Η βιομηχανία και η ένταξη στην ΕΟΚ

14 Δεκεμβρίου 2021, 11:52 | Ιστορία

Η βιομηχανία και η ένταξη στην ΕΟΚ

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) οργανώθηκε ως απάντηση της κατεστραμμένης μεταπολεμικής Ευρώπης απέναντι στον φόβο ενός νέου πολέμου. Ασχέτως με το ποιος θεωρείται ο θεμελιωτής της ΕΟΚ, είναι γεγονός ότι η ένταξη στην πρώτη ένωση, την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ανθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ), αφορούσε δυτικοευρωπαϊκά κράτη τα οποία ήταν σε παραπλήσιο επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης. Αυτό ήταν λογικό, διότι προκειμένου να επιτευχθεί ελεύθερη ροή αγαθών μεταξύ των χωρών, θα έπρεπε να υπάρξει σταδιακός φορολογικός αφοπλισμός, δηλαδή κατάργηση των συχνά υψηλότατων δασμών στο διασυνοριακό εμπόριο. Mετά την άρση των δασμών, μία χώρα σε χαμηλότερο επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης, άρα λιγότερο ανταγωνιστική, δεν θα μπορούσε να εξάγει στις υπόλοιπες χώρες, ενώ ταυτόχρονα στην εγχώρια αγορά της θα επικρατούσαν εισαγόμενα προϊόντα υψηλότερης ποιότητας και ταυτόχρονα χαμηλότερης τιμής.

Στην ΕΚΑΧ συμμετείχαν αρχικά έξι χώρες: Γαλλία, Δυτική Γερμανία, Ιταλία, Ολλανδία, Βέλγιο και Λουξεμβούργο. Η ονομασία ΕΚΑΧ δόθηκε διότι η αρχική σκέψη ήταν τα πλούσια κοιτάσματα γαιάνθρακα και σιδηρομεταλλεύματος, τα οποία βρίσκονταν στην επί δεκαετίες διαφιλονικούμενη μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας περιοχή του Σάαρ, να τεθούν υπό κοινή ευρωπαϊκή διοίκηση. Τη δεκαετία του 1950 το μέτρο προόδου μιας οικονομίας, αλλά ταυτόχρονα και η δυνατότητα ανάπτυξής της, ήταν η ικανότητά της να παράγει χάλυβα από εξόρυξη (ή έστω εισαγωγή) σιδηρομεταλλεύματος και γαιάνθρακα. Ωστόσο το 1957 με τη Συνθήκη της Ρώμης ιδρύθηκαν επίσης η Ευρατόμ και η ΕΟΚ, που αποτελούσε κατά βάση ένα σχέδιο για ευρωπαϊκή Κοινή Αγορά.

Η μακρά πορεία από την αίτηση σύνδεσης

Η Ελλάδα, αν και είχε κατά κεφαλήν ακαθάριστο εθνικό προϊόν υποπολλαπλάσιο του αντίστοιχου των έξι χωρών που προαναφέρθηκαν, υπέβαλε το 1959, υπό την ηγεσία του Κωνσταντίνου Καραμανλή, αίτηση σύνδεσης με την ΕΟΚ. Επειτα από επίπονες διαπραγματεύσεις η αίτηση έγινε δεκτή και την 9η Ιουλίου 1961 υπογράφηκε η συμφωνία. Λόγω της μειωμένης ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, η περίοδος χάριτος που δόθηκε στις εισαγωγές πολλών βιομηχανικών προϊόντων από ευρωπαϊκές χώρες ήταν 22 έτη και όχι 12 όπως ήταν στις περισσότερες άλλες περιπτώσεις διακρατικού εμπορίου αγαθών. Το 1961 υπέβαλαν αίτηση ένταξης στην ΕΟΚ και η Βρετανία, η Ιρλανδία, η Δανία και η Νορβηγία.

Οι τρεις πρώτες εισήλθαν στην ΕΟΚ το 1973. Το πραξικόπημα των συνταγματαρχών το 1967 σταμάτησε τη διαδικασία εισόδου της Ελλάδας στην ΕΟΚ. Αμέσως μετά τη μεταπολίτευση η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή ξεκίνησε εκ νέου τις διαπραγματεύσεις. Η εμπιστοσύνη που απολάμβανε η κυβέρνηση Καραμανλή, ειδικά από τους ηγέτες της Γαλλίας και της Δ. Γερμανίας, Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν και Χέλμουτ Σμιτ αντίστοιχα, βοήθησε την ευνοϊκή κατάληξη των διαπραγματεύσεων. Η Συνθήκη Προσχωρήσεως υπογράφηκε τον Μάιο του 1979.

