Αρχική | Πολιτική | Αναθεώρηση 2019: Ποιο ήταν το κλειδί της επιτυχίας;

Αναθεώρηση 2019: Ποιο ήταν το κλειδί της επιτυχίας;

Μέγεθος γραμμάτων: Decrease font Enlarge font
Αναθεώρηση 2019: Ποιο ήταν το κλειδί της επιτυχίας;

Του Νίκου Κ. Αλιβιζάτου

Χωρίς απρόοπτα ολοκληρώθηκε την περασμένη Δευτέρα η συνταγματική αναθεώρηση. Αν λογαριάσει κανείς ότι επτά από τις εννέα διατάξεις που τελικά αναθεωρήθηκαν αφορούσαν καθολικά παραδεδεγμένους αναχρονισμούς και ότι οι περισσότερες από αυτές ψηφίστηκαν με πολύ μεγαλύτερη πλειοψηφία από αυτή που χρειαζόταν, δεν μπορεί παρά να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η τέταρτη αυτή αναθεώρηση του ισχύοντος Συντάγματος ήταν τελικά επιτυχημένη. Και τούτο παρά το γεγονός ότι, εξαιτίας ενός άλλου αναχρονισμού του Συντάγματός μας, της υποχρεωτικής «αναθεωρητικής αδράνειας» που επιβάλλει το άρθρο 110, μια σειρά από άλλες, εξίσου ώριμες αλλαγές (όπως π.χ. των άρθρων 3 και 16) θα χρειαστεί να περιμένουν τουλάχιστον 6-7 χρόνια από σήμερα.

Δίχως άλλο, από όλες τις αλλαγές που ψηφίσθηκαν, πρακτικά σπουδαιότερη ήταν η αποσύνδεση της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας από τη διάλυση της Βουλής (άρθρο 32). Ανεξάρτητα από το τι πρεσβεύει κανείς για τη λύση που τελικά προκρίθηκε (από τη δυνατότητα, δηλαδή, που αναγνωρίζεται στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία να εκλέγει τον Πρόεδρο της επιλογής της), το πολίτευμά μας απαλλάχθηκε από έναν παράγοντα αστάθειας: εφεξής η κυβέρνηση, η κάθε κυβέρνηση, εφόσον διαθέτει την εμπιστοσύνη της Βουλής, θα μπορεί ανεμπόδιστα να προγραμματίζει τη δράση της με ορίζοντα τετραετίας.

Εχει, πάντως, ενδιαφέρον ότι η αλλαγή αυτή ψηφίσθηκε με τη μικρότερη πλειοψηφία, δηλαδή μόνον από τους 158 βουλευτές της σημερινής πλειοψηφίας. Πώς κατάφερε η Νέα Δημοκρατία να την «περάσει» χωρίς να διαθέτει, ούτε στην παρούσα ούτε στην προηγούμενη Βουλή, την πλειοψηφία των 180 βουλευτών που απαιτείται για την αναθεώρηση διάταξης του Συντάγματος;

Το ζήτημα, όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης, έχει γενικότερο ενδιαφέρον. Γιατί δείχνει, με αφορμή ένα πολύ συγκεκριμένο περιστατικό, πώς λαμβάνονται στη χώρα μας ακόμη και πολύ κρίσιμες αποφάσεις. Ας δούμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή:

Η τελευταία αναθεώρηση είναι η πρώτη από το 1975 που ξεκίνησε από ένα κόμμα, τον ΣΥΡΙΖΑ, που, όπως όλα έδειχναν, στην αναθεωρητική Βουλή, δηλαδή εκείνη που κατά το άρθρο 110 θα ψήφιζε την αναθεώρηση, δεν θα διέθετε την πλειοψηφία. Γιατί, σε αντίθεση με το ΠΑΣΟΚ (το 1985 και το 1998) και τη Νέα Δημοκρατία (το 2007), όταν ο ΣΥΡΙΖΑ υπέβαλε την αναθεωρητική πρότασή του, πέρυσι τέτοια εποχή, όλα τα προγνωστικά ήταν εναντίον του. Γιατί λοιπόν ξεκίνησε μια διαδικασία που, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, «δεν έλεγχε»;

