Αρχική | Προηγ. Τεύχη | Χ&Α - 207 | Η οικονομία θα προσδιορίσει την πορεία της αγοράς

Η οικονομία θα προσδιορίσει την πορεία της αγοράς

Μέγεθος γραμμάτων: Decrease font Enlarge font
Η οικονομία θα προσδιορίσει την πορεία της αγοράς

Έχοντας υπόψη το μέγεθος και το βάθος της κρίσης των τελευταίων 9 ετών, εκφράζουμε την άποψη ότι η οικονομία της χώρας βρίσκεται σε μία εύθραυστη, αλλά σχετικά καλή κατάσταση.

Το στοιχείο που περισσότερο απ’ όλα τεκμηριώνει τη θέση αυτή είναι ότι έχει θεραπευθεί το αίτιο που οδήγησε την Ελλάδα στην κρίση: η παραγωγή υψηλών δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Το πόσο σημαντικό είναι αυτό, φαίνεται από το ότι, στα -σχεδόν- διακόσια χρόνια της σύγχρονης ιστορίας της, η Ελλάδα μπόρεσε να ξεφύγει από τον “καρκίνο” των δημοσιονομικών ελλειμμάτων σε δύο μόνο χρονικές φάσεις: στην περίοδο 1904-1907 και στην τρέχουσα φάση. Εάν η πρακτική αυτή διατηρηθεί -και κατά τα φαινόμενα θα διατηρηθεί- τότε η χώρα θα έχει τη δυνατότητα να εξυπηρετεί και να αναχρηματοδοτεί το χρέος της τουλάχιστον έως το 2030, οπότε και αναμένεται να υπάρξουν διαπραγματεύσεις για νέα ρύθμισή του, αφού διαφορετικά, η χώρα θα αντιμετωπίσει ξανά πρόβλημα χρέους.

 

Έχοντας επιλύσει αυτό το κυρίαρχο πρόβλημα, τα μεγέθη της οικονομίας κινούνται αρκετά ικανοποιητικά: το ΑΕΠ κινείται ήπια ανοδικά· η ανεργία υποχωρεί· το ισοζύγιο πληρωμών είναι σημαντικά βελτιωμένο· οι επενδύσεις εμφανίζονται να ανακάμπτουν, έστω και με βραδείς ρυθμούς.

Όμως, το “ικανοποιητικά” σήμερα δεν αρκεί. Χρειάζεται “περισσότερο” και χρειάζεται “ταχύτερα”.

Ο παράγοντας κλειδί που θα ωθήσει σε βελτίωση όλους τους υπόλοιπους δείκτες είναι οι επενδύσεις. Το πρόβλημα της χώρας, μετά την εξισορρόπηση του δημοσιονομικού ζητήματος, δεν είναι η έλλειψη κεφαλαίων. Είναι η ανεπάρκεια επενδύσεων. Επενδύσεις που θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας, εισοδήματα για την ευρύτερη κοινωνία, φόρους για το δημόσιο, παραγωγική ισχύ για το κράτος, που θα αλλάξουν το κλίμα στη χώρα και θα αυξήσουν το αίσθημα αυτοπεποίθησης του πληθυσμού. Σε τί ποσό φθάνουν οι απαραίτητες επενδύσεις; Πολλοί έχουν αναφερθεί σε υπολογισμούς, όμως δε νομίζουμε ότι έχει σημασία το νούμερο. Σημασία έχει το προς τα πού θα κατευθυνθούν, στο πώς θα αποδώσουν και το ότι η χώρα πρέπει να μπει σε ρυθμούς ανάπτυξης που -κατά μέσο όρο- θα ξεπεράσει τουλάχιστον το 3,5% στα χρόνια έως το 2030. Μπορεί αυτό να επιτευχθεί; Και βέβαια μπορεί. Άλλωστε, στο παρελθόν, η Ελλάδα έχει βιώσει δεκαετίες που ο μέσος ρυθμός ανάπτυξης ξεπερνούσε το 6%!

 

Μετά τις εκλογές της 7ης Ιουλίου, κάποιο κόμμα, ή κάποιος συνασπισμός κομμάτων θα κληθεί να κυβερνήσει τη χώρα. Το πλέον πιθανό είναι ότι το πολιτικό κόμμα που, είτε μόνο του, είτε σε συνεργασία με άλλα κόμματα, θα αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας, είναι το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας.

