Αρχική | Χρηματιστήριο | Εισηγμένες Εταιρίες | Η άνοδος και η απότομη πτώση της MLS

Η άνοδος και η απότομη πτώση της MLS

Μέγεθος γραμμάτων: Decrease font Enlarge font
Η άνοδος και η απότομη πτώση της MLS

Του Ηλία Μπέλλου

Οταν τον Νοέμβριο του 2019 ανακοινώθηκε η εξαγορά του ποσοστού του Γιάννη Καματάκη, ισχυρού άνδρα της MLS πληροφορική, στην εταιρεία διαχείρισης κεφαλαίων 3Κ Επενδυτική, από τους άλλους δύο βασικούς μετόχους της, λίγοι ήξεραν ότι επρόκειτο για συναινετική μεν, απομάκρυνση δε. Οι άλλοι δύο μέτοχοι, ο επιχειρηματίας Τάκης Κανελλόπουλος και ο διαχειριστής κεφαλαίων Γιώργος Κουφόπουλος είχαν ήδη από το καλοκαίρι αρχίσει να πιέζουν τον κ.  Καματάκη για έξοδο από τη χρηματιστηριακή τους. Το πρόβλημα; Θέματα αξιοπιστίας που οι ίδιοι είχαν διαγνώσει και δεν ήθελαν σε καμία περίπτωση να ρίξουν έστω και την παραμικρή αχνή σκιά στην εταιρεία τους.

Τα θέματα εκείνα όμως αφορούσαν όχι τον ισολογισμό αλλά τη δυσαρμονία των προβλέψεων της διοίκησης Καματάκη για την MLS με τα πραγματικά της αποτελέσματα. Αυτό το είχε δει και η αγορά και γι’ αυτό άλλωστε οι τιμές των μετοχών αλλά και των ομολόγων της MLS είχαν ήδη αρχίσει να πιέζονται σημαντικά. Το «θαύμα» της ελληνικής πληροφορικής είχε αρχίσει να εξαϋλώνεται τουλάχιστον στην αντίληψη όσων κοιτούσαν λίγο πιο προσεκτικά τα νούμερα και τις προσδοκίες που είχε δημιουργήσει η διοίκηση Καματάκη.

Την περασμένη Τετάρτη το Χρηματιστήριο Αθηνών ανέστειλε τη διαπραγμάτευση των μετοχών της MLS έπειτα από παρέμβαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς που με τη σειρά της είχε ειδοποιηθεί από την Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων (ΕΛΤΕ) για σοβαρές παρατυπίες στις λογιστικές καταστάσεις της χρήσης του 2018. Τώρα, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έχοντας ήδη ζητήσει εξηγήσεις από την εισηγμένη προσανατολίζεται να διατάξει ανεξάρτητο οικονομικό έλεγχο στις καταστάσεις του 2018 αλλά και του 2019 που δεν έχουν ακόμα δημοσιοποιηθεί.

Ετσι, ακόμα και αν δεν υπήρχε το ζήτημα με τις αμφιλεγόμενες λογιστικές πρακτικές που κατήγγειλε η ΕΛΤΕ, τα πράγματα είναι ιδιαίτερα δύσκολα για μια επιχείρηση απέναντι στην οποία η ελληνική κεφαλαιαγορά φάνηκε γενναιόδωρη. H MLS έχει επανειλημμένως αντλήσει κεφάλαια από την ομολογιακή αγορά. Μία μάλιστα από τις εκδόσεις της που έληγε φέτος, έχει ήδη αναβληθεί η αποπληρωμή της για το επόμενο έτος, καθώς η διοίκηση έπρεπε να εκμεταλλευθεί τις σχετικές πρόνοιες των ομολογιακών συμβάσεων.

Κατά πληροφορίες, η MLS αναμένει ούτως ή άλλως μείωση του κύκλου εργασιών της για το σύνολο του 2019 και πτώση της κερδοφορίας της, παρά το γεγονός ότι ο τζίρος κατά το πρώτο εξάμηνο του 2019 είχε καταγράψει οριακή αύξηση σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2018.

