Αρχική | Άποψη | Το κόστος της κρίσης και τα χαρακτηριστικά της ελληνικής ύφεσης

Το κόστος της κρίσης και τα χαρακτηριστικά της ελληνικής ύφεσης

Μέγεθος γραμμάτων: Decrease font Enlarge font
Το κόστος της κρίσης και τα χαρακτηριστικά της ελληνικής ύφεσης

Του Νίκου Ζονζήλου

Σ​​ύμφωνα με τα πιο πρόσφατα εθνικολογιστικά μεγέθη, τους διαθέσιμους βραχυχρόνιους δείκτες αλλά και τα αποτελέσματα ερευνών συγκυρίας, η ελληνική οικονομία άρχισε να αντιδρά θετικά στη σταθερή και σημαντική βελτίωση του διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος, στην ανάκαμψη του διεθνούς εμπορίου αλλά και των πολιτικών που εγχώρια εφαρμόσθηκαν. Το ΑΕΠ σταδιακά ανακάμπτει αν και περιορισμένα, η ανεργία υποχωρεί, ο αντιπληθωρισμός ανεστράφη, το παραγωγικό κενό κλείνει, η εμπιστοσύνη αποκαθίσταται, η δημοσιονομική πολιτική υπερβαίνει τους στόχους και το εξωτερικό ισοζύγιο προς το παρόν δεν αποτελεί περιοριστικό παράγοντα στην άνοδο. Θα μπορούσαν να αναφερθούν και άλλες θετικές εξελίξεις, όμως σταματώ εδώ την αισιόδοξη ανάγνωση των οικονομικών εξελίξεων και αλλάζω λίγο την οπτική.

Πρόσφατες μελέτες που διενεργήθηκαν για μεγάλο αριθμό χωρών με αντικείμενο το βάθος και τη διάρκεια υφέσεων έπειτα από μεγάλες χρηματοοικονομικές κρίσεις, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι σε περιπτώσεις διπλών κρίσεων, δημοσιονομική που ακολουθείται από τραπεζική, η μέση διάρκεια της ύφεσης είναι περίπου δέκα χρόνια, η δε ανάκαμψη που ακολουθεί είναι σχεδόν πάντα βραδεία και αναιμική. Η ασθμαίνουσα Σουηδία της δεκαετίας του ενενήντα είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ανεπτυγμένης χώρας με βραδεία ανάκαμψη μετά την τραπεζική κρίση του 1991. Περιπτώσεις οικονομιών «ελατήρια» δεν φαίνεται να έχουν παρατηρηθεί έπειτα από μεγάλες υφέσεις. Σε ό,τι δε αφορά το βάθος της ύφεσης, η αντίστοιχη μόνιμη υποχώρηση του ΑΕΠ είναι κατά μέσον όρο της τάξης του 15%. Τα αποτελέσματα ποικίλλουν βέβαια μεταξύ χωρών και ομάδων χωρών που εξετάζονται.

Η ελληνική κρίση ήταν δημοσιονομική, ισοζυγίου πληρωμών και συνοδεύτηκε από τραπεζική κρίση και αποκλεισμό από τις διεθνείς αγορές. Επιπλέον, το γεγονός ότι η χώρα ανήκει σε νομισματική ένωση στέρησε από τη φαρέτρα των μέσων πολιτικής το βασικό εργαλείο της υποτίμησης. Μολοντούτο, σε ό,τι αφορά τη διάρκεια, η ελληνική ύφεση φαίνεται να βρίσκεται μέσα στις διεθνείς νόρμες, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι θα επιβεβαιωθεί η ανάκαμψη. Ωστόσο, το βάθος της ύφεσης υπερέβη κατά πολύ τη διεθνή εμπειρία με συνέπεια τον δραστικό και μόνιμο περιορισμό του επιπέδου του ΑΕΠ.

Λίγοι αριθμοί αναδεικνύουν το ζήτημα και επιτρέπουν μια εκτίμηση σε όρους ΑΕΠ των απωλειών που προκάλεσε στην ελληνική οικονομία η κρίση και η ύφεση που ακολούθησε.

