Αρχική | Άποψη | Γιατί μας εκπλήσσει το ύψος των ληξιπρόθεσμων φορολογικών οφειλών;

Γιατί μας εκπλήσσει το ύψος των ληξιπρόθεσμων φορολογικών οφειλών;

Μέγεθος γραμμάτων: Decrease font Enlarge font
Γιατί μας εκπλήσσει το ύψος των ληξιπρόθεσμων φορολογικών οφειλών;

Π​​ολλοί έδειξαν να εντυπωσιάζονται τελευταία από το γεγονός ότι οι ληξιπρόθεσμες φορολογικές οφειλές ξεπέρασαν τα 100 δισ. Ομως, η εξέλιξη αυτή ήταν απολύτως αναμενόμενη, έχει βαθιά τα αίτια και αν δεν την αντιμετωπίσουμε άμεσα και με υπευθυνότητα, όχι μόνο θα μιλάμε σύντομα για νέο «ιστορικό ρεκόρ», αλλά θα βρεθούμε σε πραγματικό αδιέξοδο, με οδυνηρές συνέπειες για την κοινωνία και την οικονομία. Ας το πάρουμε όμως από την αρχή.

Ολα ξεκινούν από το γεγονός ότι οι φόροι: α) Αποτελούν αναγκαστικές εισφορές των φορολογουμένων προς το κράτος και β) δεν συνοδεύονται από άμεση αντιπαροχή (αντιπαροχή υπάρχει, αλλά είναι γενική και δεν εξαρτάται από τον φόρο που καταβάλλει έκαστος). Τα δύο αυτά χαρακτηριστικά καθιστούν τους φόρους ανεπιθύμητους στους πολίτες και εξηγούν την τάση για φοροδιαφυγή, η οποία, αν συνυπάρχουν και άλλοι παράγοντες, όπως η αίσθηση για άδικη κατανομή των φορολογικών βαρών, μη ορθολογική διαχείριση του δημοσίου χρήματος, αναποτελεσματικός φοροελεγκτικός μηχανισμός κ.λπ., γίνεται ακόμη μεγαλύτερη.

Επεται ότι η λειτουργία ενός κράτους δεν μπορεί να βασιστεί στην προθυμία των πολιτών να συμβάλουν στα φορολογικά βάρη και γι’ αυτό, αναπόσπαστο στοιχείο κάθε φορολογικού συστήματος αποτελεί η ύπαρξη ενός αποτρεπτικού για τη φοροδιαφυγή συστήματος ποινών και η λειτουργία ενός αποτελεσματικού μηχανισμού εξαναγκαστικής είσπραξης των εσόδων (κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων κ.λπ.). Διαφορετικά, η φορολογία θα κατέληγε σύντομα σε πράξη εθελοντισμού.

Στην Ελλάδα δεν τα έχουμε πάει καλά σε καμία από τις συνιστώσες που συνθέτουν ένα δίκαιο και αποτελεσματικό φορολογικό σύστημα. Ιδιαίτερα όμως, όσον αφορά τα ληξιπρόθεσμα, είναι ακατανόητο και αυτοκαταστροφικό σε μια χώρα όπου ανθούν η παραοικονομία και η φοροδιαφυγή και ο φοροελεγκτικός μηχανισμός δεν φημίζεται για την αποτελεσματικότητά του να κατορθώνουμε να βεβαιώνουμε κάποια έσοδα, να φέρουμε το διοικητικό κόστος της όλης διαδικασίας (έλεγχοι, καταλογισμοί προστίμων, ενστάσεις, δικαστήρια, εφέσεις κ.λπ.) και τελικά να μην καταλήγει στα ταμεία μεγάλο μέρος από τα έσοδα που έχουν βεβαιωθεί.

Το φαινόμενο των ληξιπροθέσμων δεν είναι, βέβαια, νέο. Και πριν από την οικονομική κρίση είχαμε το υψηλότερο, με διαφορά, ποσοστό ληξιπροθέσμων οφειλών στις χώρες του ΟΟΣΑ. Και το χειρότερο, ενώ στις άλλες χώρες το ποσοστό αυτό μειωνόταν, η Ελλάδα ήταν η μόνη χώρα στην οποία συνεχώς αύξανε. Νομοτελειακά λοιπόν, αφού δεν παίρναμε τα δέοντα μέτρα, τα ληξιπρόθεσμα θα έφταναν κάποτε τα 100 δισ., κάτι που η κρίση επιτάχυνε.