Τα ευρήματα

Βεβαίως, το πόσο αξίζει η MAIC είναι και ένα από τα θέματα που έθεσε η Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων. Ειδικότερα στο πόρισμά της, το οποίο αμφισβητεί ευθέως την καθαρή θέση της MLS, αναφέρεται πως «δεν εντοπίστηκε τεκμηρίωση της περιόδου ολοκλήρωσης της φάσης ανάπτυξης της νέας ψηφιακής βοηθού MAIC». Τα έσοδα από τις πωλήσεις της MAIC για το δεύτερο εξάμηνο του 2018 ανήλθαν σε 1.658 χιλ. ευρώ, ενώ στις οικονομικές καταστάσεις του πρώτου εξαμήνου του 2018 δεν γνωστοποιούνται έσοδα. Επίσης κατά την ΕΛΤΕ, «στο μητρώο παγίων των άυλων περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας (…) δεν υπάρχουν διακριτές καταχωρίσεις των λογισμικών προγραμμάτων (πλην της ψηφιακής βοηθού MAIC) που αναπτύσσει η εταιρεία. Εντοπίζονται καταχωρίσεις εξόδων ανάπτυξης κατ’ έτος από το 2015 έως το 2018 συνολικής αναπόσβεστης αξίας 4.994 χιλ. ευρώ, χωρίς περαιτέρω ανάλυση σε ποια συγκεκριμένα λογισμικά προγράμματα αφορούν, οπότε δεν τεκμηριώνεται ότι τα εν λόγω έξοδα πληρούν τις προϋποθέσεις αναγνώρισης ως άυλα περιουσιακά στοιχεία». Αλλά και «ως προς το κόστος ανάπτυξης του hardware το οποίο στη χρήση 2018 ανερχόταν σε 4,94 εκατ. ευρώ, θεωρούμε (σ.σ. η ΕΛΤΕ) ότι η οικονομική οντότητα δεν μπορεί να αποδείξει ότι επιμετρά αξιόπιστα τις αποδοτέες δαπάνες στα άυλα περιουσιακά στοιχεία κατά τη διάρκεια της ανάπτυξής τους, διότι η φάση ανάπτυξης παρουσιάζεται ως αόριστη και συνεχής, δηλαδή και μετά το πέρας της ανάπτυξής τους συνεχίζεται να επιρρίπτονται δαπάνες ως ήδη δημιουργημένα άυλα περιουσιακά στοιχεία».

Επιπλέον, «η ανάπτυξη πρωτότυπων συσκευών, ήτοι η σχεδίαση και ανάπτυξη καλουπιών και πλακετών, η σχεδίαση και παραμετροποίηση κρίσιμου εξοπλισμού καθώς και η μελέτη και σύνταξη που αφορά στην έκδοση πιστοποιητικών από την Google έχει αντικειμενικά ορισμένο κόστος το οποίο λογικά είναι γνωστό στον κατασκευαστή και μπορεί να επιμετρηθεί με ακρίβεια». Επομένως, «η εταιρεία δεν μπορεί να αναγνωρίζει άυλα περιουσιακά στοιχεία με τον παραπάνω τρόπο επιμέτρησης…».

Βεβαίως η ΕΛΤΕ έχει και άλλες μομφές όπως ότι «δεν εντοπίζεται επαρκής τεκμηρίωση σχετική με τον μερισμό του κόστους μισθοδοσίας και των αμοιβών συνεργατών συνολικού ποσού 3.386 χιλ. ευρώ σε συγκεκριμένα άυλα περιουσιακά στοιχεία» ή πως «για κάθε τιμολόγηση (σ.σ. συσκευών), το 50% της αξίας αναγνωρίζεται ως αγορά αποθεμάτων και το υπόλοιπο 50% ως άυλο περιουσιακό στοιχείο». Σε κάθε περίπτωση, το βασικό ζήτημα για την ΕΛΤΕ είναι τα άυλα περιουσιακά στοιχεία που στο τέλος της χρήσης του 2018 ήταν 25,5 εκατ. ευρώ από το συνολικό ενεργητικό των 50,6 εκατ. ευρώ της MLS. Και τα αμφισβητεί ευθέως. Αυτό γεννά σειρά ερωτημάτων για την πραγματική αξία της επιχείρησης.

Οι βιαστικές κινήσεις που οδήγησαν σε συρρίκνωση των οικονομικών μεγεθών

Η διοίκηση της MLS, στον απόηχο της αναστολής διαπραγμάτευσης της μετοχής, ανακοίνωσε πως «ενημερώνει το επενδυτικό κοινό ότι, σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές, θα προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την επανέναρξη διαπραγμάτευσης της μετοχής και των ομολόγων της εταιρείας».

Παράλληλα, προσέθεσε πως «η εταιρεία γνωστοποιεί ότι η καταβολή του κουπονιού του ομολόγου ΜΛΣΟ2 θα πραγματοποιηθεί κανονικά στην προβλεπόμενη ημερομηνία». Με βάση τις τελευταίες οικονομικές καταστάσεις, η MLS έχει συνολικό δανεισμό περί τα 11 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα 10 εκατ. αφορούν τα ομόλογά της που έχουν διατεθεί στο επενδυτικό κοινό.

Βεβαίως, σε αυτές τις καταστάσεις (εξαμήνου του 2019) εμφανίζονται και άλλα 18 εκατ. ευρώ βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων. Στην αμφισβητούμενη ετήσια οικονομική έκθεση του 2018, η MLS ενέγραψε μείωση κύκλου εργασιών κατά 9%, στα 21,0 εκατ. ευρώ έναντι 23,1 εκατ. ευρώ το 2017. Τα καθαρά κέρδη μετά από φόρους παρουσίασαν μείωση 12% σε σύγκριση με το 2017, στο 1,6 εκατ. ευρώ έναντι 1,8 εκατ. ευρώ.

