Αρχική | Οικονομία | Ευρώπη | Τι συμβαίνει με τις γερμανικές τράπεζες;

Τι συμβαίνει με τις γερμανικές τράπεζες;

Μέγεθος γραμμάτων: Decrease font Enlarge font
Τι συμβαίνει με τις γερμανικές τράπεζες;

Του Βασίλη Καραγιάννη.

Α​​νακοινώθηκε ότι τον Νοέμβριο του 2017 ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος (ESI) της Ευρωζώνης αυξήθηκε στο 114,6 το οποίο είναι το υψηλότερο επίπεδο από τον Οκτώβριο του 2000. Ειδικότερα στη Γερμανία, ο Δείκτης Επιχειρηματικού Κλίματος Ifo αυξήθηκε στο επίπεδο των 117,51, το οποίο αποτελεί νέο ιστορικό υψηλό και το οποίο παραπέμπει σε ανάπτυξη 2,3% της γερμανικής οικονομίας για το 2017.

Κι ενώ η ευρωπαϊκή και η γερμανική οικονομία δείχνουν να «επεκτείνονται» με τους υψηλότερους ρυθμούς από τότε που δημιουργήθηκε το κοινό νόμισμα, οι μετοχές των γερμανικών τραπεζών εξακολουθούν να διακυμαίνονται κάτω του book value.

Επίσης, η Κεντρική Τράπεζα της Γερμανίας (Bundesbank) πρόσφατα ανακοίνωσε ότι 68 γερμανικές τράπεζες απέτυχαν στα stress tests και για πρώτη φορά το σημαντικό αμερικανικό Private Equity Fund, με την ονομασία Cerberus, απέκτησε μερίδιο μετοχών στις δύο μεγαλύτερες γερμανικές τράπεζες Deutsche Bank και Commerzbank Bank, τροφοδοτώντας σενάρια ακόμα και για συγχώνευση.

Αλλά ποιο είναι το αίτιο της κρίσης; Το πολιτικό σύστημα της Γερμανίας και η Bundesbank δείχνουν ως αίτιο της κρίσης τα χαμηλά ή αρνητικά επιτόκια, τα οποία έχει διευκολύνει η εφαρμογή του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Τι σημαίνει αυτό πρακτικά και πώς τα χαμηλά ή αρνητικά επιτόκια πιέζουν το γερμανικό τραπεζικό σύστημα; Κατ’ αρχήν, η μεγάλη εικόνα δείχνει ότι:

1. Το γερμανικό τραπεζικό σύστημα ξεχωρίζει σε σχέση με εκείνα των άλλων χωρών της Ευρωζώνης στο γεγονός ότι είναι κατακερματισμένο. Πιο συγκεκριμένα, εκτός από τις δύο μεγάλες τράπεζες Deutsche Bank και Commerzbank που ακολουθούν και διεθνή στρατηγική, στη Γερμανία λειτουργούν και περί τα 1.600 τραπεζικά ιδρύματα υπό τη μορφή τοπικών ταμιευτηρίων (Sparkassen) και περιφερειακών τραπεζών (Landesbanken).

2. Τα τοπικά ταμιευτήρια και οι περιφερειακές τράπεζες έχουν κυρίως τοπικό/προσανατολισμό, συνέβαλαν με επιτυχία στην περιφερειακή ανάπτυξη των γερμανικών κρατιδίων αλλά αποτελούν και μέρος του γερμανικού, περιφερειακού, πελατειακού, πολιτικού συστήματος (υπάρχει και αυτό).

3. Η Γερμανία διαθέτει υψηλό δείκτη αποταμίευσης που προσεγγίζει το 10% του συνολικού διαθέσιμου εισοδήματος, ο οποίος είναι από τους υψηλότερους της Ευρωζώνης.

Το πρόβλημα με τις γερμανικές τράπεζες πηγάζει από το γεγονός ότι σχεδόν όλες οι αποδόσεις των τοποθετήσεων σε διατραπεζική και ομόλογα είναι αρνητικές, ενώ οι θετικές αποδόσεις ξεκινούν περίπου από επενδυτικά εργαλεία διάρκειας 9 χρόνων και άνω. Πιο συγκεκριμένα, η απόδοση των 10ετών Bunds διακυμαίνεται αυτή την περίοδο σε εύρος 0,34%-0,50%.

Εάν οι καταθέσεις ταμιευτηρίου προσφέρουν στους Γερμανούς χαμηλά θετικά ή μηδενικά επιτόκια (0-0,85%) και τα διαθέσιμα τοποθετούνται σε επενδύσεις με αρνητικά ή χαμηλά θετικά επιτόκια τότε π.χ. τα πολυάριθμα τοπικά ταμιευτήρια είτε παράγουν ζημίες είτε βλέπουν να συρρικνώνονται τα κέρδη τους. Και φυσικά, ούτε μπορούν τα διαθέσιμα των ταμιευτηρίων να τοποθετηθούν εξ ολοκλήρου σε ομόλογα 10 ετών, ούτε οι τράπεζες μπορούν να προσφέρουν καταθέσεις ταμιευτηρίου με αρνητικά επιτόκια στους πελάτες τους.

