Αρχική | Οικονομία | Η Ελλάδα στο δρόμο για την οικονομία χωρίς άνθρακα

Η Ελλάδα στο δρόμο για την οικονομία χωρίς άνθρακα

Μέγεθος γραμμάτων: Decrease font Enlarge font
Η Ελλάδα στο δρόμο για την οικονομία χωρίς άνθρακα

Του Βασίλη Τσολακίδα

Η ενέργεια στην χώρα μας για πολλούς λόγους συνιστά διαχρονικά τροχοπέδη σε κάθε προσπάθεια βιώσιμης και δίκαιης οικονομικής ανάπτυξης.Δεν παρέχει ενεργειακή ασφάλεια, είναι ιδιαίτερα ρυπογόνος και από τις ακριβότερες στην Ευρώπη

Η ενεργειακή ένταση της οικονομίας (κατανάλωση σε toe -τόνους ισοδύναμου πετρελαίου ανά 1.000.000 Ευρώ ΑΕΠ), αν και έχει υποχωρήσει τα τελευταία χρόνια, παραμένει σε αρκετά υψηλό επίπεδο, ιδιαίτερα στον βιομηχανικό τομέα (είναι 132 toe/mil€ ΑΕΠ +44% συγκριτικά με ΕΕ μ.ο. 92 toe/mil€ ΑΕΠ), με λίγα λόγια δεν είμαστε ενεργειακά σπάταλοι. Καταναλώνουμε ετήσια (στοιχεία 2017) 23 εκατ. toe -τόνους ισοδύναμου πετρελαίου σε πρωτογενή μορφή, η 17 εκατ. toe σε ΑΤΚΕ (Ακαθάριστη Τελική Κατανάλωση Ενέργειας), που προέρχεται κυρίως (κατά 74%) από τα εισαγόμενα, ρυπογόνα, ακριβά ορυκτά καύσιμα (δηλαδή πετρέλαιο, φυσικό αέριο, ενώ η υπόλοιπη ΑΤΚΕ από 16% ΑΠΕ και 10% Λιγνίτη) και κοστίζουν στην εθνική οικονομία 20 δις ευρώ από τα 27 δις ευρώ του συνολικού ενεργειακού κόστους (2017), όπου το 50% αντιστοιχεί σε Δασμούς, Φόρους, Τέλη κ.λπ. Οι δε εισαγωγές καυσίμων επιβαρύνουν το ΑΕΠ με 6 έως 10 δις ευρώ το χρόνο (3-6% του ΑΕΠ) ανάλογα με την διακύμανση των διεθνών τιμών.

Πώς μπορούμε να πετύχουμε αυτή τη στρατηγική;

Πρώτον: Είναι αυτονόητο ότι πρέπει να αρχίσουμε από τον περιορισμό της ενεργειακής έντασης, την αύξηση της αποδοτικότητας, με δράσεις και μέτρα εξοικονόμησης και αντιμετώπισης της σπατάλης, όπου τα περιθώρια εκτιμιούνται σε πάνω από 50%, δηλαδή εξοικονόμηση δαπανών σε ετήσια βάση πάνω από 12 δις Ευρώ η 6% του ΑΕΠ. Σύμφωνα με αξιόπιστες μελέτες το κόστος αυτής της προσπάθειας αποσβένεται τάχιστα σε 5-10 χρονιά. (Π.χ., μια διαδρομή 100 χλμ. απαιτεί με ηλεκτροκίνητο ΙΧ κατά μέσο όρο 1 ευρώ κόστος φόρτισης, ενώ με συμβατικό αυτοκίνητο στοιχίσει 10-14 ευρώ το καύσιμο.)

Δεύτερον: με την ταχύτερη διείσδυση των ΑΠΕ στο ενεργειακό μίγμα της χώρας. Η χώρα μας διαθέτει ανεξάντλητο δυναμικό σε όλες τις μορφές ΑΠΕ. Ανεξάντλητη Ηλιακή ενέργεια, ισχυρότατο αιολικό δυναμικό σε όλη τη Χώρα κυρίως στην Εύβοια, στα νησιά και στην ίδια τη Θάλασσα του Αιγαίου. Επίσης αναξιοποίητη Βιομάζα, Γεωθερμία, Υδροηλεκτρική, κλπ.