Η προφανής απάντηση είναι ότι, έπειτα από μια μακρά περίοδο ανεύθυνων ταλαντεύσεων ανάμεσα στη σύγκληση Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης και στη διεξαγωγή συνταγματικού δημοψηφίσματος (Ν. Κωνσταντόπουλος, Γ. Κατρούγκαλος κ.ά.), ο ΣΥΡΙΖΑ θέλησε να δώσει ένα συνεπές δείγμα θεσμικής γραφής. Να δείξει δηλαδή ότι, μετά τις φαντασιώσεις του 2010-2015, είχε επιτέλους «σοβαρευτεί». Εξ ου και ο πολύ μετριοπαθέστερος χαρακτήρας της πρότασης που υπέβαλε στη Βουλή τον Νοέμβριο του 2018, σε σύγκριση με εκείνη που είχε ανακοινώσει ο Αλέξης Τσίπρας, στο προαύλιο της Βουλής, τον Ιούλιο του 2016.

Την ίδια περίοδο, δηλαδή πέρυσι τον χειμώνα, μπροστά στο ενδεχόμενο ο ΣΥΡΙΖΑ να χάσει τις επικείμενες εκλογές και να μην διαθέτει την πλειοψηφία στην αναθεωρητική Βουλή, υποστηρίχθηκε η άποψη ότι προτάσεις που θα ψηφίζονταν από την προαναθεωρητική Βουλή θα δέσμευαν την αναθεωρητική, όχι μόνον ως προς την έκταση της αναθεώρησης, αλλά και ως προς το περιεχόμενό της. Οτι δηλαδή, η Νέα Δημοκρατία, αν κέρδιζε τις εκλογές του 2019, δεν θα μπορούσε να αλλάξει τις αναθεωρητέες διατάξεις σύμφωνα με τις δικές της αντιλήψεις, αλλά μόνον στο πλαίσιο όσων θα είχε προκαθορίσει ο ΣΥΡΙΖΑ. Γι’ αυτό και ο τελευταίος πρωτοτύπησε και περιέλαβε στην αναθεωρητική πρότασή του και τις «κατευθύνσεις» που ο ίδιος δεσμευόταν να ακολουθήσει.

Εντούτοις, από τη δημόσια συζήτηση που ακολούθησε (βλ. www.constitutionalism.gr), γρήγορα φάνηκε ότι η μεγάλη πλειοψηφία όσων επιχειρηματολόγησαν τάσσονταν υπέρ της απολύτως κρατούσας από παλιά άποψης (Σαρίπολος, Σβώλος, Μάνεσης, Τσάτσος),  σύμφωνα με την οποία η πλειοψηφία της αναθεωρητικής Βουλής, με νωπή την ετυμηγορία της κάλπης, θα μπορούσε να τροποποιήσει τις αναθεωρητέες διατάξεις, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις της προηγούμενης πλειοψηφίας. Διότι, όπως ορθά είχε επισημάνει τότε και ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας στους βουλευτές του (13.3.2019), η κάλπη των εθνικών εκλογών θα ήταν και η κάλπη «όπου οι Ελληνες […] θα ψηφίσουν και για ποιο Σύνταγμα θέλουν».

Το σφάλμα, λοιπόν, του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι αγνόησε την άποψη αυτή των ειδικών. Ετσι, πιστεύοντας ότι δεν έχει τίποτε να χάσει, ψήφισε την πρόταση για αλλαγή του τρόπου εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, ακόμη και όταν η Νέα Δημοκρατία φανέρωσε ολοκάθαρα τις προθέσεις της. Γιατί, με μια έξυπνη κίνηση, στην ψηφοφορία της 14ης Φεβρουαρίου 2019, η τότε αξιωματική αντιπολίτευση δεν ψήφισε μόνο τη δική της πρόταση για αναθεώρηση του άρθρου 32. Ψήφισε και την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία συγκέντρωσε έτσι τον απίθανο αριθμό των 220 ψήφων. Πράγμα που σήμαινε ότι, στην αναθεωρητική Βουλή, για την αλλαγή του τρόπου εκλογής του Προέδρου θα αρκούσαν οι ψήφοι του πρώτου κόμματος, φτάνει αυτό να είχε την αυτοδύναμη πλειοψηφία.