Στο ερώτημα γιατί τα γερμανικά ταμιευτήρια δεν επενδύουν τα διαθέσιμα των καταθέσεων ταμιευτηρίου σε κρατικά ομόλογα άλλων χωρών της Ευρωζώνης που έχουν μεγαλύτερες αποδόσεις, η απάντηση είναι ότι αυτό μπορεί να συμβαίνει εντός περιορισμένων ορίων που ελέγχονται από την Bundesbank. Αλλά επειδή αναφερόμαστε σε καταθέσεις ταμιευτηρίου, οι οποίες είναι τραπεζικά προϊόντα με άκρως συντηρητικό προφίλ, η τιμολόγηση μπορεί να βασιστεί κυρίως σε γερμανικά ομόλογα και τοποθετήσεις στην εγχώρια διατραπεζική αγορά.

Στο ερώτημα γιατί τα γερμανικά ταμιευτήρια δεν εφαρμόζουν πολιτική προμηθειών που θα βελτίωναν την κερδοφορία, η απάντηση είναι ότι αυτό μπορεί να δώσει κάποιες ανάσες αλλά δεν ήταν η κοινή πρακτική στη Γερμανία μέχρι πρότινος.

Επίσης, το χαμηλό ή αρνητικό επίπεδο των τιμών της γερμανικής καμπύλης επιτοκίων σε συνδυασμό με τον πληθωρισμό δείχνει ότι οι πραγματικές αποδόσεις είναι ακόμα χαμηλότερες. Για παράδειγμα, εάν οι Γερμανοί επενδυτές ή τράπεζες τοποθετήσουν τα διαθέσιμά τους σε 10ετή Bunds με απόδοση 0,40%, η πραγματική απόδοση θα είναι αρνητική μετά την αφαίρεση του πληθωρισμού που εκτιμάται ότι θα ανέλθει στο 1,7% τον Νοέμβριο του 2017. Για παράδειγμα, για απόδοση +0,40% σε 10ετές Bund, η πραγματική απόδοση είναι -1,40%, δηλαδή +0,40% - 1,7% = -1,40%.

Με βάση τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό ότι η κατάρρευση των επιτοκίων του ευρώ πιέζει κυρίως το τραπεζικό σύστημα και τους καταθέτες της Γερμανίας επειδή η γερμανική καμπύλη επιτοκίων είναι η χαμηλότερη της Ευρωζώνης. Επίσης στη Γερμανία το πρόβλημα εντείνεται και λόγω του μεγάλου κατακερματισμού του τραπεζικού συστήματός της, και φυσικά της συνεχούς επέκτασης της ψηφιοποίησης των εργασιών.

Αυτό σημαίνει ότι το γερμανικό τραπεζικό σύστημα έχει σοβαρά προβλήματα που σχετίζονται κυρίως με τις καταθέσεις και τον μεγάλο αριθμό τραπεζών και όχι με την αξιοπιστία του χαρτοφυλακίου των τραπεζικών επενδύσεων ή την ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου (όπως συνέβη και συμβαίνει στην Ελλάδα).

Με βάση τα παραπάνω, είναι εύλογο να συμπεράνει κάποιος ότι η διαχείριση των ζητημάτων του γερμανικού τραπεζικού συστήματος αποτελεί βασικό πολιτικό θέμα. Η Γερμανία διαθέτει ισχυρή οικονομία που διέρχεται μία εξαιρετικά θετική αναπτυξιακή περίοδο και το γερμανικό κράτος έχει τα οικονομικά αποθέματα να στηρίξει τις τράπεζες και έχει ήδη διαθέσει δισεκατομμύρια ευρώ για τη στήριξή τους.

Ομως το θέμα της αναδιάρθρωσης είναι εξαιρετικά σύνθετο, συναντά αντίσταση στο πολιτικό σύστημα των γερμανικών κρατιδίων και σίγουρα απασχολεί τα κόμματα που διαπραγματεύονται τον σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού και θα είναι ψηλά στις προτεραιότητες της επόμενης γερμανικής κυβέρνησης.

Γίνεται αντιληπτό γιατί αυξάνεται η πιθανότητα να έχουμε σύντομα την ολοκλήρωση του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και γιατί η Γερμανία (και άλλες χώρες της Ευρωζώνης) πιέζει προς αυτήν την κατεύθυνση.

* Ο κ. Βασίλης Καραγιάννης είναι σύμβουλος επιχειρήσεων σε θέματα στρατηγικού σχεδιασμού και διεθνών εργασιών, μέλος της Επιτροπής Απασχόλησης του Ελληνοαμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου.


Πηγή: kathimerini.gr

24

 

Έντυπη

Διαβάστε το άρθρο από την πηγή

Εγγραφή RSS για αυτά τα σχόλια Σχόλια (0)

συνολικά: | προβολή:

Σχολιάστε το άρθρο comment

Παρακαλώ εισάγετε τον κωδικό που βλέπετε στην εικόνα:

Eshop
  • email Αποστολή άρθρου
  • print Εμφάνιση εκτύπωσης
  • Plain text Προβολή ώς Plain Text