Μπορεί η χώρα να αντέξει το κόστος της ενεργειακής μετάβασης, το κόστος των ΑΠΕ ;

Το εμπόδιο του κόστους των ΑΠΕ τείνει να ξεπερνάτε, όπου κυρίως στα Φωτοβολταικά και Αιολικά, οι προσφερόμενες τιμές ανταγωνίζονται τις συμβατικές και για αυτό σχεδόν παύουν να επιδοτούνται. Δεν είναι αληθές ότι μόνο οι ΑΠΕ ευθύνονται για το ενεργειακό κόστος στην Ελλάδα. Η συνολική επιδότηση που λαμβάνουν οι ΑΠΕ ανέρχεται στο 10% του συνολικού ετήσιου κόστους της Ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας.

Το κόστος της ενέργειας στην Ελλάδα είναι υψηλό κυρίως λόγω:

α)της ενεργειακής έντασης 130 toe/ 1.000.000E/ΑΕΠ, (κατά +30% ισχυρότερης από τον μ.ό. ΕΕ 102 και κατά +44% από την Γερμανία με 92).

β) υψηλό κόστος βιομηχανικής παρα γωγής σε όλες τις μορφές ενέργειας,κυρίως στα πετρελαιοειδή,όπου έχουμε το υψηλότερο βιομηχανικό κόστος στην Ευρωπαϊκή Ένωση ( +20% στο Ντίζελ, + 10% στη Βενζίνη). Εδώ τίθεται εύλογα το ερώτημα γιατί τα διυλιστήρια μας πωλούν ακριβότερα στην εσωτερική αγορά σε σχέση με τις εξαγωγές, όπως π.χ. στην Ιταλία οπου εξάγουν μεγάλες ποσότητες, οι λιανικές βιομηχανικές παραδοτέες τιμές Ντίζελ ανέρχονται σε μόλις 545 Ε/1000 Λ, ενώ στην Ελλάδα πωλούν το ίδιο προϊόν με 648 Ε/1000 Λ, ακριβότερα κατά 20%)

γ) στην πολύμορφη ενεργειακή φορολογία, (δασμοί, φόροι, τέλη, κλπ.), με τον ακριβότερο ΕΦΚ στη βενζίνη (711 Ε) και στο Ντίζελ (421 Ε) στην Ευρώπη, τον υψηλότερο ΦΠΑ (24%) , η Ηλεκτρική ενέργεια επιβαρύνεται με το ιδιαίτερα μεγάλο τέλος των ΜΔΝ (800 εκ. Ευρώ/Έτος) και λιγότερο με το ΕΤΜΕΑΡ(ΑΠΕ) 17 Ευρώ/MWh που είναι από τα χαμηλότερα στην ΕΕ (π.χ. Γερμανία 70 Ευρώ/MWh). Η επιδότηση που λαμβάνουν οι θερμικοί σταθμοί στα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά, έρχεται σε πλήρη σύγκρουση με τους κλιματικούς και εθνικούς στόχους μας: επιδοτούμε το πετρέλαιο- μαζούτ που είναι και εισαγόμενο, ρυπογόνο και ακριβό.

Όλα αυτά συντείνουν σε ακριβή ενέργεια, από τις ακριβότερες στην Ευρωζώνη σε σχέση με το ΑΕΠ (Ελλάδα 14,5% του ΑΕΠ), μαζί με Πορτογαλία 14%, Τσεχία 15%, ενώ Γερμανία μόλις 8% , Αυστρία 9% του ΑΕΠ και συνιστούν τεράστιο ανταγωνιστικό μειονέκτημα και τροχοπέδη στην οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας για όλους τους παραγωγικούς τομείς.