Ο μέσος ρυθμός ανόδου του ΑΕΠ για την περίοδο 1995-2001 ήταν 4,2%, για την περίοδο 1995-2009: 3,5% και την περίοδο 2001-2009: 2,6%. Ας δεχθούμε τώρα, ως υπόθεση εργασίας, ότι η ελληνική οικονομία είχε μείνει ανεπηρέαστη από τη διεθνή κρίση και επιπλέον ότι ο διατηρήσιμος ρυθμός ανόδου της ελληνικής οικονομίας για την περίοδο 2010-21 είναι 2%. Η υπόθεση κρίνεται ως συντηρητική και ασφαλής, διότι σαφώς δεν προβάλλονται οι προ κρίσης ρυθμοί που παρατέθηκαν αλλά και επιπλέον διότι υπολείπεται από αντίστοιχες μεσοπρόθεσμες πρόσφατες εκτιμήσεις διεθνών οργανισμών ΔΝΤ: 2,1% και Ε.Ε.: 2,4% για την περίοδο 2018-21. Με αυτές τις παραδοχές, αν η οικονομία είχε αναπτυχθεί από το 2010 και εφεξής με αυτόν τον σταθερό ρυθμό, τότε το ΑΕΠ του 2017 σε σταθερές τιμές θα ήταν 280.182 εκατ. ευρώ και το 2021 303.278 εκατ. ευρώ. Η πρόσφατη εκτίμηση του ΑΕΠ για το 2017 είναι 187.088 εκατ. ευρώ και για το 2021, σύμφωνα με το μεσοπρόθεσμο σχέδιο 205.805 εκατ. ευρώ. Δηλαδή κατά 93.093 εκατ. ευρώ και 97.774 εκατ. ευρώ χαμηλότερο από τις τιμές που υπολογίσαμε, η δε σωρευτική απώλεια του ΑΕΠ της περιόδου 2010-17 είναι 545.167 εκατ. ευρώ. Αυτό αποτελεί μια συντηρητική εκτίμηση του κόστους της κρίσης σε όρους ΑΕΠ, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι απώλειες από τη μείωση των τιμών των περιουσιακών στοιχείων: ακίνητα, μετοχές ομόλογα κλπ.

Οι υπολογισμοί που παρουσιάστηκαν έδειξαν ότι η μεσοπρόθεσμη τάση που ακολουθεί το επίπεδο του ΑΕΠ, που εκφράζει τις συνθήκες προσφοράς της οικονομίας ή αλλιώς το παραγωγικό δυναμικό της χώρας, έχει δραματικά διολισθήσει από το επίπεδο της προ κρίσης περιόδου. Αυτό έχει δραστικές συνέπειες από απόψεως της πολιτικής εξόδου από την κρίση. Η οικονομία δεν έχει αποκλίνει από μια σταθερή τάση, πράγμα που καθιστά δυνατή την επαναφορά της με πολιτικές ενίσχυσης της ζήτησης. Οι προβαλλόμενες απόψεις που μιλούν για οικονομία με αντίδραση ελατηρίου, αυτό υπονοούν και βέβαια είναι λανθασμένη διάγνωση της τρέχουσας κατάστασης που οδηγεί και σε λάθος επιλογές πολιτικής.

Στη συγκεκριμένη ελληνική περίπτωση έχουμε μια πολύ σημαντική υποχώρηση των συνθηκών προσφοράς, δηλαδή της ιδίας της μεσοπρόθεσμης τάσης, η οποία πλέον κατά κύριο λόγο καθορίζει και την κυκλική συμπεριφορά της οικονομίας εφόσον διαταραχθεί. Η υποχώρηση της τάσης οφείλεται εν πολλοίς και στην ίδια την κρίση που σταδιακά έγινε ενδογενής και αυτοτροφοδοτούμενη. Η αβεβαιότητα που επέφερε –έξοδο από το ευρώ, καθυστερήσεις στις αξιολογήσεις κλπ.– οδήγησε στην άνευ προηγουμένου υποχώρηση των επενδύσεων και τελικά σε αποεπένδυση. Παράλληλα συνέβαλε στη συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού και στη σταδιακή ποιοτική του υποβάθμιση, με αποτέλεσμα να ενισχυθεί η πτωτική τροχιά της συνολικής παραγωγικότητας.

Στις περιπτώσεις όπως η ελληνική, οι πολιτικές ενίσχυσης της ζήτησης είναι χρήσιμες αλλά ανεπαρκείς. Η έμφαση πρέπει να δοθεί στην πλευρά της προσφοράς. Η στήριξη και η ανάταξη της παραγωγικότητας να γίνει άμεση προτεραιότητα. Παιδεία, επανεκπαίδευση, απελευθέρωση αγορών, κοινωνική κινητικότητα και δημόσια διοίκηση μπορούν να στηρίξουν αυτή την προσπάθεια. Ομως εμπρός, είναι ήδη αργά.

Πηγή: kathimerini.gr

26

Διαβάστε το άρθρο από την πηγή

Εγγραφή RSS για αυτά τα σχόλια Σχόλια (0)

συνολικά: | προβολή:

Σχολιάστε το άρθρο comment

Παρακαλώ εισάγετε τον κωδικό που βλέπετε στην εικόνα:

Eshop
  • email Αποστολή άρθρου
  • print Εμφάνιση εκτύπωσης
  • Plain text Προβολή ώς Plain Text