Αρχική | Προηγ. Τεύχη | Χ&Α - 208 | Οι αναβαθμίσεις απαιτούν θετικό έργο και χρόνο

Οι αναβαθμίσεις απαιτούν θετικό έργο και χρόνο

Μέγεθος γραμμάτων: Decrease font Enlarge font
Οι αναβαθμίσεις απαιτούν θετικό έργο και χρόνο

Καθώς είχε παρέλθει ένας ολόκληρος χρόνος από την τελευταία αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας από τον οίκο Fitch Ratings και με δεδομένο ότι στο διάστημα αυτό, σαφώς είχαν υπάρξει θετικές εξελίξεις στην ελληνική οικονομία γενικότερα και στο τραπεζικό σύστημα ειδικότερα, πολλοί θεώρησαν ότι, στην αξιολόγηση που θα έβγαινε στη δημοσιότητα στις 2 Αυγούστου, ο αμερικανικός οίκος θα αναβάθμιζε την αξιολόγησή του κατά μία, ή ακόμη και δύο βαθμίδες.

Προς έκπληξη των περισσότερων, ο οίκος διατήρησε την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας του ελληνικού δημοσίου στη βαθμίδα “BB-”, διατηρώντας παράλληλα σταθερό και το outlook (προοπτικές), εκτιμώντας ότι τα υψηλά επίπεδα χρέους, οι αδύναμες προοπτικές ανάπτυξης και τα κόκκινα δάνεια φρενάρουν την υψηλότερη αξιολόγηση.

 

Ο οίκος εκτιμά ότι ενώ αποτελούν μια θετική εξέλιξη οι άμεσες κινήσεις της νέας ελληνικής κυβέρνησης με τις πολιτικές της υπέρ της ανάπτυξης και την προτεραιότητα που θέτει στο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων, τονίζει ότι αναμένει να δει τα αποτελέσματα του κυβερνητικού έργου πριν προχωρήσει σε αναβάθμιση.

Σύμφωνα με τη Fitch, τα δημόσια οικονομικά συνεχίζουν να βελτιώνονται. Ο οίκος αναμένει ότι η δημοσιονομική πολιτική θα παραμείνει υγιής και θα προβάλει πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% και 3,4% του ΑΕΠ το 2019-20. Το ακαθάριστο χρέος της γενικής κυβέρνησης ανήλθε στο 181,1% του ΑΕΠ το 2018 και αναμένει επίσης να μειωθεί στο 161% του ΑΕΠ έως το 2021, με βάση τα διατηρούμενα πρωτογενή πλεονάσματα, τη μέση αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 2% και τα χαμηλά ονομαστικά αποτελεσματικά επιτόκια. Παράλληλα, επισημαίνει ότι ότι, οι παράγοντες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν (αρνητικά) την επόμενη αξιολόγησή του είναι:
- Η χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής, που υπονομεύει την εμπιστοσύνη στη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους.
- Ανεπιθύμητες εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα, που αυξάνουν τους κινδύνους για την πραγματική οικονομία και τα δημόσια οικονομικά.
- Η επανεμφάνιση σταθερά μεγάλων ελλειμμάτων τρεχουσών συναλλαγών.

Η βελτίωση του τραπεζικού κλάδου αποτελεί το κυριότερο στοιχείo για την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας. Και αυτό δεν ισχύει μόνο για τη Fitch, αλλά για τους πάντες, είτε είναι οίκοι αξιολόγησης, είτε είναι επενδυτές. Και το κυριότερο στοιχείο για τη βελτίωση της εικόνας του κλάδου είναι η πλήρης άρση των capital controls και η εφαρμογή κάποιου από τα προταθέντα (από το ΤΧΣ και την ΤτΕ) σχέδια για τη μείωση των κόκκινων δανείων.
Όπως σημείωσε η Fitch, η ποιότητα του ενεργητικού των ελληνικών τραπεζών, αν και βελτιώνεται, παραμένει αδύναμη. Ο οίκος συμφωνεί στην εκτίμηση ότι, η οικονομική ανάκαμψη, η σταδιακή ανάκαμψη των τιμών των ακινήτων, οι πωλήσεις των NPEs και η πιο εκτεταμένη χρήση των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών, αναμένεται να βοηθήσουν τις τράπεζες να πετύχουν τους νέους στόχους για τα NPEs που υπέβαλαν στον SSM για το 2021 (δείκτης NPEs λίγο κάτω του 20%). Ωστόσο, η αβεβαιότητα γύρω από το χρονοδιάγραμμα εφαρμογής των σχεδίων για τη μείωση των “κόκκινων” δανείων είναι ακόμα μεγάλη, ενώ άγνωστος παραμένει ακόμη ο τρόπος της τελικής εφαρμογής τους.

