Αρχική | Οικονομία | Κόσμος | Εκρηκτικό είναι το κοκτέιλ για τις αναδυόμενες οικονομίες

Εκρηκτικό είναι το κοκτέιλ για τις αναδυόμενες οικονομίες

Μέγεθος γραμμάτων: Decrease font Enlarge font
Εκρηκτικό είναι το κοκτέιλ για τις αναδυόμενες οικονομίες

Οι αναδυόμενες αγορές βλέπουν για μία ακόμη φορά να υποχωρούν τα χρηματιστήριά τους, εν μέσω μιας εξαιρετικά αρνητικής συγκυρίας για όσες έχουν ανάγκη το ξένο κεφάλαιο για να καλύψουν τα ελλείμματά τους. Ο εμπορικός πόλεμος Κίνας - ΗΠΑ συνδυάζεται με τις αλλεπάλληλες αυξήσεις των επιτοκίων που έχει αποφασίσει η Federal Reserve αλλά και με την άνοδο των τιμών του πετρελαίου, που επιβαρύνει δυσβάστακτα τους προϋπολογισμούς ορισμένων οικονομιών. Το ακριβότερο πετρέλαιο αποτελεί πρόβλημα για το 80% των αναδυόμενων αγορών, έστω κι αν στηρίζει ορισμένες εξ αυτών που εξάγουν πετρέλαιο, κυρίως τη Ρωσία αλλά και την Κολομβία και το Μεξικό. Κάποιες άλλες, όπως η Τουρκία, πλήττονται από τις εγγενείς παθογένειές τους.

Σύμφωνα με τον Τζόναθαν Γκάρνερ, αναλυτή Ασίας και αναδυόμενων αγορών της Morgan Stanley, «όλα οδηγούν σε περαιτέρω πτώση». Η Federal Reserve έχει αυξήσει τα επιτόκια επτά φορές από τον Δεκέμβριο του 2015, ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη ο εμπορικός πόλεμος και παράλληλα αποδυναμώνεται το γουάν. Οι παράγοντες αυτοί, σύμφωνα με τον Γκάρνερ, μπορούν να οδηγήσουν τον δείκτη Χανγκ Σενγκ του Χονγκ Κονγκ σε «ραγδαία υποχώρηση». Λόγω της κλιμάκωσης του εμπορικού πολέμου υποχωρούν τα νομίσματα των αναδυόμενων σε ποσοστά από 2% έως 3%. Ανάμεσά τους η ινδική ρουπία, η ρουπία Ινδονησίας, το γουόν της Νότιας Κορέας και το μπατ της Ταϊλάνδης. Τα κινεζικά χρηματιστήρια σημειώνουν απώλειες που θυμίζουν τους «τεκτονικούς κραδασμούς» σε Σαγκάη, Χονγκ Κονγκ και Σεντζέν το καλοκαίρι του 2015. Τότε είχε σκάσει η «φούσκα» των κινεζικών χρηματιστηρίων, και η αιφνίδια υποτίμηση του γουάν είχε ενσπείρει παγκοσμίως αμφιβολίες για τις δυνατότητες του Πεκίνου να ελέγξει την κατάσταση στην κινεζική οικονομία.

Ο δείκτης του χρηματιστηρίου της Σαγκάης έχει υποχωρήσει 20% τους πρώτους πέντε μήνες του έτους, ενώ το γουάν σημειώνει τη μεγαλύτερη υποχώρηση των τελευταίων τεσσάρων ετών στην αγορά του Χονγκ Κονγκ. Το χρηματιστήριο της Σαγκάης σημείωσε μεγάλες απώλειες την περασμένη εβδομάδα, όταν ο πρόεδρος Τραμπ απείλησε να επιβάλει δασμούς σε κινεζικά προϊόντα αξίας 200 δισ. δολαρίων και σε άλλα τόσα, αν το Πεκίνο προβεί στην επιβολή αντιποίνων. Κι ενώ ο σύμβουλος του Λευκού Οίκου, Πίτερ Ναβάρο, επιχείρησε να κατευνάσει τις ανησυχίες των επενδυτών, έκτοτε επικρατεί ανησυχία για το αν μπορεί η οικονομία της Κίνας να αντεπεξέλθει σε συνεχείς επιθέσεις του Τραμπ. Οι προσπάθειες που καταβάλλει το Πεκίνο για να ηρεμήσει όσους ανησυχούν, αποδεικνύονται μάταιες. Τη Δευτέρα ανακοίνωσε ότι χαλαρώνει τις απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας για τις κινεζικές τράπεζες, ώστε να διοχετευθεί ρευστότητα στην πραγματική οικονομία, ενώ έχει επανειλημμένως δημοσιεύσει σε οικονομικές εφημερίδες σειρά αισιόδοξων άρθρων. Ο δείκτης του χρηματιστηρίου της Σαγκάης, όμως, παραμένει επίμονα σε επίπεδα κάτω από τις 3.000 μονάδες και, όπως σχολιάζει ο Χάο Χονγκ, αναλυτής της Bocom International Holdings Co., «τα θεμελιώδη μακροοικονομικά στοιχεία της Κίνας είναι πολύ άσχημα».

Την ίδια στιγμή, η Τουρκία εγκαταλείπεται από το ξένο κεφάλαιο, καθώς οι επενδυτές ανησυχούν για τις επιπτώσεις που θα έχουν στην τουρκική οικονομία οι επιλογές του Τούρκου προέδρου και οι παρεμβάσεις του στο έργο της κεντρικής τράπεζας. Χθες, ο οίκος Moody’s προειδοποίησε για ενδεχόμενη υποβάθμιση της Τουρκίας, που θα εξαρτηθεί από το ποια πολιτική θα εφαρμόσει μετά τη νέα νίκη του ο Ταγίπ Ερντογάν. Οπως επισημαίνει ο Ινάν Ντεμίρ, οικονομολόγος της Nomura International στο Λονδίνο, «το αποτέλεσμα των εκλογών δεν δίνει λύση στο σημαντικότερο ερώτημα για την τουρκική οικονομία: πώς θα αποφύγει μια ανώμαλη προσγείωση». Οι περισσότεροι αναλυτές τείνουν να συμφωνήσουν ότι ο Ερντογάν έχει δημιουργήσει πρόβλημα με τις ανορθόδοξες απόψεις του περί του πώς μπορεί να αναχαιτίσει τον πληθωρισμό. Το δημοσιονομικό έλλειμμα της χώρας βρίσκεται περίπου στο 1,6% του ΑΕΠ και αναμένεται να διευρυνθεί στο 2% στα τέλη του έτους. Κι ενώ είναι αρκετά μικρό, παραμένει υπερβολικά υψηλό για μία οικονομία στα πρόθυρα της υπερθέρμανσης. Οι τουρκικές επιχειρήσεις έχουν δανεισθεί μεγάλα ποσά σε ξένο νόμισμα, και η υποτίμηση της τουρκικής λίρας κατά 20% από τις αρχές του έτους καθιστά εξαιρετικά δυσχερή την αποπληρωμή των χρεών.


Πηγή: kathimerini.gr

26

Διαβάστε το άρθρο από την πηγή

Εγγραφή RSS για αυτά τα σχόλια Σχόλια (0)

συνολικά: | προβολή:

Σχολιάστε το άρθρο comment

Παρακαλώ εισάγετε τον κωδικό που βλέπετε στην εικόνα:

Eshop
  • email Αποστολή άρθρου
  • print Εμφάνιση εκτύπωσης
  • Plain text Προβολή ώς Plain Text