Μπροστά στον αιφνιδιασμό, ο ΣΥΡΙΖΑ είχε όλον τον χρόνο για να αντιδράσει. Διότι η δεύτερη ψηφοφορία που το άρθρο 110 προβλέπει γι’ αυτή τη φάση της αναθεωρητικής διαδικασίας θα διεξαγόταν, όπως προβλέπεται, τουλάχιστον έναν μήνα αργότερα. Δεν έπραξε όμως τίποτα, με αποτέλεσμα, στην ψηφοφορία της 14ης Μαρτίου, η πρότασή του για το άρθρο 32 να συγκεντρώσει τελικά 224 ψήφους, δηλαδή 4 περισσότερες απ’ ό,τι έναν μήνα πρωτύτερα! Πώς εξηγείται η αδράνειά του;

Η εξήγηση που έδωσαν από τότε στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, ότι δηλαδή θα ήταν δείγμα ανευθυνότητας και πάντως ηττοπάθειας αν, μετά την πρώτη ψηφοφορία, το κόμμα τους υπαναχωρούσε, νομίζω ότι δεν ευσταθεί. Ισα ίσα, μόνον οξυδέρκεια θα φανέρωνε αν, μπροστά στον κραυγαλέα τακτικιστικό ελιγμό της Νέας Δημοκρατίας, ο κ. Τσίπρας έδινε εντολή στους μισούς βουλευτές του να μην υπερψηφίσουν την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για το άρθρο 32, έτσι ώστε αυτή, μαζί με τις ψήφους τής τότε αντιπολίτευσης, να συγκεντρώσει κάτω από 180 ψήφους. Αλλού, λοιπόν, πιστεύω ότι πρέπει να αναζητηθεί η απάντηση.

Εκείνη την περίοδο –και για αρκετούς μήνες ακόμη– ο ΣΥΡΙΖΑ και ειδικά ο Αλέξης Τσίπρας ήταν πεπεισμένοι ότι θα κερδίσουν τις επικείμενες εκλογές. Οτι, δηλαδή, οι σφυγμομετρήσεις της κοινής γνώμης, συνειδητά ή ασυνείδητα, έπεφταν έξω για μία ακόμη φορά. Γι’ αυτόν, το δημοσκοπικό προβάδισμα της Νέας Δημοκρατίας δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα.

Η πεποίθηση αυτή, σε συνδυασμό με την προαναφερθείσα άποψη ορισμένων συμβούλων τού τότε πρωθυπουργού ότι, τάχα, το άρθρο 32 δεν θα μπορούσε να αναθεωρηθεί από τη νέα Βουλή προς άλλη κατεύθυνση από εκείνη που ο ΣΥΡΙΖΑ είχε προτείνει, είχε ως αποτέλεσμα η πρόταση για αναθεώρηση του άρθρου 32 να υπερψηφισθεί με τις προαναφερθείσες πλειοψηφίες (των 220 και 224 βουλευτών). Με αποτέλεσμα, να αρκούν στην παρούσα Βουλή οι 158 ψήφοι της Νέας Δημοκρατίας για να «περάσει» η σπουδαιότερη αλλαγή της τελευταίας αναθεώρησης.

Η αναδρομή αυτή θα μπορούσε να δώσει τροφή για ένα σενάριο πολιτικού θρίλερ πολύ ρεαλιστικότερου από τους αφελείς «Ενηλίκους» των Γαβρά - Βαρουφάκη.

Το πολιτικό συμπέρασμά του θα ήταν περίπου το εξής: η Νέα Δημοκρατία εκμεταλλεύθηκε με τον καλύτερο τρόπο την απειρία και την αλαζονεία του ΣΥΡΙΖΑ και πέτυχε έναν διπλό στόχο. Βραχυπρόθεσμα, να απαλλάξει την επικείμενη προεδρική εκλογή από κάθε σασπένς. Και μακροπρόθεσμα, να διορθώσει ένα προπατορικό αμάρτημα του ισχύοντος Συντάγματος προς όφελος της καλής λειτουργίας του πολιτεύματος.

* Ο κ. Νίκος Κ. Αλιβιζάτος είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πηγή: www.kathimerini.gr

Διαβάστε το άρθρο από την πηγή

Εγγραφή RSS για αυτά τα σχόλια Σχόλια (0)

συνολικά: | προβολή:

Σχολιάστε το άρθρο comment

Παρακαλώ εισάγετε τον κωδικό που βλέπετε στην εικόνα:

Eshop
  • email Αποστολή άρθρου
  • print Εμφάνιση εκτύπωσης
  • Plain text Προβολή ώς Plain Text