Το Μακεδονικό ζήτημα και ο βουλγαρικός και αλβανικός αλυτρωτισμός

31 Ιανουαρίου 2018, 13:01 | Σκέψεις

Το Μακεδονικό ζήτημα και ο βουλγαρικός και αλβανικός αλυτρωτισμός

Κατά το τελευταίο διάστημα, πολλά γράφτηκαν για την ιστορική εξέλιξη της Μακεδονίας. Και στην πλειοψηφία τους ήταν ορθά και χρήσιμα. Εκτιμώ όμως ότι στις περισσότερες περιπτώσεις δεν σχολιάστηκαν όσο έπρεπε -ίσως επειδή κάποια πράγματα δεν είναι ευρύτερα γνωστά, ή και δεν πρέπει να λέγονται- τα ενδιαφέροντα και τα συμφέροντα της Αλβανίας και της Βουλγαρίας πάνω στο ζήτημα αυτό.

Να ξαναπάμε πίσω στο 1870 και να θυμήσουμε ότι, μετά από βουλγαρικές προσπάθειες ετών και με πρόθεση να βλάψει τα ελληνικά συμφέροντα στην περιοχή, με βάση την πρακτική του “διαίρει και βασίλευε” ο Σουλτάνος Αμπντούλ Αζίζ εκδίδει (στις 10 Μαρτίου του 1870) το φιρμάνι με βάση το οποίο ιδρύθηκε η βουλγαρική Εξαρχία. Στο άρθρο 10 του φιρμανιού αυτού, αναφέρονται αναλυτικά οι περιοχές που θα συμπεριλάβει η Εξαρχία. Το άρθρο όμως συμπληρώνεται και με τα παρακάτω: “Οπουδήποτε αλλού, εκτός από τα τρία μέρη που απαριθμήθηκαν ανωτέρω, αν η ολότητα ή τα δύο τρίτα τουλάχιστον των κατοίκων επιθυμούν την αρχή του Εξάρχου και αν εξετασθεί και διαπιστωθεί το νόμιμο του αιτήματός τους, επιτρέπεται να περάσουν στην Εξαρχία, αφού βέαβια υπάρχει η συμφωνία και η συναίνεση της ολότητας ή των δύο τρίτων τουλάχιστον των πληθυσμών.”

Από το σημείο αυτό αρχίζει ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο κυρίαρχων κοινοτήτων στην περιοχή, για το πού θα ανήκουν διοικητικά οι χριστιανοί ορθόδοξοι της περιοχής. Αν ανήκουν στο Πατριαρχείο θεωρούνται ότι είναι Έλληνες και αν ανήκουν στην Εξαρχία θεωρούνται ότι είναι Βούλγαροι και έτσι, στη μελλοντική “μοιρασιά” της περιοχής (άλλωστε όλοι διαισθάνονταν ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία -ο μεγάλος ασθενής- κατέρρεε) θα είχε τα αντίστοιχα εδαφικά ωφέλη. Και η επέκταση του Ελληνικού Βασιλείου ή και η δημιουργία Βουλγαρικού κράτους, ήταν θέμα μερικών ετών.

Η γλώσσα δεν πολυέπαιζε ρόλο για το τί εθνικότητας ήταν κάποιος, αφού η “εθνικότητα” ήταν καινούργια λέξη εκείνα τα χρόνια. Στο ότι η “εθνικότητα” δεν είχε κάποια σημασία έπαιξε ρόλο η ιστορική συνέχεια της περιοχής, αλλά και η διοικητική διαίρεση στα χρόνια της οθωμανικής αυτοκρατορίας (μιλλιέτ), η οποία διαχώριζε μόνον μεταξύ “ρουμ” (χριστιανών και κατά τεκμήριο ελλήνων, αν θεωρήσουμε ότι έλληνας ήταν ο απόγονος των βυζαντινών), μουσουλμάνων, εβραίων και αρμενίων.

Ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού, στο μεσαίο τμήμα της Μακεδονίας (χονδρικά μπορούμε να πούμε ότι αυτό ήταν μία “ζώνη” στη μέση της οποίας βρίσκεται το Μοναστήρι) ομιλούσε το “σλαβομακεδονικό” ιδίωμα, μία γλώσσα που συγγενεύει πάρα πολύ με τη βουλγαρική. Αυτό είναι φυσιολογικό αν εξετάσουμε την ιστορία και την κατοίκηση της περιοχής, ακόμη και από τα χρόνια της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ήδη, από τον 8ο αιώνα, η περιοχή αυτή κατοικείται και από βουλγαρικά φύλα και επί αιώνες οι άνθρωποι αυτοί (χριστιανοί ορθόδοξοι και αυτοί) αναμειγνύονται με τους ελληνικούς πληθυσμούς και με όλες τις φυλές που κατά καιρούς πέρασαν και κατοίκησαν στη Μακεδονία.

Σημασία έχει ο ανταγωνισμός που αναπτύχθηκε για το πόσους κατοίκους και περιοχές θα κατόρθωνε να αποσπάσει από το Πατριαρχείο η βουλγαρική Εξαρχία. Και για να το πετύχουν αυτό, οι βούλγαροι (που εξακολουθούσαν να είναι και αυτοί οθωμανοί πολίτες) χρησιμοποίησαν όλα τα μέσα και κυρίως βία (πρωτοφανή βία) και χρηματισμό. Κυρίως όμως βία. Αμυνόμενοι, οι έλληνες (από τη “μητέρα πατρίδα” δεν υπήρχε σημαντική βοήθεια ακόμη και συνεπώς το βάρος έπεφτε στους ελληνικής καταγωγής -πατριαρχικούς- οθωμανούς πολίτες ή ρωμιούς) χρησιμοποίησαν και αυτοί βία. Και χρηματισμό. Και κατέβαλαν προσπάθειες για την επέκταση των ελληνικών σχολείων (κτίστηκαν πολλά, πάρα πολλά σχολεία στη Μακεδονία, στην Ανατ. Ρωμυλία και αλλού, με ενίσχυση από τους ομογενείς της Κωνσταντινούπολης). Και ότι άλλο θα μπορούσε να φανταστεί κάποιος. Ένα από τα “ότι άλλο μπορούσε να φανταστεί” είναι και διάδοση μίας φτιαχτής για τις ανάγκες της περιόδου εκείνης, θεωρίας που ανέφερε ότι οι σλαβόφωνοι κάτοικοι των περιοχών εκείνων, προέρχονταν από μακεδονικά φύλα που κατοικούσαν στην Παιονία και στις περιοχές βόρεια της αρχαίας Μακεδονίας και συνεπώς είχαν ελληνικό, μακεδονικό αίμα και άρα έπρεπε να παραμείνουν στο Πατριαρχείο και να μην υπογράψουν τις βουλγαρικές εξαρχικές δηλώσεις. Και έτσι μπήκε ο σπόρος για τη δημιουργία εθνότητας. Ήταν κακή και βλαπτική αυτή η πρακτική; Όχι απαραίτητα, αφού τότε ο αγώνας για τη διατήρηση του ελληνικού στοιχείου και της ελληνικότητας της Μακεδονίας είχε πρωτεύουσα σημασία.

 

Ας μεταφερθούμε τώρα στον Μάρτιο του 1878, όταν με το ρωσικό στρατό να έχει φθάσει έξω από την Κωνσταντινούπολη, υπογράφεται η συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (για να καταλάβουμε πού είχε φθάσει ο ρωσικός στρατός, σημειώνουμε ότι ο Άγιος Στέφανος είναι η περιοχή που σήμερα βρίσκεται το αεροδρόμιο Κεμάλ Ατατούρκ της Κωνσταντινούπολης). Η συνθήκη αυτή είναι επηρεασμένη από την ιδέα του πανσλαβισμού που διακατείχε τότε τη Ρωσία. Και υλοποιούσε τους προαιώνιους πόθους των βουλγάρων για τη δημιουργία της μεγάλης Βουλγαρίας (όπως αυτή ήταν πριν από την κατάλυσή της από τους οθωμανούς στον 13ο και 14ο αιώνα) που περιελάμβανε τη σημερινή Βουλγαρία, κομμάτι της Σερβίας και όλη τη Μακεδονία (αυτή που ορίζεται και σήμερα ως Μακεδονία) πλην της Θεσσαλονίκης και της Χαλκιδικής. Βεβαίως, η Θεσσαλονίκη και η Χαλκιδική θα “έπεφταν” αργότερα στα βουλγαρικά χέρια, όπως θα συνέβαινε και με τη Θράκη, καθώς θα κατέρρεε εντελώς η οθωμανική αυτοκρατορία. Για τους Βούλγαρους, η “Μεγάλη Βουλγαρία” ήταν κάτι φυσιολογικό. Και από την πλευρά τους, ήταν και δίκαιο. Αφού αυτό ήταν το κράτος τους πριν το καταλύσουν οι οθωμανοί και στις περιοχές αυτές κατοικούσαν βουλγαρόφωνοι κάτοικοι (όπως βέβαια και ελληνόφωνοι καθώς και κάτοικοι με άλλες γλώσσες ή γλωσσικά ιδιώματα).

