρισμός», λέει. «Το 1979 είχε συσσωρευθεί τόσος εκνευρισμός και αηδία με την κατάσταση που ήταν εφικτό να γίνουν ριζοσπαστικές αλλαγές. Αρα, όταν μια χώρα χρειάζεται βαθιές θεσμικές αλλαγές, ίσως χρειάζεται να προηγηθεί μια κρίση ώστε να δημιουργηθεί η πολιτική συναίνεση που απαιτείται για να προωθηθούν οι αλλαγές αυτές».

Η Θάτσερ, σημειώνω, όταν εξελέγη αρχηγός ήταν στη μειοψηφία ακόμα και μέσα στο κόμμα της όσον αφορά την οικονομική πολιτική, στο πλαίσιο μιας ιδεολογικής ηγεμονίας της Αριστεράς. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, τηρουμένων των αναλογιών, βρίσκεται σε μια παρόμοια θέση. Τι πρέπει να κάνει για να πετύχει όπως πέτυχε εκείνη;

«Η εσωκομματική αντιπολίτευση είναι εύκολο να αντιμετωπιστεί, μέσω της εκλογικής νίκης, που αποτελεί το απόλυτο επιχείρημα. Η Θάτσερ περιθωριοποίησε τους Wets (τα στελέχη των Τόρις που τάσσονταν κατά του οικονομικού της προγράμματος) κερδίζοντας διαδοχικές εκλογές, με τη βοήθεια και του πολέμου στα Φόκλαντς, που έδρασαν σαν από μηχανής Θεός». Η Σιδηρά Κυρία είχε, επίσης, προσθέτει, μία ομάδα ακαδημαϊκών και αρθρογράφων που υποστήριζαν δυναμικά τις φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις στον Τύπο της εποχής. «Ηταν συναρπαστικό για μένα, προερχόμενος από τη σοσιαλιστική Σκωτία, να γνωρίζω όλους αυτούς τους ευφυείς νέους ανθρώπους που ήταν διατεθειμένοι να επιχειρηματολογήσουν υπέρ της Θάτσερ – κατά των ανθρακωρύχων, κατά όλων των δυνάμεων του σκότους. Κάτι αντίστοιχο χρειάζεται η Ελλάδα σήμερα».

Ωστόσο, παρατηρώ, όσο αφοσιωμένη στις φιλελεύθερες οικονομικές μεταρρυθμίσεις και στην αναμόρφωση της δημόσιας διοίκησης και να είναι μια κυβέρνηση, η Αθήνα παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα έξωθεν επιβεβλημένο δημοσιονομικό πλαίσιο που δεν αφήνει πολλά περιθώρια για ανάκαμψη.

Ο Φέργκιουσον, παρότι δημοσιονομικά συντηρητικός, συμφωνεί, μιλώντας για τον «φετιχισμό» της λιτότητας εκ μέρους του Βερολίνου, «που είχε τρομακτικά επιβλαβείς συνέπειες για το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων», οι οποίες «δεν μπορούν να δικαιολογηθούν με κανέναν τρόπο». «Το χειρότερο που έκαναν οι Γερμανοί σε σχέση με την Ελλάδα», εξηγεί, «είναι ότι περίμεναν πάντα ώς την τελευταία στιγμή πριν εγκρίνουν την αποδέσμευση των δανείων, με αποτέλεσμα να μεγιστοποιείται η τοξική αβεβαιότητα».

Αναπτύσσοντας το επιχείρημά του, το θέτει στο ευρύτερο, ιστορικό πλαίσιο της ευρωπαϊκής πολιτικής της Γερμανίας: «Οταν οικοδομείς μια νομισματική ένωση, με σκοπό τη βαθύτερη ενοποίηση της Ευρώπης, δεν μπορείς μετά να απορρίπτεις την ιδέα της ένωσης μεταβιβάσεων. Η διαφορά μεταξύ του Χέλμουτ Κολ και της Αγκελα Μέρκελ συνοψίστηκε από τον ίδιο τον Κολ, όταν την κατηγόρησε ότι έδωσε προτεραιότητα στη Γερμανία έναντι της Ευρώπης. Ο Κολ δεν πιστεύω ότι θα είχε συμπεριφερθεί στην Ελλάδα όπως της συμπεριφέρθηκαν η Μέρκελ και ο Σόιμπλε».