Στα χρόνια που μεσολάβησαν από το 1961 έως το 1979 η ελληνική οικονομία προόδευσε με ταχύτατο ρυθμό, έχοντας ως βασικό μοχλό τη βιομηχανία. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της χώρας από το 42%, έφθασε το 66% του μέσου ευρωπαϊκού ΑΕΠ. Η πρόοδος αυτή ήταν αναγκαία για την είσοδο της Ελλάδας στην ΕΟΚ. Η πολιτική βούληση Ντ’ Εστέν, Σμιτ και Καραμανλή δεν ήταν αρκετή για να γίνει η χώρα δεκτή στην ΕΟΚ. Επρεπε να είναι αρκούντως ανταγωνιστική με τα άλλα εννέα κράτη-μέλη.

Αύξηση των επενδύσεων και της παραγωγικότητας

Αξίζει να δούμε ορισμένα στοιχεία της οικονομικής και βιομηχανικής ανάπτυξης της περιόδου με μεγαλύτερη λεπτομέρεια. Οι επενδύσεις σε πάγια κεφάλαια της μείζονος ελληνικής βιομηχανίας από 5,3 δισ. δρχ. το 1961 έφθασαν τα 45,8 δισ. το 1973 (σε σταθερές τιμές του 1958). Η ένταση των επενδύσεων στην ελληνική βιομηχανία (σύμφωνα και με τις μελέτες του ΟΟΣΑ) στα μέσα της δεκαετίας του 1970 ήταν συγκρίσιμη με τις αντίστοιχες βιομηχανικές επενδύσεις στη Δυτική Ευρώπη. Ως εκ τούτου η συμμετοχή της βιομηχανίας στο ελληνικό ΑΕΠ από 25% το 1961 έφθασε το 35% το 1973, ποσοστό που παρέμεινε σχεδόν σταθερό μέχρι και το 1979. Παράλληλα, η απασχόληση στη βιομηχανία αυξήθηκε, παρά το γεγονός ότι ο συνολικός αριθμός εργαζομένων στην ελληνική οικονομία μειώθηκε από τα 3,4 εκατ. άτομα στις αρχές της δεκαετίας του 1960, στα 3,2 εκατ. άτομα το 1975. Ως συνολικό αποτέλεσμα, η βιομηχανία απασχολούσε στα μέσα της δεκαετίας του 1970 άνω του 25% των εργαζομένων, έναντι μόλις 18% το 1961. Συνοψίζοντας τη σημασία των βιομηχανικών επενδύσεων της περιόδου, ο Κ. Κωστής σημειώνει: «Δεν είναι παράτολμο να υποστηρίξει κανείς ότι χωρίς αυτές [τις επενδύσεις] θα ήταν μάλλον αδιανόητη η σημερινή Ελλάδα».

Οι επενδύσεις επιτάχυναν τη συσσώρευση κεφαλαίου, επιτρέποντας τη δημιουργία μεγάλων επιχειρήσεων που έδρασαν και ως βιομηχανικοί πόλοι στις περιοχές δραστηριοποίησής τους, όπως π.χ. τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά. Το 1978 οι επιχειρήσεις με περισσότερα από 50 άτομα ανά μονάδα απασχολούσαν το 40% των εργαζομένων στην εγχώρια βιομηχανία, ποσοστό απολύτως συγκρίσιμο με τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά. Οι βιομηχανικές επενδύσεις δημιούργησαν σημαντική αύξηση της παραγωγικότητας ανά εργαζόμενο, γεγονός που επεσήμανε ήδη από το 1966 η Τράπεζα της Ελλάδος στην ετήσια έκθεσή της. Η βελτιωμένη παραγωγικότητα σε συνδυασμό με τις εφαρμοσμένες καινοτομίες στην παραγωγή και διάθεση των βιομηχανικών προϊόντων επέτρεψαν στην ελληνική μεταποίηση να αποκτήσει ανταγωνιστικό κοστολόγιο και να καταστεί εξαγωγικός κλάδος. Το 1967 οι εξαγωγές βιομηχανικών προϊόντων ήταν 72 εκατ. δολάρια, ενώ το 1974 έφθασαν τα 1.160 εκατ. δολάρια. Οι εξαγωγικές επιχειρήσεις ήταν 320 το 1970, αλλά έφθασαν τις 2.600 το 1974. Το 1980 οι βιομηχανικές εξαγωγές αποτελούσαν το 68% του συνόλου των ελληνικών εξαγωγών, ενώ το 1957 ήταν μόλις το 3%. Ορισμένοι κλάδοι πέτυχαν εντυπωσιακά αποτελέσματα. Για παράδειγμα, η ελληνική τσιμεντοβιομηχανία κατέστη, τη δεκαετία του 1970, ο δεύτερος μεγαλύτερος ευρωπαϊκός εξαγωγέας τσιμέντου και ο τρίτος παγκοσμίως.

