Αρχική | ΧΡΗΜΑ & ΑΓΟΡΑ | Διαβάσαμε | Διαβάσαμε - Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2020

Διαβάσαμε - Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2020

Μέγεθος γραμμάτων: Decrease font Enlarge font
Διαβάσαμε - Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2020

Παρά την πρόωρη ολοκλήρωση της φετινής σεζόν, εξαιτίας της έξαρσης της πανδημίας, ο ελληνικός τουρισμός κέρδισε το στοίχημα της ασφαλούς λειτουργίας, εγγράφοντας παρακαταθήκη για ένα καλύτερο 2021. Οι πρώτες εκτιμήσεις μεγάλων ξενοδόχων και tour operators αλλά και κορυφαίων παραγόντων του κλάδου για την επόμενη χρονιά βλέπουν τη συνολική δραστηριότητα να ανακάμπτει στα επίπεδα του 50% του 2019 από το 20% του 2019 που πέτυχε η χώρα φέτος, εφόσον δεν σημειωθεί σοβαρή υποτροπή στην πανδημία και δεν υπάρξει ανεξέλεγκτη κλιμάκωση της αντιπαράθεσης με την Τουρκία. Μιλούν δηλαδή για υπερδιπλασιασμό των ξένων ταξιδιωτών τον επόμενο χρόνο σε σχέση με φέτος, κάτι που εφόσον επαληθευθεί, και υπάρχουν πολλές προϋποθέσεις γι’ αυτό, θα φέρει και σημαντική ενίσχυση στους ρυθμούς ανάπτυξης της εθνικής οικονομίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα των προοπτικών για το επόμενο έτος, αλλά και των προαπαιτούμενων γι’ αυτές, αποτελεί ίσως η περίπτωση των ξενοδοχείων του ομίλου Sani/ikos, ο οποίος, σύμφωνα με όσα αναφέρουν στην «Κ» πηγές της διοίκησης, έχει ήδη πουλήσει το 22% των διανυκτερεύσεων του επόμενου έτους για τις 9 μονάδες του από τώρα. Και αυτό, την ώρα που την αντίστοιχη χρονική στιγμή του 2019, πριν δηλαδή ξεσπάσει πανδημία, οι αντίστοιχες πωλήσεις δεν ξεπερνούσαν το 8%-9%. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, οι κρατήσεις αυτές δεν περιλαμβάνουν όσους ακύρωσαν φέτος τις διακοπές τους και έλαβαν voucher αλλά νέες πωλήσεις και re-bookings. (εδώ)

Η Ελλάδα το 2019 ανταγωνιζόταν με τη Ρωσία για την καλύτερη απόδοση μετοχών στον κόσμο. Φέτος η εικόνα είναι αρκετά διαφορετική: «Η ελληνική χρηματιστηριακή αγορά είναι μια από τις χειρότερες στον κόσμο από την αρχή του έτους», δηλώνει ο Γκρέγκορ Χόλεκ, διαχειριστής κεφαλαίων στη Raiffeisen Capital Management της Βιέννης. Πέρυσι, η αγορά επωφελήθηκε κυρίως από την αλλαγή κυβέρνησης (…) Αλλά μετά ήρθε το lockdown του κορωνοϊού. Το δεύτερο τρίμηνο, η οικονομία συρρικνώθηκε κατά 15,2%.» Από την άλλη πλευρά το ρεπορτάζ της Handelsblatt σημειώνει: «Ενώ οι επενδυτές εξακολουθούν να αποφεύγουν το χρηματιστήριο Αθηνών εξαιτίας της αβεβαιότητας, η εικόνα στην αγορά ομολόγων είναι εντελώς διαφορετική: τα ομόλογα της Ελλάδας έχουν μεγαλύτερη ζήτηση από ποτέ (…) τα ελληνικά ομόλογα είναι από τα λίγα κρατικά ομόλογα στη ζώνη του ευρώ που εξακολουθούν να δημιουργούν εισόδημα». Από την πλευρά του ο Γιάκομπ Σουβάλσκι, αναλυτής της ελληνικής οικονομίας στην Scope Ratings αναφέρει στην HB: «Η εμπιστοσύνη των επενδυτών στα ελληνικά ομόλογα δείχνει τη βελτιωμένη μακροπρόθεσμη δυναμική της χώρας». H HB παρατηρεί βέβαια ότι: «όλοι οι σημαντικοί οίκοι αξιολόγησης εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν τα ελληνικά ομόλογα σκουπίδια (…) To ότι οι τιμές τους συνεχίζουν να αυξάνονται οφείλεται και στο γεγονός ότι η ΕΚΤ αγοράζει τίτλους στο πλαίσιο του προγράμματος έκτακτης ανάγκης για την πανδημία. Αυτό μειώνει τον κίνδυνο αποτυχίας. (εδώ)