 

Τον Ιούνιο του 1878 γίνεται το Συνέδριο του Βερολίνου, το οποίο ακυρώνει (προς μεγάλη απογοήτευση των Βουλγάρων) τη Μεγάλη Βουλγαρία (επειδή φοβήθηκε ότι με τον τρόπο αυτό οι Ρώσοι θα πλησίαζαν απειλητικά στη Μεσόγειο) και ιδρύθηκε η Βουλγαρία και αποδόθηκε αυτονομία στην Ανατολική Ρωμυλία (που αργότερα -1885- απορρόφησε η Βουλγαρία δίχως να ανοίξει μύτη).

Το όνειρο των Βούλγαρων όμως παρέμενε. Και παραλίγο να υλοποιηθεί στον Α' Βαλκανικό Πόλεμο, όταν συνασπισμένα (στην ουσία επρόκειτο για “λυκοφιλία”) τα βαλκανικά κράτη επιτίθενται στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Στον πόλεμο αυτόν, η Βουλγαρία διέπραξε ένα λάθος τακτικής που οφέλησε σημαντικά την Ελλάδα. Αντί να ρίξει τις δυνάμεις της στη Μακεδονία, προτίμησε να κινηθεί για την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης και έτσι σπατάλησε χρόνο και δυνάμεις πολεμώντας γύρω από την Αδριανούπολη (χωρίς να πετύχει κάτι), απασχολώντας τα οθωμανικά στρατεύματα και δίνοντας χρόνο στον ελληνικό στρατό να φθάσει πρώτος στη Θεσσαλονίκη. Ό,τι κέρδισε η Βουλγαρία από το πρώτο βαλκανικό πόλεμο, τα έχασε στον δεύτερο.

Όμως, οι αλυτρωτικοί πόθοι για τη Μακεδονία παρέμεναν. Και η υλοποίησή τους επιχειρείται και πάλι στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο (η Βουλγαρία ήταν μέλος του Άξονα). Τότε, με τη σύμφωνη γνώμη των Γερμανών, κατέλαβε την Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη και την περιοχή των Σκοπίων. Παράλληλα, η αλβανόφωνη πλευρά των Σκοπίων παραδόθηκε στην Αλβανία, η οποία ήταν προτεκτοράτο της Ιταλίας. (Στην Αλβανία παραδόθηκε και το Κοσσυφοπέδιο).

 

Και ερχόμαστε στο σήμερα. Οι Αλβανοί ξεκίνησαν τις κινήσεις για την ενσωμάτωση του Κοσσυφοπεδίου, με στόχο το μεγάλωμα της χώρας τους – που κάποια στιγμή θα γίνει. Παράλληλα, δεν θέλουν τα Σκόπια να ονομαστούν Μακεδονία ή να πάρουν κάποιο όνομα που περιέχει “μακεδονικό” συνθετικό, επειδή δε θέλουν να αλλοιωθεί η αλβανική συνείδηση των Αλβανών των Σκοπίων, που σε 1-2 δεκαετίες μπορεί και να αποτελούν την πλειοψηφία. Παράλληλα, επιχειρούν να καταστήσουν την αλβανική ως δεύτερη επίσημη γλώσσα της Fyrom. Οι Βούλγαροι δεν αντιδρούν με το όνομα, αντιδρούν όμως λυσαλέα στο άκουσμα της “μακεδονικής εθνότητας” και “μακεδονικής γλώσσας” επειδή εξακολουθούν να θεωρούν ότι η εθνική προέλευση των σκοπιανών είναι βουλγαρική και η γλώσσα τους είναι ένα ιδίωμα της βουλγαρικής γλώσσας (για τη γλώσσα ίσως έχουν το δίκιο με το μέρος τους). Παράλληλα, πριν από δύο μήνες, το Πατριαρχείο της Βουλγαρίας έτρεξε να βάλει υπό τη σκέπη του την “ορφανή” Εκκλησία των Σκοπίων (η οποία ονομάζεται “Εκκλησία της Μακεδονίας”), η οποία αποσχίστηκε από την Εκκλησία της Σερβίας. Και αυτό ούτε τυχαίο είναι, ούτε και ασήμαντο. Η Εκκλησία εξακολουθεί να παίζει ένα τεράστιο ρόλο στις εθνότητες και τα κράτη.