Το προσφυγικό

Ο Βρετανός ακαδημαϊκός περιφρονεί την ιδέα ότι η Μέρκελ είναι η τελευταία ελπίδα της Δύσης. «Μπορεί σε επίπεδο τακτικής να είναι προικισμένη, αλλά η στρατηγική της έχει υπάρξει καταστροφική» για την Ευρώπη, σημειώνει. Ωστόσο, με τη στάση της στο προσφυγικό δεν υπερασπίστηκε τις αξίες της Ευρώπης; Δεν έδωσε το σήμα ότι μπορούμε να βοηθήσουμε τους κατατρεγμένους αντί να υποκύψουμε στον φόβο του Αλλου;

«Κατ’ αρχάς, η Γερμανία δεν συμβάλλει στην αποτελεσματική αντιμετώπιση του προβλήματος στην πηγή του, στις χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής, αλλά το αντιμετωπίζει σαν κάποιου είδους φυσική καταστροφή». Η αποτυχία αυτή, της διαχείρισης της κρίσης στον αραβικό κόσμο, κατά τον Φέργκιουσον, «δεν διορθώνεται με το να δημιουργήσεις μία κρίση στη δική σου χώρα», επιτρέποντας την είσοδο «μεγάλου αριθμού ανθρώπων, κυρίως μουσουλμάνων, που δεν είναι πρόσφυγες, αλλά οικονομικοί μετανάστες».

Η επιλογή ήταν «απερίσκεπτη», για δύο βασικούς λόγους: «Πρώτον, οι χώρες της Βόρειας Ευρώπης τα έχουν πάει πολύ άσχημα στην ενσωμάτωση των μεταναστών από τον μουσουλμανικό κόσμο – δείτε τους σχετικούς δείκτες ανεργίας μεταξύ του γηγενούς πληθυσμού και των μεταναστών. Δεύτερον, ας μην αγνοούμε το πολιτισμικό πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις με σημαντικούς πληθυσμούς γκετοποιημένων μουσουλμάνων, ένα πρόβλημα που οφείλεται στη λογική της πολυπολιτισμικότητας αλλά και στην απροθυμία των κοινοτήτων αυτών να αφομοιωθούν». Με αυτά ως δεδομένα, λέει, «η μόνη έκπληξη για μένα είναι ότι οι λαϊκιστές –η Λεπέν, ο Βίλντερς– δεν έχουν ακόμα καλύτερες εκλογικές επιδόσεις».

Η συνάντηση

Βρεθήκαμε για πρωινό στη «Μεγάλη Βρεταννία», όπου διέμενε ο Φέργκιουσον. Εκείνος ήταν λιτός στις επιλογές του: έφαγε γιαούρτι με φιστίκια και ήπιε έναν διπλό εσπρέσο και μία φρέσκια πορτοκαλάδα. Εγώ, αντιθέτως, δεν αντιστάθηκα στον πειρασμό ενός full English breakfast – με αυγά σκραμπλ σε τοστ, μπέικον, λουκάνικο και φασόλια – συνοδευόμενου από τσάι Earl Grey με μέλι. Επρεπε κι εγώ να ταξιδέψω στους Δελφούς και χρειαζόμουν ενέργεια.

Oι σταθμοί του

1964

Γεννιέται στη Γλασκώβη.

1989

Λαμβάνει το διδακτορικό του από το κολέγιο Magdalen της Οξφόρδης.

1998

Εκδίδει δύο από τα πιο φημισμένα βιβλία του, «The Pity of War: Explaining World War One» και το «The World’s Banker», την ιστορία της οικογένειας Rothschild.

2002

Μετακομίζει στις ΗΠΑ, όπου διδάσκει πρώτα στη Σχολή Στερν του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης.

2003

Γράφει και παρουσιάζει μία σειρά έξι επεισοδίων με θέμα τη βρετανική αυτοκρατορία για το Channel Four.

2004

Αναλαμβάνει την έδρα Ιστορίας Laurence Tisch στο Harvard.

2011

Παρουσιάζει τη σειρά ντοκιμαντέρ «Civilization: The West and the Rest» (συμπαραγωγή του Channel Four και του αμερικανικού PBS).

2015

Εκδίδει τον πρώτο τόμο της βιογραφίας του Χένρι Κίσινγκερ.


Πηγή: kathimerini.gr

21

Διαβάστε το άρθρο από την πηγή

Εγγραφή RSS για αυτά τα σχόλια Σχόλια (0)

συνολικά: | προβολή:

Σχολιάστε το άρθρο comment

Παρακαλώ εισάγετε τον κωδικό που βλέπετε στην εικόνα:

Eshop
  • email Αποστολή άρθρου
  • print Εμφάνιση εκτύπωσης
  • Plain text Προβολή ώς Plain Text