Για όλους αυτούς τους λόγους οφείλουμε να προβούμε άμεσα σε τολμηρές ρεαλιστικές προτάσεις ώστε να εκπληρώνεται η κλιματική στρατηγική απεξάρτησης από τα εισαγόμενα, ρυπογόνα, ακριβά ορυκτά καύσιμα.

Για να επιτευχθεί η επιδιωκόμενη οικονομική ανάπτυξη, με ενεργή συμμετοχή στην 4η βιομηχανική επανάσταση και να φέρει ευημερία στης χώρας μας προϋποθέτει χαμηλό ανταγωνιστικό βιώσιμο ενεργειακό κόστος.

Τέτοια ανάπτυξη δεν μπορεί να γίνει με ενεργειακή ένταση 130 toe/ 1.000.000 E/ΑΕΠ και κόστος 14,5% του ΑΕΠ.

Οφείλουμε και ίσως είναι ευκαιρία τώρα που μπορούμε, να τολμήσουμε την μείωση του ενεργειακού κόστους σταδιακά στο επίπεδο του μ.ο ΕΕ με μέτρα και δράσεις που θα συμπεριλαμβάνουν και την επανεξέταση της ενεργειακής φορολογίας, η οποία όχι μόνο δεν συμβαδίζει με τον ενεργειακό σχεδιασμό της χωράς, αλλά αντίθετα τον αντιστρατεύεται.

Μπορεί η Ελλάδα να καταστεί κλιματικά ουδέτερη;

Να απεξαρτηθεί ως το 2050 πλήρως από τον άνθρακα, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο; Χωρίς να γίνει η ενέργεια πιο δαπανηρή και χωρίς να μειωθούν οι θέσεις εργασίας;

Για πολλούς ανθρώπους, η ζωή χωρίς ορυκτές πηγές ενέργειας φαντάζει αδιανόητη. Πώς θα ζεσταίνετε χωρίς πετρέλαιο ή φυσικό αέριο, πώς θα κυκλοφορεί, πως θα ταξιδεύει με αεροπλάνο;

Οι περισσότεροι όμως άνθρωποι συμφωνούν ότι η χρήση άνθρακα, πετρελαίου και φυσικού αερίου πρέπει να διακοπεί το συντομότερο δυνατόν, προκειμένου να σταματήσει η υπερθέρμανση του πλανήτη και οι σχετικές συνέπειες, όπως είναι τα αυξημένα καιρικά φαινόμενα.

Πώς μπορεί να αντικατασταθεί ο άνθρακας, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο;

Η ενέργεια από τον άνεμο, τον ήλιο, τη βιομάζα και τα υδροηλεκτρικά δεν είναι πια μια ασύλληπτη επιστήμη. Με το σωστό μίγμα μπορούν να γίνουν θαύματα, ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες και την περιοχή, καθώς και με συσσωρευτές (μπαταρίες) – και ως μακροπρόθεσμη αποθήκευση η μετατροπή της σε αέριο (Power-to-Gas), καθώς παράγεται υδρογόνο από ηλεκτρισμό και νερό, το οποίο μπορεί να αποθηκευτεί και να χρησιμοποιηθεί στις μεταφορές και στη βιομηχανία. Με την προσθήκη CO2 από τον αέρα, μπορούν επίσης να παραχθούν συνθετικά καύσιμα, αντικαθιστώντας έτσι το ορυκτό φυσικό αέριο και τα προϊόντα πετρελαίου όπως η κηροζίνη, ώστε να γίνει πράσινη και η αεροπορία.

Με αυτές τις καθιερωμένες πλέον τεχνολογίες μπορούν να αντικατασταθούν τα ορυκτά καύσιμα στην Ευρώπη και στην Ελλάδα μέχρι το 2050.