Θα πρέπει να έχουμε υπ' όψη μας δύο στοιχεία. Τα εθνικά θέματα δεν κινούνται γρήγορα. Κινούνται αργά. Αρκεί να μπορούν να υποστηρίζονται με σταθερότητα. Δηλαδή, αν οι βούλγαροι πιστεύουν ότι “δικαιούνται” τμήμα ή ολόκληρη την περιοχή των Σκοπίων, θα συνεχίσουν να το πιστεύουν και στο παρασκήνιο θα δουλεύουν προς αυτή την κατεύθυνση. Το ίδιο κάνουν και οι αλβανοί οι οποίοι θα “απορροφήσουν” σύντομα το Κοσσυφοπέδιο και πάντα θα ορέγονται για κομμάτι της Fyrom. Έχουν το χρόνο και -κυρίως- τη δύναμη των δημογραφικών με το μέρος τους. Και έχουν υψηλό εθνικό φανατισμό. Το δεύτερο στοιχείο είναι ότι, ο αλυτρωτισμός δεν “πεθαίνει” εύκολα. Κυρίως σε φτωχούς, αμόρφωτους και θρησκόληπτους πληθυσμούς.

Το κράτος των Σκοπίων είναι πιθανό να διαλυθεί, όπως κινδύνεψε να κάνει το 1991. Αν διαλυθεί, ποιοί θα δικαιούνται κομμάτια του; Ή, ποιοί θα σπεύσουν να το απορροφήσουν; Η Αλβανία είναι μία υποψήφια. Η Βουλγαρία δεύτερη. Η Σερβία -στην οποία παραδοσιακά και δικαιωματικά, με βάση της Συνθήκη του Βουκουρεστίου του 1913, ανήκε- επίσης θα διεκδικήσει. Η Ελλάδα; Η Ελλάδα φροντίζει να απεμπολεί τα ιστορικά και εθνικά της δικαιώματα, αφού εγκλωβίστηκαν στο κράτος ελληνόφωνοι πληθυσμοί και κάτοικοι με ελληνική συνείδηση, οι οποίοι πλέον έχουν ξεχαστεί (ενώ δεν έχουν ξεχαστεί από άλλα κράτη, οι σλαβόφωνοι της -ελληνικής- δυτικής Μακεδονίας). Αυτή όμως είναι η πολιτική της (δημοκρατικής) και “δυτικής” Ελλάδας πλέον και αυτό είναι άλλο ζήτημα που κάποια στιγμή θα πρέπει να συζητηθεί.

Η Ελλάδα, εφ' όσον δεν διεκδικεί τμήμα των Σκοπίων, έχει κάθε συμφέρον να διατηρηθεί αυτό το κράτος στη ζωή. Και έχει κάθε συμφέρον, οι κάτοικοί του να αποκτήσουν κάποια εθνική ταυτότητα, διαφορετικά μέσα στα χρόνια θα καταλήξουν να πιστεύουν ότι είναι Αλβανοί (και πάρα πολλοί είναι), Βούλγαροι (κάτι που επιθυμεί η Βουλγαρία και που θα συνεχίσει να επιθυμεί και να το προσπαθεί) και -λίγοι- Σέρβοι (όμως η Σερβία είναι αποδυναμωμένη και μουδιασμένη από τα όσα της συνέβησαν στα χρόνια της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας).


Όταν μιλάμε για “αλυτρωτισμό” των Σκοπίων, στην ουσία αναφερόμαστε στον αλβανικό και τον βουλγαρικό αλυτρωτισμό.