Γιατί, ενώ στις άλλες χώρες επιτρεπόταν (με προϋποθέσεις) η πρόσβαση των φορολογικών αρχών στις τραπεζικές καταθέσεις για την εξασφάλιση των οφειλόμενων στο Δημόσιο ποσών, η χώρα μας στο όνομα της προστασίας του τραπεζικού απορρήτου (!) στερούσε από τις φορολογικές αρχές το μέσο αυτό. Ή, όταν άλλες πρακτικές, όπως είναι η κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων και η «κατάσχεση εις χείρας τρίτων» αποτελούσαν κοινή πρακτική των άλλων χωρών, εμείς τις πρακτικές αυτές τις απορρίπταμε, χωρίς όμως να τις υποκαθιστούμε με κάποιες άλλες. Ή, όταν σε άλλες χώρες το Δημόσιο εξασφάλιζε να είναι πρώτο στη διεκδίκηση χρεών, κρίνοντας ότι τα έσοδα για παροχή υπηρεσιών προς το κοινωνικό σύνολο είναι ύψιστης σημασίας, εμείς θέταμε άλλες προτεραιότητες. Και σαν να μην έφταναν αυτά, είχαμε και το κίνημα «Δεν πληρώνω», όπου στην αντικοινωνική συμπεριφορά του κοπανατζή δώσαμε και ιδεολογικό περίβλημα.

Οσον αφορά τις αρμόδιες για την είσπραξη των εσόδων υπηρεσίες των ΔΟΥ, τις είχαμε χρόνια υποστελεχωμένες και επειδή δεν προσείλκυαν, όπως άλλες υπηρεσίες (φορολογικών ελέγχων, ΣΔΟΕ κ.λπ.) το ενδιαφέρον των υπαλλήλων, τις καταντήσαμε εν πολλοίς «ψυγείο» για ανεπιθύμητους και μη ιδιαίτερα ικανούς. Κοκορευόμαστε δε λέγοντας ότι στην Ελλάδα κανένας πλειστηριασμός δεν γίνεται για χρέη προς το Δημόσιο, ενώ συνηθίσαμε τους φορολογουμένους να περιμένουν μια νέα ρύθμιση που θα είναι ευνοϊκότερη από την προηγούμενη. Γιατί λοιπόν μας εντυπωσιάζει η αύξηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών; Και φταίει μόνο η κρίση ή θερίζουμε αυτό που σπείραμε;

Εστω και καθυστερημένα, πρέπει πλέον να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση με υπευθυνότητα και με το όποιο κόστος. Επιβάλλεται, όχι μόνο για λόγους φορολογικής δικαιοσύνης, αλλά και γιατί βλέπουμε η «δεξαμενή» αυτών που ακόμη μπορούν (και θέλουν) να είναι συνεπείς με τις φορολογικές τους υποχρεώσεις, συνεχώς να μικραίνει. Αλλοι, μην αντέχοντας (ή μη θέλοντας) να επωμισθούν και τα βάρη αυτών που δεν πληρώνουν μεταπηδούν από μόνοι τους ή εξ ανάγκης στη «δεξαμενή» των οφειλετών, η οποία, με τη σειρά της, διαρκώς αυξάνεται και άλλοι κάνουν μεγαλύτερο άλμα μεταφέροντας την οικονομική τους δραστηριότητα σε άλλες χώρες. Η κατάσταση, όμως, αυτή δεν είναι βιώσιμη και πρέπει, πάση θυσία, άμεσα να αντιστραφεί. Γιατί αλλιώς, αναπόφευκτα, θα μας έρθει πολύ μεγάλο «τσουνάμι» που θα μας πνίξει όλους.

* Ο κ. Νίκος Τάτσος είναι καθηγητής Δημόσιας Οικονομικής, Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Πηγή: kathimerini.gr

25

Έντυπη

Διαβάστε το άρθρο από την πηγή

Εγγραφή RSS για αυτά τα σχόλια Σχόλια (0)

συνολικά: | προβολή:

Σχολιάστε το άρθρο comment

Παρακαλώ εισάγετε τον κωδικό που βλέπετε στην εικόνα:

Eshop
  • email Αποστολή άρθρου
  • print Εμφάνιση εκτύπωσης
  • Plain text Προβολή ώς Plain Text