Το επόμενο βήμα που αναμένεται να λύσει  -σε μεγάλο βαθμό  - τα χέρια της Ελληνικής κυβέρνησης αναφορικά με την οριστικοποίηση του πακέτου επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων αξίας έως 32 δις ευρώ, αναμένεται εντός εβδομάδας. Η Κομισιόν σχεδιάζει, σύμφωνα με πληροφορίες, να ανακοινώσει ποια έργα θα είναι συμβατά και ποια όχι για το Ταμείο Ανάκαμψης μία κίνηση η οποία συνδέεται και με την ομιλία της κ. Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ενώπιον της ολομέλειας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που έχει προγραμματιστεί για την Τετάρτη. Μία πρώτη εικόνα για το τι ζητά η ΕΕ υπάρχει βεβαίως μετά την πολιτική συμφωνία του Ιουλίου. Είναι γνωστές οι γενικές γραμμές (για παράδειγμα η έμφαση που δίδεται σε ψηφιακή και πράσινη ανάπτυξη). Με βάση αυτές  η κυβέρνηση προχωρά  - με εντατικότατους ρυθμούς - το έργο της. Συντάσσει το σχέδιο επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων, με στόχο ανακοινώσεις και δημόσια διαβούλευση – και εντός Βουλής – όπως προανήγγειλε ο Πρωθυπουργός. (εδώ)

Ο Γενικός Δείκτης Τιμών Εισαγωγών στη Βιομηχανία, με έτος βάσης 2015=100,0 και μήνα αναφοράς τον Ιούλιο 2020, σε σύγκριση με τον αντίστοιχο δείκτη Ιουλίου 2019, παρουσίασε μείωση 11,1% έναντι αύξησης 3,1% που σημειώθηκε κατά την σύγκριση των αντίστοιχων δεικτών του έτους 2019 με το 2018. Ο Γενικός Δείκτης κατά τον μήνα Ιούλιο 2020, σε σύγκριση με τον δείκτη Ιουνίου 2020, παρουσίασε αύξηση 1,6% έναντι αύξησης 1,2% που σημειώθηκε κατά την αντίστοιχη σύγκριση των δεικτών του έτους 2019. Ο μέσος Γενικός Δείκτης του δωδεκαμήνου Αυγούστου 2019 - Ιουλίου 2020, σε σύγκριση με τον μέσο Γενικό Δείκτη του δωδεκαμήνου Αυγούστου 2018 - Ιουλίου 2019, παρουσίασε μείωση 5,3% έναντι αύξησης 4,2% που σημειώθηκε κατά την αντίστοιχη σύγκριση των προηγούμενων δωδεκαμήνων. (εδώ)