Μπορεί η ενέργεια της Ελλάδας να προέρχεται σχεδόν αποκλειστικά από τον ήλιο και τον άνεμο;

Οι ερευνητές έχοντας πλέον όλα τα απαραίτητα δεδομένα διαθέσιμα, τις καιρικές συνθήκες ανά περιοχή, τις ωριαίες ενεργειακές ανάγκες στην Ευρώπη και το κόστος για όλες τις ενεργειακές τεχνολογίες και τις τεχνολογίες αποθήκευσης επιβεβαιώνουν ότι η στροφή 100% προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι δυνατή σε όλους τους τομείς και δεν θα είναι ακριβότερη από το σημερινό ενεργειακό σύστημα. Η Ευρώπη και μέσα σε αυτήν μια σύγχρονη Ελλάδα μπορεί πλέον να στραφεί σε ένα ενεργειακό και παραγωγικό σύστημα χωρίς εκπομπές.

Για να επιτευχθεί αυτό απαιτείται τεράστια διείσδυση του ηλεκτρισμού παντού. Σε σύγκριση με σήμερα, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας πρέπει να αυξηθεί τέσσερις έως πέντε φορές έως το 2050 ώστε να καλύψει πάνω από το 85% της συνολικής ενεργειακής ζήτησης, όπου η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας θα προέρχεται κυρίως από ηλιακή ενέργεια, ακολουθούμενη από αιολική ενέργεια, και σε μικρότερο ποσοστό από υδροηλεκτρική , βιοενέργεια και γεωθερμία.

Σύμφωνα με αξιόπιστες προβλέψεις το κόστος αυτής της ενεργειακής μετάβασης, φιλικής προς το κλίμα, δεν θα είναι ακριβότερο από σήμερα και ταυτόχρονα, οι εκπομπές αερίων θερμοκηπίου στον ενεργειακό τομέα θα εκμηδενιστούν μέχρι το 2050.

Τι θα γίνει με την απασχόληση, τις θέσεις εργασίας κατά την ενεργειακή μετάβαση;

Η έξοδος από τον άνθρακα, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο θα περιορίσει τις θέσεις εργασίας στην βιομηχανία ορυκτών καυσίμων. Από την άλλη πλευρά, θα δημιουργούνται συνεχώς νέες πλέον προσοδοφόρες θέσεις εργασίας σε τεχνολογίες φιλικές προς το περιβάλλον. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένει ότι στη χειρότερη περίπτωση το αποτέλεσμα στην απασχόληση θα είναι θετικό. Όλες οι σχετικές μελέτες προβλέπουν αύξηση θέσεων εργασίας στον ενεργειακό κλάδο μέχρι το 2050 (+30% σε σχέση με σήμερα)

Όλα δείχνουν πλέον με εντυπωσιακό τρόπο ότι η ενεργειακή μετάβαση και στην Ελλάδα με 100% ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι τεχνικά και οικονομικά εφικτή ακόμα και πριν από το 2050.

Οι πολίτες καλούνται τώρα να δράσουν, να απαιτήσουν και να επιβάλουν τελικά την πορεία για την επιτυχή προστασία του κλίματος και να επιταχύνουν σημαντικά την επέκταση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, στόχους που ταυτίζονται απόλυτα με τα εθνικά συμφέροντα ενεργειακής απεξάρτησης και βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης.

Στο τέλος αυτής της διαδρομής η χώρα μας θα καταστεί και ενεργειακά ανεξάρτητη, και κλιματικά ουδέτερη και θα διαθέτει φθηνότερη ενέργεια.

* Ο Βασίλης Τσολακίδης είναι βιοαρχιτέκτονας, σύμβουλος Στρατηγικού Σχεδιασμού για το Περιβάλλον, την Ενέργεια και το Κλίμα, πρώην Πρόεδρος του Κέντρου Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΚΑΠΕ).

Πηγή: www.newmoney.gr

Διαβάστε το άρθρο από την πηγή

Εγγραφή RSS για αυτά τα σχόλια Σχόλια (0)

συνολικά: | προβολή:

Σχολιάστε το άρθρο comment

Παρακαλώ εισάγετε τον κωδικό που βλέπετε στην εικόνα:

Eshop
  • email Αποστολή άρθρου
  • print Εμφάνιση εκτύπωσης
  • Plain text Προβολή ώς Plain Text