Το γιατί άνοιξε ξαφνικά το ζήτημα, λίγοι θα μπορέσουν να απαντήσουν με ορθότητα. Μπορεί να υπάρχουν χίλιοι δυο λόγοι και συμφέροντα και όχι μόνον η ανάγκη να μπει η Fyrom στο ΝΑΤΟ ή και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σαφώς και θα υπάρχουν κάποια συμφέροντα υπερδυνάμεων αμυντικής ή ενεργειακή φύσης, ή οτιδήποτε άλλο. Αυτό δεν αλλάζει τη φύση του προβλήματος που παραμένει και θα παραμένει μακροπρόθεσμα το ίδιο (σε αντίθεση με τα συμφέροντα που συχνά ανατρέπονται).

Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα η ελληνική κυβέρνηση είναι και σύνθετο και δύσκολο. Και η χώρα θα πρέπει να βρει έναν τρόπο να κινηθεί ώστε να αποδυναμώσει τον αλβανικό και βουλγαρικό εθνικισμό και τις αλυτρωτικές τους τάσεις και να εξασφαλίσει την ύπαρξη του κράτους των Σκοπίων στο μέλλον. Με τον τρόπο αυτό, το κράτος των Σκοπίων θα γείναι “μαξιλάρι” απέναντι σε μελλοντικά προβλήματα. Αν δεν επιτευχθεί αυτό, το μεγάλο πρόβλημα του αλυτρωτισμού των αλβανών και των βουλγάρων θα κάνει την παρουσία του και θα κινδυνεύσει να διαχυθεί και προς την ελληνική Μακεδονία. Και αν σήμερα οι ελληνικές κυβερνήσεις επιμένουν να αποβληθούν τα στοιχεία του αλυτρωτισμού από το Σύνταγμα, αλλά και τη νοοτροπία των κατοίκων, του κρατιδίου, δε γίνεται επειδή η Ελλάδα φοβάται τα δύο εκατομμύρια των Σκοπίων. Γίνεται επειδή η Ελλάδα φοβάται και -καλά κάνει και φοβάται- τον αλυτρωτισμό των Αλβανών και των Βουλγάρων. Επειδή όποιος αποκτά μία περιοχή, κληρονομεί και τα θεωρούμενα ως δικαιώματά της.

Δεν υπάρχουν πολλές επιλογές για την Ελλάδα. Το κράτος των Σκοπίων θα πρέπει και να διατηρηθεί και να προσεγγισθεί στο μέλλον, έτσι ώστε να “απορροφηθεί” οικονομικά, αφού η Ελλάδα εξακολουθεί να παραμένει ως η ισχυρότερη δύναμη της περιοχής και θα είναι και στο μέλλον. Η λύση που θα επιλεγεί θα πρέπει να είναι ανεκτή και από τις δύο πλευρές, δε θα πρέπει να προσβάλλει, αλλά ούτε και να δημιουργεί εχθρότητες και που θα αφήνει το δρόμο ανοιχτό για οικονομική συνεργασία και την οικονομική εξάρτηση του ασθενέστερου από τον ισχυρότερο.

 

Τέλος, μία σκέψη για τα συλλαλητήρια. Αν το ζήτημα των συλλαλητηρίων δε το δημιούργησε η Κυβέρνηση (μου φαίνεται πολύ περίεργο να το αφήσει να εξελιχθεί με αυτό τον τρόπο και μάλιστα σε βάρος της ενώ θα μπορούσε να το ελέγξει από την αρχή), τότε θα πρέπει να φροντίσει να το εκμεταλλευθεί έστω και τώρα. Τα πετυχημένα συλλαλητήρια δίνουν στην Κυβέρνηση τη δύναμη να πιέσει τους Σκοπιανούς προς μία λύση που ίσως δε τους καλοφαίνεται. Παράλληλα της δίνουν και το άλλοθι για υπαναχώρηση στην περίπτωση που οι διαπραγματεύσεις δεν πάνε κατ' ευχήν. Και τελικά, ίσως γι' αυτό το λόγο, μπαίνει στο παιχνίδι και η Εκκλησία, γι' αυτό το λόγο και ο Καμμένος παρουσιάζεται ως “κυβερνητικό πρόβλημα” που μπορεί να ρίξει ή να μη ρίξει την Κυβέρνηση και γι' αυτό το λόγο, δε θα πρέπει να εκπλαγούμε αν στο συλλαλητήριο της Κυριακής, δούμε και συριζαίους βουλευτές να βολτάρουν και να χαιρετούν τον κόσμο στην πλατεία Συντάγματος.

Να μας φωτίσει ο Θεός. Τίποτα άλλο. Οι μέρες είναι και πονηρές και κρίσιμες.