Η Ελλάδα είναι η πιο ευάλωτη χώρα της ευρωζώνης σε ένα σοκ του τουρισμού, επισημαίνει ο οίκος αξιολόγησης DBRS Morningstar σε ανάλυση του, τονίζοντας πως η πορεία του κλάδου και ο αντίκτυπός της στην οικονομία θα αποτελέσει έναν από τους πολλούς παράγοντες που θα διαμορφώσουν την πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας, η οποία θυμίζουμε αναμένεται από τον οίκο στις 23 Οκτωβρίου. Παράλληλα επισημαίνει πως η νέα αύξηση των κρουσμάτων δημιουργεί “σύννεφα” γύρω από την ανάκαμψη της οικονομίας στο γ’ και το δ’ τρίμηνο. Σημειώνεται πως σύμφωνα με τις τελευταίες προβλέψεις του οίκου, η ύφεση φέτος στην Ελλάδα θα κινηθεί στο 7%,  ενώ η ανάκαμψη το 2021 θα διαμορφωθεί στο 4%. Σύμφωνα με το δυσμενές σενάριο του οίκου, η συρρίκνωση του ελληνικού ΑΕΠ φέτος θα είναι της τάξης του 9% και η ανάπτυξη το 2021 θα κινηθεί σε υποτονικού ρυθμούς του 1,5%. Υπενθυμίζεται πως η DBRS τον Ιούνιο είχε προβλέψει πως στο ήπιο σενάριο η ύφεση στην Ελλάδα φέτος θα φτάσει το 6,5% (με ανάπτυξη 4% το 2021), ενώ υπό το δυσμενές σενάριο η  ύφεση είχε τοποθετεί στο 10% (με ανάκαμψη 1,5% το 2021). Εξετάζοντας διάφορους διαρθρωτικούς παράγοντες, η DBRS καταλήγει στο συμπέρασμα πως οι οικονομίες της Νότιας Ευρώπης είναι οι πιο ευάλωτες χώρες στην ευρωζώνη απέναντι σε μία κρίση του τουριστικού κλάδου. Εντός της Ευρώπης, οι χώρες του Νότου και πρώτη η Ελλάδα είναι αντιμέτωπες με τον μεγαλύτερο κίνδυνο από την κρίση του κλάδου. Για την Ελλάδα ο τουρισμός αντιπροσωπεύει το 20,8% του ΑΕΠ και το 21,7% των θέσεων εργασίας. Δεύτερη είναι η Κύπρος με 13% του ΑΕΠ συμβολή του τουρισμού και 13,2% των θέσεων εργασίας. Τρίτη είναι η Μάλτα και ακολουθούν Πορτογαλία, Ισπανία και Ιταλία. (εδώ)

Η αναβάθμιση των εκτιμήσεων για λειτουργική κερδοφορία 850-900 εκατ. ευρώ για το τρέχον έτος δείχνει ότι ο στόχος για 1 δισ. EBITDA στη ΔΕΗ το 2024 μπορεί να επιτευχθεί πολύ νωρίτερα! Τα αποτελέσματα της ΔΕΗ ήταν καλύτερα των εκτιμήσεων της αγοράς σε ό,τι αφορά την κερδοφορία, τόσο τη λειτουργική όσο και την καθαρή, ενώ σε επίπεδο κύκλου εργασιών ήταν σύμφωνα με τις εκτιμήσεις. Ειδικότερα, τα δημοσιευμένα λειτουργικά κέρδη (EBITDA) του α' εξαμήνου 2020 ανήλθαν σε 485,8 εκατ. ευρώ, καθώς ενισχύθηκαν από την επιστροφή 44,8 εκατ. λόγω αναθεώρησης του κόστους προμήθειας φυσικού αερίου της ΔΕΠΑ από την Botas για τα έτη 2012-2019. Τα λειτουργικά κέρδη, σε συνδυασμό με τον καθαρό δανεισμό της εταιρίας, αποτελούν νούμερα τα οποία είναι πολύ σημαντικά για την αποτίμησή της αλλά και για τη σύγκριση με τις αντίστοιχες ομοειδείς εταιρίες. Αξίζει να σημειωθεί ότι η κρίση στην παγκόσμια οικονομία λόγω πανδημίας ώθησε επενδυτές σε ασφαλή καταφύγια, όπου ανάμεσα σε αυτά ήταν και οι μετοχές εταιριών κοινής ωφέλειας και εν γένει εταιριών παραγωγής και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η αυστριακή Verbund, που, λόγω των υδροηλεκτρικών που κατέχει, η αποτίμησή της σε όρους EV/EBITDA (2020 Ε) έχει ανέλθει σε 15 φορές (!). Η εταιρία παράγει το 95% της ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ, με τα υδροηλεκτρικά να διαθέτουν 8.200 MW, ενώ τα αιολικά πάρκα ξεπερνούν τα 400 MW. Ολοκληρώνοντας, η ΔΕΗ αποτελεί μια εταιρία που μέχρι πρότινος σημείωνε υπέρογκες ζημίες και διανύει μόλις μερικά τρίμηνα με αξιόλογα λειτουργικά κέρδη. Υπό αυτό το πρίσμα, η εταιρία έχει χαρακτηριστεί turnaround story, όπου, όμως, θα πρέπει να δούμε συνέχεια στη λειτουργική κερδοφορία με ταυτόχρονη ανάπτυξη των ΑΠΕ. (εδώ)