Οι οίκοι αξιολόγησης υποστηρίζουν ότι, σε περίπτωση που προχωρήσουν τα σχέδια μείωσης των “κόκκινων δανείων”, θα είναι ένας παράγοντας που θα αλλάξει τα δεδομένα για τον κλάδο καθώς ένα μεγάλο μέρος των NPEs θα βγει από τους ισολογισμούς των τραπεζών. Αυτό θα βοηθήσει στην επιτάχυνση της εξυγίανσης της ποιότητας του ενεργητικού, θα φέρει σταθερότητα, επιτρέποντας στις τράπεζες να επικεντρωθούν στην ανάπτυξη των επιχειρήσεων και τελικά να στηρίξουν την οικονομία (εδώ).

Προς την κατεύθυνση αυτή πιέζει και η Κυβέρνηση. Σε σύσκεψη που έγινε μεταξύ του Υπουργού Ανάπτυξης κ.  Γεωργιάδη και των διοικήσεων των τραπεζών στις 6/8/2019, ο κ. Γεωργιάδης ζήτησε από τις τράπεζες να αυξήσουν τους ρυθμούς χορηγήσεων προκειμένου να βοηθηθεί και η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας (εδώ).

 

Σε πρακτικό επίπεδο, τί σημαίνουν όλα τα παραπάνω; Σημαίνουν ότι τα πράγματα κινούνται πιο αργά απ’ ότι θα θέλαμε ή απ’ ότι -πάνω στον ενθουσιασμό μας- νομίσαμε ότι θα κινηθούν. Η έντονα πτωτική κίνηση της χρηματιστηριακής αγοράς κατά το διάστημα από την ημέρα της αξιολόγησης έως και την 16η Αυγούστου (ο Γενικός Δείκτης υποχώρησε κατά 11,51%5), απέδειξε ότι όντως είχε επικρατήσει έντονος ενθουσιασμός, ο οποίος και ανακόπηκε.

 

Σήμερα, η Ελλάδα εξακολουθεί να απέχει από το επίπεδο “investment grade” -το οποίο θεωρείται ως “επίπεδο ασφαλούς επένδυσης”- κατά 3 βαθμίδες για τους οίκους Fitch και DBRS και κατά 4 βαθμίδες για τους οίκους Moody’s και S&P και βρίσκεται στην κατηγορία “highly speculative” (υψηλού κινδύνου - υψηλής κερδοσκοπίας). Αυτή η αξιολόγηση μίας χώρας, σύμφωνα με τους κανονισμούς πολλών μεγάλων επενδυτικών οίκων -και κυρίως αυτών που κάνουν τη “διαφορά” σε μία χρηματιστηριακή αγορά- αλλά ακόμη και με τις πρακτικές πολλών “κερδοσκοπικών κεφαλαίων”, καθιστά απαγορευτική την τοποθέτησή τους στην ελληνική κεφαλαιαγορά, όσο καλές και να διαφαίνονται οι προοπτικές της, ή όσο καλές να είναι κάποιες εταιρίες. Επαναλαμβάνουμε, δεν είναι θέμα διάθεσης, αλλά θέμα κανονισμών, δηλαδή κάτι που δε μπορεί να ξεπεραστεί.

 

Με βάση τα ζητήματα που έθεσε η Fitch στην τελευταία αξιολόγησή της, οι “εκκρεμότητες” που εξακολουθούν να εμφανίζονται στην ελληνική οικονομία, είναι τέτοιες που δε μπορούν να  ξεπεραστούν εύκολα ή γρήγορα. Η δε αξιολόγηση της Moody’s που είχε προγραμματιστεί για τις 23 Αυγούστου, δεν πραγματοποιήθηκε, επιτείνοντας τις αρνητικές ανησυχίες που είχε προκαλέσει η αξιολόγηση της Fitch (η τελευταία αναβάθμιση που έκανε η Moody’s στην αξιολόγησή της ήταν φέτος τον Μάρτιο - δείτε “Greece Credit Ratings historical data - εδώ).

 

Οι επόμενες αξιολογήσεις κατά το 2019, θα γίνουν στις 25/10 από την S&P και στις 1/11 από την DBRS. Δίνουμε αρκετές πιθανότητες να υπάρξει αναβάθμιση από την S&P στην αξιολόγησή της στις 25/10/2019. Όμως και πάλι, η χώρα θα εξακολουθεί να παραμένει στην κατηγορία “speculative” (κερδοσκοπική)  και συνεπώς και πάλι δε θα μπορούσε να προσελκύσει στα αξιόγραφά της έναν μεγάλο αριθμό διεθνών επενδυτών, παρά τη φήμη που αποκτά ως μία περίπτωση “turn around”.

Πότε μπορεί η Ελλάδα να πάρει αξιολόγηση “επενδυτικής βαθμίδας” (investment grade); Διατηρούμε την άποψη που είχαμε εκφράσει και σε άρθρο μας τον περασμένο Μάρτιο (εδώ), όπου αναφέραμε ότι, η αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας στα επίπεδα της “επενδυτικής βαθμίδας” δε μπορεί να γίνει εντός του 2019, ενώ είναι αμφισβητήσιμο εάν μπορεί να επιτευχθεί και εντός του 2020. Και αυτό, επιδρά αρνητικά στην εξέλιξη της χρηματιστηριακής αγοράς, αφού της στερεί όγκους κεφαλαίων που, σε διαφορετική περίπτωση, θα μπορούσε να προσελκύσει.