Αρχική | Άποψη | Εξι σημεία για το πρωτογενές πλεόνασμα

Εξι σημεία για το πρωτογενές πλεόνασμα

Μέγεθος γραμμάτων: Decrease font Enlarge font
Εξι σημεία για το πρωτογενές πλεόνασμα

Από τον Γ. Παγουλάτο και τον Π. Τσακλόγλου.   Η ​​κυβέρνηση παρήγαγε ένα πολύ μεγάλο πρωτογενές πλεόνασμα 3,9% ΑΕΠ για το 2016 (4,2% σύμφωνα με τη Eurostat) έναντι στόχου 0,5%. Τι σημαίνει αυτό και πώς επηρεάζει την οικονομία και την πορεία της διαπραγμάτευσης;

Πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα σημαίνει ότι (εάν αφαιρέσουμε τους τόκους για το χρέος) τα έσοδα ξεπέρασαν τις δαπάνες, εν προκειμένω κατά 7 δισ. ευρώ. Η Ελλάδα είχε πρωτογενές πλεόνασμα από το 1995 μέχρι το 2002, και ξανά το 2013 και 2014. Πρωτογενές πλεόνασμα σημαίνει ότι η χώρα δεν δημιουργεί νέο χρέος, αντίθετα είναι σε θέση να εξυπηρετεί το υπάρχον.

Είναι καλό ή κακό; Κατ’ αρχάς οπωσδήποτε καλό, κυρίως βραχυχρόνια. Θα βοηθήσει την ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων της ΕΚΤ (αν και ο κύριος παράγοντας θα είναι η ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους). Θα βοηθήσει κυρίως την έξοδο στις αγορές. Υπάρχει όμως μια αρνητική πτυχή: το τεράστιο αυτό πλεόνασμα δυσχεραίνει τη θέση της χώρας στη διαπραγμάτευση για το χρέος. Δίνει επιχειρήματα σε όσους θεωρούν ότι η Ελλάδα δεν χρειάζεται αναδιάρθρωση χρέους και μπορεί να το απομειώσει αποκλειστικά παράγοντας πολυετή υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα. «Εάν μπορείτε τόσο εύκολα να πετύχετε 4%, γιατί θέλετε μείωση χρέους;»

Βέβαια, το ότι μια χώρα με χρέος 180% ΑΕΠ μπορεί και να συζητά την πρόσβαση στις αγορές είναι αποτέλεσμα των μεγάλων αναδιαρθρώσεων χρέους το 2012. Συνεπεία του PSI το ελληνικό χρέος έχει πολύ χαμηλούς τόκους, πολύ μεγάλες λήξεις και περιόδους χάριτος. Η «καθαρή παρούσα αξία» του είναι αντίστοιχη ενός χρέους που είναι περίπου το μισό. Και γι’ αυτό η αναδιάρθρωση για να καταστεί βιώσιμο μπορεί να εξυπηρετηθεί με περαιτέρω επιμηκύνσεις, περιόδους χάριτος και κλείδωμα επιτοκίων, χωρίς να απαιτείται «κούρεμα».

Γιατί χρειαζόταν τόσο υπέρογκο πλεόνασμα; Δύο εξηγήσεις. Πρώτον, η υπερπροσπάθεια λόγω του τεράστιου ελλείμματος αξιοπιστίας της κυβέρνησης Τσίπρα (παρελθόν δημαγωγίας, περίοδος Βαρουφάκη, υπονόμευση αποκρατικοποιήσεων από υπουργούς, κλπ). Δεύτερον, κακή εκτίμηση των δεδομένων. Τα ίδια τα στελέχη της κυβέρνησης εξεπλάγησαν από το τελικό αποτέλεσμα.

Οφείλεται σε στάση πληρωμών του Δημοσίου; Οχι ακριβώς. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα στο τέλος του 2016 ήταν ελαφρά χαμηλότερες από την αρχή του έτους. Αυτός είναι ο λόγος που το «ταμειακό» πρωτογενές πλεόνασμα που ανακοίνωσε  η ΕΛΣΤΑΤ ήταν χαμηλότερο από το «δεδουλευμένο» που ανακοίνωσε η EUROSTAT. Ομως εδώ υπάρχει και μία πολιτική πονηριά. Η κυβέρνηση δεν χρησιμοποίησε το σύνολο της χρηματοδότησης που δόθηκε μετά την 1η αξιολόγηση για την αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων, στερώντας πολύτιμη ρευστότητα από την ελληνική οικονομία. Κι ενώ τα ληξιπρόθεσμα μειώνονταν σταθερά Ιούνιο - Δεκέμβριο 2016, αυξήθηκαν πάλι στο πρώτο τρίμηνο του 2017.