Αν δεν υπήρχε η πανδημία και το υποχρεωτικό lockdown καταστημάτων πιθανότατα η Jumbo θα συνέχιζε το αδιάσπαστο σερί συνεχούς ανάπτυξης πωλήσεων ανά τρίμηνο από το 2009 και μετά, παρά την κρίση που τσάκισε κατανάλωση και επιχειρήσεις. Το 2020 είχε ξεκινήσει με ιδιαίτερη δυναμική, με τις πωλήσεις του Ιανουαρίου να καταγράφουν αύξηση κατά περίπου 13%. Τον Φεβρουάριο η κατάσταση ήταν ακόμη καλύτερη και ο τζίρος αυξήθηκε κατά 23%. Με την έναρξη όμως των περιοριστικών μέτρων το Μάρτιο οι πωλήσεις κατέγραψαν μείωση περίπου κατά 51%. Τον Απρίλιο, καθώς χάθηκε οριστικά και η πασχαλινή περίοδος, οι πωλήσεις έπεσαν κατά 86% σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μήνα του 2019. Ως ανάχωμα στην πτώση λειτούργησε το το ηλεκτρονικό κατάστημα e-Jumbo, που είχε σημαντική ανάπτυξη διπλασιάζοντας σχεδόν τα μερίδιά του χωρίς όμως να καλύψει όλο το χαμένο έδαφος. Oσον αφορά το κανάλι του ηλεκτρονικού καταστήματος, ο διευθύνων σύμβουλος του ομίλου Jumbo ανάφερε πρόσφατα ότι διαθέτει μικρή συμμετοχή στο συνολικό τζίρο της αλυσίδας, «της τάξης του 1,5 καταστήματος Jumbo». Κατά τον ίδιο η δυναμική του online καταστήματος δεν μπορεί να είναι αξιοσημείωτη, καθώς τα είδη που εμπορεύεται η αλυσίδα –λόγω της χαμηλής τιμής- δεν ανήκουν στις κατηγορίες που ο καταναλωτής αναζητά διαδικτυακά. Σημειώνεται ότι η αλυσίδα διακινεί 40.000 κωδικούς με μέση τιμή στα 5 ευρώ. Πάντως η εταιρία λάνσαρε και το ηλεκτρονικό της κατάστημα στην αγορά της Ρουμανίας, ενώ το αξιοποίησε στη διάρκεια της καραντίνας. (εδώ)

Οι αεροπορικές πτήσεις στην Ευρώπη θα είναι μειωμένες κατά περίπου 55% φέτος σε σύγκριση με το 2019, καθώς η ανάκαμψη μετά το lockdown λόγω Covid-19 όχι μόνο σταμάτησε αλλά υποχωρούν και πάλι, αναφέρει ο οργανισμός που επιβλέπει την εναέρια κυκλοφορία στην ήπειρο. Ο αριθμός των πτήσεων θα είναι περίπου κατά 6 εκατομμύρια χαμηλότερος σε σχέση με πέρυσι, σύμφωνα με τον Eurocontrol που εδρεύει στις Βρυξέλλες. Τον Απρίλιο προέβλεπε μείωση αριθμού πτήσεων κατά 5 εκατομμύρια. «Πηγαίνουμε προς τα πίσω τώρα και είναι πραγματικά ανησυχητικό για ολόκληρη τη βιομηχανία», δήλωσε ο Γενικός Διευθυντής του Eurocontrol Ίμον Μπρέναν στην ανακοίνωση, αποδίδοντας την υπονόμευση της εμπιστοσύνης των επιβατών στην έλλειψη συντονισμού μεταξύ των κρατών για την επανάληψη των πτήσεων και τη δημιουργία σύγχυσης. (εδώ)