Τα κέρδη EBITDA παρουσίασαν επίσης μείωση 6% και διαμορφώθηκαν σε 5,3 εκατ. ευρώ έναντι 5,6 εκατ. ευρώ το 2017. Η πτώση στα καθαρά κέρδη συνεχίστηκε και το πρώτο εξάμηνο του 2019 κατά 44,5% σε σύγκριση με το αντίστοιχο εξάμηνο του 2018 στα 0,8 εκατ.

Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι αν πρόκειται για άδοξο τέλος ή για παροδική κρίση. Ο καιρός θα δείξει. Πάντως όλα είχαν αρχίσει με τους καλύτερους οιωνούς για τον Γιάννη Καματάκη, γιο μεγάλου κάποτε Βορειοελλαδίτη κατασκευαστή. Η MLS ιδρύθηκε το 1989 στη Θεσσαλονίκη με στόχο «την έρευνα, τον σχεδιασμό, την ανάπτυξη, την παραγωγή και την προώθηση ηλεκτρονικών συσκευών και προϊόντων υψηλής τεχνολογίας, δίνοντας πάντα ιδιαίτερη έμφαση στην καινοτομία».

Την πρώτη δεκαετία που ακολούθησε, ανέπτυσσε εφαρμογές λογισμικού και firmware για διάφορα ηλεκτρονικά προϊόντα και το 2001 πραγματοποίησε με επιτυχία την εισαγωγή της στο Χρηματιστήριο. Μετά την κυκλοφορία της πρώτης εφαρμογής αναγνώρισης φωνής και τεχνητής νοημοσύνης το 2004, η MLS λάνσαρε το 2006 στην αγορά τον πλοηγό MLS Destinator Talk & Drive, με πλοήγηση με αναγνώριση φωνής.

Ηταν μια χρυσή στιγμή για την εταιρεία, λένε στην αγορά. Το 2010 οι διαδραστικοί της πίνακες κερδίζουν διαγωνισμό του Δημοσίου για την εγκατάστασή τους σε δημόσια σχολεία. Και μετά έρχεται το πρώτο κινητό. Το 2012 γίνεται η κυκλοφορία του MLS IQTalk, το πρώτο ελληνικό Android Smartphone.

Το 2013 ακολουθεί το πρώτο της tablet και ύστερα μια Android «έξυπνη» τηλεόραση. H ψηφιακή βοηθός ΜAIC, που ήρθε κατόπιν, φιλοδοξούσε να αποτελέσει μια από τις σημαντικότερες καινοτομίες στην ιστορία της MLS.

Ενσωματώνεται σε όλα τα tablets και κινητά της και, τον Ιανουάριο 2019, η MLS ανακοινώνει την επίσημη κυκλοφορία της νέας MAIC (MLS Artificial Intelligence Center), η οποία διαφημίζεται ως «η πρώτη –αυτού του τύπου– ευρωπαϊκή πλατφόρμα τεχνητής νοημοσύνης και αναγνώρισης φωνής».

Φιλοδοξεί δηλαδή να αποτελέσει την ελληνική απάντηση στις αντίστοιχες εφαρμογές κολοσσών όπως η Apple και η Google. Αλλά φευ, τα πράγματα δεν μοιάζουν να πήγαν τόσο καλά, αν κρίνει κανείς από τις επιδόσεις της εταιρείας την τελευταία διετία.

​​​​​​Πηγές πολύ κοντά με την εταιρεία εξηγούν στην «Κ» πως ο κ. Καματάκης βιάστηκε να λανσάρει το διαβόητο πλέον προϊόν της ψηφιακής βοηθού MAIC χωρίς αυτό να είναι έτοιμο. Ετσι ξεκίνησε και η εμπορική προσγείωση μιας εταιρείας η οποία έκανε μια πολύ δυνατή αρχή με τις υπηρεσίες πλοήγησης φωνητικής αναγνώρισης που κάποτε ήταν τόσο διαδεδομένες μεταξύ των ελληνικών ταξί και όχι μόνο. Από εκείνη την περίοδο μέχρι το πείραμα της ψηφιακής βοηθού, που έμοιαζε από την αρχή να έχει λίγες ελπίδες απέναντι σε ανταγωνιστές όπως η Siri της Apple και η Alexa της Google, μεσολάβησε ένα διάστημα που η MLS στράφηκε καθαρά στην εμπορία φθηνών συσκευών κινητής τηλεφωνίας και τάμπλετ με το δικό τους εμπορικό σήμα, αλλά με χαμηλών απαιτήσεων προδιαγραφές.


Πηγή: kathimerini.gr

Διαβάστε το άρθρο από την πηγή

Εγγραφή RSS για αυτά τα σχόλια Σχόλια (0)

συνολικά: | προβολή:

Σχολιάστε το άρθρο comment

Παρακαλώ εισάγετε τον κωδικό που βλέπετε στην εικόνα:

Eshop
  • email Αποστολή άρθρου
  • print Εμφάνιση εκτύπωσης
  • Plain text Προβολή ώς Plain Text