Συνηθίζεται να λέγεται -άλλωστε σ’ αυτό αναφέρεται και το άρθρο της προηγούμενης σελίδας- ότι οι αγορές αγαπούν τις συντηρητικές κυβερνήσεις. Αυτό επειδή, συνηθίζεται να θεωρείται ότι, μία συντηρητική κυβέρνηση είναι περισσότερο φιλική προς τις επενδύσεις. Όμως, το ζητούμενο στην επόμενη περίοδο δεν είναι να έχουμε απλά μία κυβέρνηση φιλική προς της επενδύσεις, αλλά μία κυβέρνηση αποτελεσματική στην προσέλκυσή τους και στη λειτουργία της οικονομίας και της αγοράς.

 

Το εκλογικό πρόγραμμα της Νέας Δημοκρατίας αναφέρεται στην ανάγκη προσέλκυσης επενδύσεων, όμως, πέραν μερικών γενικών φορολογικών επισημάνσεων, δεν αναφέρει με σαφήνεια και με συγκεκριμένα μέτρα στο πώς αυτές θα προσελκυστούν και στο προς τα πού θα κατευθυνθούν. Η εμπειρία έχει δείξει ότι, δεν αρκεί να λες ότι θέλεις να γίνουν επενδύσεις, αλλά να μπορείς να δημιουργήσεις τις συνθήκες για να γίνουν. Και τα ερωτηματικά που τίθενται έχουν να κάνουν με την κατάσταση του κρατικού μηχανισμού και τον παράγοντα της αρνητικής επενδυτικής νοοτροπίας και πρακτικών που κυριαρχούν έως και σήμερα, με την κατάσταση της -κουρασμένης από την κρίση- κοινωνίας και στο πώς θα αντιμετωπίσει η κυβέρνηση τις διεκδικήσεις των κοινωνικών στρωμάτων ή τις αντιδράσεις σε πολλά από τα μελλοντικά επενδυτικά μέτρα και μεταρρυθμίσεις.

 

Συμπερασματικά, θέλουμε να καταλήξουμε στο εξής: Μέσα στην ευφορία της βιαστικής προεξόφλησης μίας επερχόμενης θετικής εξέλιξης, οι αγορές συχνά παραβλέπουν πολλές από τις δυσκολίες που ενδεχομένως θα προβάλλουν, ή τις υποβαθμίζουν. Μία γεύση αυτής της προεξόφλησης πήραμε από την αντίδραση της χρηματιστηριακής αγοράς αμέσως μετά τις Ευρωεκλογές της 26ης Μαΐου. Μία ακόμη γεύση ίσως πάρουμε αμέσως μετά τις εκλογές της 7ης Ιουλίου, ιδιαίτερα δε εάν το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας κατορθώσει να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Όμως, τα χρηματιστήρια δεν ανεβαίνουν και δεν αλλάζουν φάσεις και επίπεδα τιμών, με βάση τα εκλογικά αποτελέσματα, αλλά μόνον με βάση την πορεία της οικονομίας. Μακρινό πλέον, αλλά υπαρκτό παράδειγμα είναι μία άλλη χρηματιστηριακή “έκρηξη”, σχεδόν 30 χρόνια πριν, μετά από κάποιες άλλες εκλογές που κερδήθηκαν από κάποιον άλλον Μητσοτάκη. Μέσα σε δυόμιση χρόνια από τις εκλογές του Απριλίου του 1990 και μετά από μία εξαιρετικά ανοδική πορεία, ο Γενικός Δείκτης τελικά βρέθηκε πιο κάτω και από το σημείο που ξεκίνησε.

 

Γίνεται; Και βέβαια γίνεται!

Ξεκινώντας το παρόν άρθρο, αναφέραμε ότι, σήμερα, η κατάσταση της οικονομίας είναι αρκετά ικανοποιητική. Τα βήματα της επόμενης Κυβέρνησης θα πρέπει να είναι προσεκτικά, ομαλά και στοχευμένα, έτσι ώστε να διατηρηθεί η εξέλιξη των τελευταίων ετών. Και θα πρέπει να γίνουν άμεσα και παράλληλα.

Η βασική απόφαση που θα πρέπει να ληφθεί -και βέβαια θα έπρεπε μέχρι τώρα να έχει προετοιμαστεί- είναι ο προσδιορισμός της μορφής και της κατεύθυνσης που πρέπει να πάρει η ανάπτυξη στη χώρα. Προς ποιούς τομείς θα κατευθυνθούν οι επενδύσεις; Θα υπάρξει εκμετάλλευση των στρατηγικών και τα συγκριτικών πλεονεκτήματα της χώρας; Για παράδειγμα, θα προωθηθούν οι επενδύσεις στις υποδομές, ώστε να εξελιχθεί η χώρα σε ένα μεγάλο διαμετακομιστικό κέντρο, θα δημιουργηθούν οι συνθήκες για να εξελιχθεί η Ελλάδα σε μία χώρα ανάπτυξης της Πληροφορικής, ανάπτυξης εξειδικευμένων μορφών τουρισμού και δραστηριοτήτων; Αντίστοιχα στρατηγικά ερωτήματα είχε αντιμετωπίσει η χώρα και σε άλλες κομβικές στιγμές της ιστορίας της και οι επιλογές που έγιναν τότε προσδιόρισαν τη μορφή και το μέγεθος της ανάπτυξής και της εξέλιξής της για πολλές δεκαετίες.