Παρότι η Ιταλία, επί σειρά ετών, βρίσκεται αντιμέτωπη με πολλαπλά προβλήματα πολιτικής αστάθειας, οικονομικής στασιμότητας και κινδύνου υποβάθμισης από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης, οι επενδυτές εξακολουθούν να αγνοούν τα ανησυχητικά σημάδια και να εμπιστεύονται τα ιταλικά ομόλογα. Κι αυτό χάρη στη δημοσιονομική και νομισματική πολιτική της Ε.Ε. και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η οποία έχει θωρακίσει τα ιταλικά ομόλογα έναντι κάθε πηγής αβεβαιότητας. «Η εμπιστοσύνη προς τη χώρα αυξάνεται» παραδέχεται ο Αλεσάντρο Τεντρόρι, επικεφαλής επενδυτής της Axa, ο οποίος βλέπει με θετικό μάτι την ενίσχυση της έκθεσης στην αγορά των ιταλικών ομολόγων, ακόμη και στο ενδεχόμενο επικράτησης της Λέγκας του Βορρά (σ.σ. Ματέο Σαλβίνι) στις βαρύνουσας σημασίας περιφερειακές εκλογές της Τοσκάνης –εξέλιξη, η οποία θα υπονομεύσει τη σταθερότητα της κυβέρνησης στη Ρώμη. Τα ιταλικά ομόλογα έχουν καταγράψει ένα σημαντικό ράλι, δεχόμενα ισχυρή ώθηση από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, το οποίο αποσκοπεί στην αντιμετώπιση της πανδημίας. Το επιτόκιο του 10ετούς κρατικού ομολόγου, για παράδειγμα, βρίσκεται σχεδόν στο 1/3 των επιπέδων του περασμένου Μαρτίου, όταν οι ανησυχίες για οικονομική κατάρρευση ελέω του «lockdown» είχαν αρχίσει να φουντώνουν. (εδώ)

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Γερμανία τα έχει πάει σχετικά καλά κατά τη διάρκεια του τρέχοντος annus horribilis και ότι η κυβέρνηση της καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ αξίζει να το πιστωθεί αυτό κατά το μεγαλύτερο μέρος. Η χώρα ενδέχεται ωστόσο να αντιμετωπίσει σύντομα ένα διαφορετικό πρόβλημα. Οι ίδιες κυβερνητικές πολιτικές που λειτούργησαν τόσο καλά στην πρώτη φάση της κορονο-ύφεσης θα μπορούσαν να προκαλέσουν σημαντική ζημιά στη δεύτερη φάση της κρίσης της πανδημίας, αλλά και μακροπρόθεσμα. Συγκεκριμένα, η Γερμανία στάθηκε καλά στο κομμάτι της σωτηρίας θέσεων εργασίας. Το έπραξε εν μέρει αναστέλλοντας τους φυσιολογικούς κανόνες πτώχευσης, διατηρώντας έτσι στη "ζωή" περισσότερους εργοδότες. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση χρησιμοποίησε ένα εργαλείο πολιτικής με ζωή ενός αιώνα προκειμένου να διατηρήσει τους εργαζόμενους στη εργασία τους, ακόμη και αν οι τελευταίοι δεν είχαν καμία δουλειά να κάνουν εκεί. Αυτά τα μέτρα κράτησαν την ανεργία στο 4,4% τον Ιούλιο, όταν ο μέσος όρος ήταν 7,2% στην Ευρωπαϊκή Ένωση και 10,2% στις ΗΠΑ. Αυτό το - πλέον - διάσημο εργαλείο ονομάζεται Kurzarbeit. Με λίγα λόγια, η κυβέρνηση επιδοτεί τις επιχειρήσεις για να διατηρούν τους εργαζομένους στη μισθοδοσία τους, ακόμη και όταν είναι αδρανείς. Ο φόβος πολλών Γερμανών οικονομολόγων είναι ότι το συγκεκριμένο "κοκτέιλ" πολιτικών θα δημιουργήσει "εταιρίες ζόμπι" - εταιρίες που θα έπρεπε πραγματικά να πεθάνουν και να βγουν από την αγορά λόγω προβλημάτων που δεν σχετίζονται με την πανδημία, αλλά αντίθετα διατηρούνται ζωντανές με τεχνητά μέσα. Υπολογίζεται ότι 550.000 εταιρίες θα μπορούσαν, σύμφωνα με μια εκτίμηση, να είναι ήδη "ζόμπι", ενώ ο αριθμός τους πιθανόν να αυξηθεί σε 800.000 το επόμενο έτος. Ο ακόμη βαθύτερος φόβος είναι ότι αυτή η "ζομποποίηση" μολύνει τελικά ακόμη και υγιείς εταιρίες και αφαιρεί την πίεση για αναδιάρθρωση, εκσυγχρονισμό και μεταρρύθμισή τους. (εδώ)