Εκσυγχρονισμός με ευρύτερες κοινωνικές επιπτώσεις

Τα επιτεύγματα στον βιομηχανικό τομέα πραγματοποιήθηκαν, ενώ δεν υπήρχε καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό σε επαρκή αριθμό. Σύμφωνα με τον ιστορικό Niall Ferguson, το ποσοστό του πληθυσμού που είναι εγγράμματο αποτελεί σημαντική παράμετρο μιας χώρας στην προσπάθειά της να αναπτυχθεί. Ο ίδιος το ονομάζει «συσσώρευση του ανθρωπίνου κεφαλαίου». Το 1951 μόνον το 3,9% των Ελλήνων ήταν απόφοιτοι δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και μόλις το 1,1% κάτοχοι πτυχίου ανωτάτης σχολής. Μέσα στις επόμενες δύο δεκαετίες τα ποσοστά αυτά είχαν τριπλασιαστεί, η έλλειψη όμως σε τεχνικές ειδικότητες από το επίπεδο του αρχιτεχνίτη, στο αντίστοιχο του εργοδηγού, μέχρι του μηχανικού παραγωγής παρέμενε. Η βιομηχανία μέσω του επίσημου φορέα της (του ΣΕΒ), αλλά και χάρη σε πρωτοβουλίες μεμονωμένων επιχειρήσεων ή κλάδων (π.χ. της κλωστοϋφαντουργίας), αμέσως μετά το 1945 εκπαίδευσε πολλούς νέους σε τεχνικά επαγγέλματα μέσω ιδιωτικών ή δημοσίων σχολών. Ετσι, σταδιακά στη δεκαετία του 1970 δημιουργήθηκε επαρκής αριθμός τεχνικών στελεχών, που αποτέλεσε τη ραχοκοκαλιά της βιομηχανικής ανάπτυξης. Το 1978 υπήρχαν στη χώρα 34.000 απόφοιτοι μέσων τεχνικών σχολών, εκ των οποίων οι 15.000 από ιδιωτικές σχολές.

Στη σχέση βιομηχανίας και εκπαίδευσης υφίσταται και μια άλλη σημαντική διάσταση. Η ενασχόληση με τη βιομηχανία σε όλες τις βαθμίδες καλλιεργεί αρετές όπως η υπευθυνότητα, η πειθαρχία και η άμιλλα. Οι συνθήκες είναι σκληρές και οι συνέπειες των λαθών άμεσες. Η βιομηχανία δεν συγχωρεί προχειρότητες και ημίμετρα, ιδίως όταν ο ανταγωνισμός είναι διεθνής. Οι προαναφερθείσες αρετές σε χώρες με βιομηχανική παράδοση διαχέονται στην κοινωνία, αναπαράγονται και επηρεάζουν θετικά τα χαρακτηριστικά ενός λαού.

Οι αμοιβές των καταρτισμένων στελεχών στη μεταπολεμική βιομηχανία ήταν κατά κανόνα υψηλότερες από τις αντίστοιχες στη γεωργία και στις υπηρεσίες, επηρεάζοντας συνολικά το εισόδημα των Ελλήνων εργαζομένων. Ο Σάκης Καράγιωργας και οι συνεργάτες του χώρισαν τους Ελληνες σε δέκα εισοδηματικές κατηγορίες. Μελετώντας τα στοιχεία της Ερευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών (ΕΟΠ) από το 1958 έως το 1974, κατέληξαν ότι από την αύξηση της κατά κεφαλήν κατανάλωσης περισσότερο ωφελήθηκαν στις ημιαστικές και αγροτικές περιοχές οι επτά χαμηλότερες από τις δέκα εισοδηματικές κατηγορίες.

Συνολικά συμπεραίνουμε ότι η μεταπολεμική βιομηχανία αντιμετώπισε με θάρρος και αποτελεσματικότητα την πρόκληση της εισόδου της χώρας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες. Με έμφαση σε επενδύσεις, εκπαίδευση στελεχών και εφαρμοσμένες καινοτομίες, η ελληνική βιομηχανία συνετέλεσε καθοριστικά στην οικονομική άνοδο της περιόδου και κατέστησε τη χώρα επιλέξιμη και από οικονομικής σκοπιάς για συμμετοχή στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι.

Ευάνθης Χατζηβασιλείου

 

Πηγή:kathimerini.gr