 

Το πρώτο βήμα θα πρέπει να είναι η επάνοδος του τραπεζικού συστήματος στην ομαλότητα και σε κανονική λειτουργία. Μετά από αλλεπάλληλες αποτυχίες που κόστισαν και στο Δημόσιο, αλλά και στους ιδιώτες μετόχους, σήμερα, με δεδομένη την -καθολική- πολιτική βούληση για την αντιμετώπιση του προβλήματος, οι τράπεζες αναπτύσσουν στρατηγικές που εκτιμάται ότι θα επιλύσουν το “γρίφο” των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Η Κυβέρνηση θα πρέπει να υποβοηθήσει τις προσπάθειες αυτές και να διευκολύνει τη μετάβασή τους προς την ομαλότητα.

 

Ως δεύτερο βήμα, η Κυβέρνηση πρέπει να δράσει άμεσα προς τρεις κατευθύνσεις:

Στη βελτίωση και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας της λειτουργίας του κράτους. Αυτό σημαίνει υπηρεσίες, λειτουργίες και διαδικασίες πιο φιλικές προς τις επενδύσεις και τη λειτουργία της οικονομίας και ξεπέρασμα των εμποδίων που αυξάνουν το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων.

Στη βελτίωση της λειτουργίας της Δικαιοσύνης και στην αύξηση της ταχύτητας διεκπεραίωσης των υποθέσεων που καταλήγουν σ’ αυτή. Οι όποιες προσπάθειες έγιναν -μετά από πιέσεις των δανειστών- προς την κατεύθυνση αυτή, δεν είχαν τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Οι δράσεις προς την κατεύθυνση αυτή θα πρέπει να επανασχεδιαστούν και αυτό θα πρέπει να αποτελέσει μία από τις βασικές προτεραιότητες της νέας Κυβέρνησης.

Στην απλοποίηση της φορολογίας και τη μείωσή της, σε επίπεδα ανταγωνιστικά προς αυτά άλλων χωρών της περιοχής. Η ενδεχόμενη απώλεια εσόδων θα πρέπει να αντισταθμιστεί από αύξηση των εσόδων μέσα από τη μείωση της φοροδιαφυγής, τομέας στον οποίο -για μία ακόμη φορά- τα αποτελέσματα των προηγούμενων ετών ήταν κάτω από τα αναμενόμενα, αλλά και την αύξηση των εσόδων που θα προκαλέσουν τα υψηλότερα επίπεδα ανάπτυξης.

 

Το τρίτο βήμα θα πρέπει να είναι η συνέχιση, η εξέλιξη και η ολοκλήρωση των μεταρρυθμίσεων για την απελευθέρωση της λειτουργίας της οικονομίας και την αύξηση της παραγωγικότητας επιχειρήσεων και εργαζομένων.

 

Το έτος 2019 θα πρέπει να κλείσει με ανάπτυξη πάνω από 2,0%. Αυτό θα είναι ένα σημαντικό μήνυμα για το ότι η οικονομία της χώρας όντως κινείται προς την ομαλοποίηση. Και το 2020, θα πρέπει να ξεπεραστούν οι προηγούμενες προβλέψεις και η ανάπτυξη να κινηθεί ακόμη πιο γρήγορα και να πλησιάσει στο 3,0%. Έτσι ώστε να αποκτήσει μία ισχυρή δυναμική για το μέλλον. Μόνον τότε θα αποδειχθεί ότι οι ελπίδες που καλλιεργούνται -και που προεξοφλούνται στο Χρηματιστήριο- σήμερα, ήταν βάσιμες και ότι η χώρα, η κοινωνία, η οικονομία και το Χρηματιστήριο μπορούν να επανέλθουν στην ομαλότητα και να ξεπεράσουν την εποχή της κρίσης.

 

 


Εγγραφή RSS για αυτά τα σχόλια Σχόλια (0)

συνολικά: | προβολή:

Σχολιάστε το άρθρο comment

Παρακαλώ εισάγετε τον κωδικό που βλέπετε στην εικόνα:

Eshop
  • email Αποστολή άρθρου
  • print Εμφάνιση εκτύπωσης
  • Plain text Προβολή ώς Plain Text