Είναι διατηρήσιμο; Εκεί έγκειται η μεγαλύτερη διαφωνία ΔΝΤ -κυβέρνησης. Το ΔΝΤ ισχυρίζεται ότι περίπου το μισό πρωτογενές πλεόνασμα οφείλεται σε συγκυριακούς παράγοντες. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι όλο σχεδόν είναι διατηρήσιμο. Η αλήθεια μάλλον βρίσκεται κάπου στη μέση. Τμήμα του πλεονάσματος προήλθε από τη συμπίεση των επενδυτικών δαπανών, που αν παραμείνουν σε αυτό το επίπεδο θα υποσκάψουν τη μελλοντική ανάπτυξη. Αναπάντεχα υψηλό ήταν το μέρισμα που έλαβε το Δημόσιο από την Τράπεζα της Ελλάδος λόγω ELA – αυτό θα μειώνεται. Η αλλαγή στην παρακράτηση φόρου και τις πληρωμές των επιχειρήσεων που προσφεύγουν δικαστικά κατά του Δημοσίου επίσης συνέβαλαν. Αυτές κι άλλες μικρότερες μη επαναλαμβανόμενες περιπτώσεις εσόδων και δαπανών δείχνουν ότι χωρίς ανάπτυξη ή επιπλέον μέτρα το πλεόνασμα δεν μπορεί να διατηρηθεί στο επίπεδο αυτό. Ομως η διαφορά δεν είναι τόσο μεγάλη όσο λέει το ΔΝΤ.

Πώς επιδρά στην ανάπτυξη; Θετικά, μειώνοντας τα επιτόκια των ελληνικών ομολόγων και το κόστος δανεισμού του ιδιωτικού τομέα. Αρνητικά, εφόσον επιτεύχθηκε με υπέρμετρη φορολόγηση και μείωση δαπανών (ιδίως επενδυτικών), οδηγώντας σε στασιμότητα την οικονομία το 2016. Σε αυτό συνέβαλε και η καθυστέρηση στη διαπραγμάτευση. Ηδη, η τελευταία πρόβλεψη του ΙΟΒΕ εκτιμά ανάπτυξη χαμηλότερη κατά 1% ΑΕΠ από τις προβλέψεις της κυβέρνησης. Αυτή η μονάδα (1,75 δισ. ευρώ) χάνεται οριστικά και στο διηνεκές –δεν πρόκειται να αυξηθεί ο ρυθμός μεγέθυνσης κατά μία μονάδα το 2018– και το μακροχρόνιο κόστος της είναι υψηλό.

Ηταν υγιής ο τρόπος δημιουργίας του πλεονάσματος; Κυρίως όχι. Υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα απαιτούν υψηλούς φόρους ή/και χαμηλές δαπάνες. Ομως φαίνεται ότι το τεράστιο πλεόνασμα του 2016 επετεύχθη με συνδυασμό μέτρων που υπονομεύουν τις μακροχρόνιες προοπτικές της οικονομίας. Και υπερβολική φορολόγηση αλλά και σημαντική περιστολή του κονδυλίου με τα μεγαλύτερα πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα (δημόσιες επενδύσεις). Αντίθετα, αν κάτι αυξήθηκε στις δαπάνες του 2016 ήταν το κόστος μισθοδοσίας του Δημοσίου. Οι αριθμοί δείχνουν πρώτη φορά από την αρχή των μνημονίων σημαντική αύξηση του αριθμού απασχολουμένων στο Δημόσιο. Θέλει ανθρώπινα κεφάλια το χτίσιμο του κομματικού κράτους…

Η εποχή που ο κ. Τσίπρας κατήγγελλε το πλεόνασμα της κυβέρνησης Σαμαρά είναι μακρινό παρελθόν, κι αυτό είναι σίγουρα θετικό. Ομως ο απολογισμός του πλεονάσματος Τσίπρα καταδεικνύει τα όρια αυτής της διαχείρισης, τη βραχυπρόθεσμη λογική της, το τίμημα του βεβαρημένου παρελθόντος που πληρώνουν η χώρα κι οι φορολογούμενοι. Για αυτούς τους λόγους, η προσδοκία επιστροφής στην ανάκαμψη με αυτή την κυβέρνηση φαίνεται να έχει πολύ χαμηλό ταβάνι.

* Οι κ. Γ. Παγουλάτος και Π. Τσακλόγλου είναι καθηγητές στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.


Πηγή: kathimerini.gr

22

Διαβάστε το άρθρο από την πηγή

Εγγραφή RSS για αυτά τα σχόλια Σχόλια (0)

συνολικά: | προβολή:

Σχολιάστε το άρθρο comment

Παρακαλώ εισάγετε τον κωδικό που βλέπετε στην εικόνα:

Eshop
  • email Αποστολή άρθρου
  • print Εμφάνιση εκτύπωσης
  • Plain text Προβολή ώς Plain Text