Δεν είναι σαφές εάν η βρετανική κυβέρνηση προσπαθεί να εξάγει παραχωρήσεις από τις Βρυξέλλες για τη συμφωνία που θα σφραγίζει την αποχώρηση της χώρας από την ΕΕ ή εάν πιστεύει ότι μπορεί να φύγει από την ΕΕ χωρίς συμφωνία. Αυτό που είναι σαφές είναι πως η εμπιστοσύνη μεταξύ των δύο πλευρών διαβρώνεται ραγδαία, δημιουργώντας μια σκοτεινή σκιά πάνω από το μέλλον της συνεργασίας μεταξύ των δύο πλευρών. Αυτή η συνεργασία είναι απολύτως αναγκαία σε μια περίοδο μεγάλης διεθνούς αναταραχής. Η συνεργασία μεταξύ των αποκαλούμενων big three -της Γαλλίας, της Γερμανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου- έχει συνεχιστεί μετά από την απόφαση της Βρετανίας να αποχωρήσει από την ΕΕ, ιδιαίτερα σε σχέση με το Ιράν. Η Γερμανία και η Γαλλία θέλουν να κρατήσουν τη Βρετανία δεμένη, και το Λονδίνο δεν θέλει να είναι αλυσοδεμένο στις θεσμικές διαδικασίες της ΕΕ. Τον Μάρτιο του 2019, ο Γάλλος πρόεδρος Emmanuel Macron, πρότεινε επίσης ένα Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για την Εσωτερική Ασφάλεια, για να διατηρήσει τη Βρετανία στο πλαίσιο ασφάλειας της Ευρώπης. Το Λονδίνο βλέπει μια εμπορική συμφωνία με τις ΗΠΑ, αλλά η Nancy Pelosi, η πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ, έσπευσε να αποκλείσει οποιαδήποτε συμφωνία εάν υπονομεύεται η Good Friday Agreement. Από την πλευρά της Ευρώπης, το θέμα του Brexit πρέπει να εξεταστεί ευρύτερα και μακροπρόθεσμα. Η ΕΕ έχει αποδείξει ότι είναι ένας σκληρός και στοχευμένος διαπραγματευτής. Αλλά το focus της μετά το Brexit Ευρώπης πρέπει επίσης να είναι στην επόμενη φιλία -όχι απλώς στο διαζύγιο- και πέραν αυτού που ζει τώρα στον αριθμό 10 της Downing Street: τον πρωθυπουργό του Ηνωμένου Βασιλείου, Boris Johnson. (εδώ)

Εβδομάδες θα χρειαστεί να περιμένει η επενδυτική κοινότητα μέχρι να υπάρξει σαφής νικητής στις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ, στις 3 Νοεμβρίου, σύμφωνα με όσα αναφέρει η αμερικανική τράπεζα Morgan Stanley. Πριν από τρεις περίπου εβδομάδες κάθε αναλυτής της Wall Street ήταν πεπεισμένος ότι ένα νέο δημοσιονομικό πακέτο ύψους 1,5 - 2 τρισεκ. δολαρίων είναι προ των πυλών. Έπειτα από τρεις εβδομάδες, η Morgan Stanley φαίνεται πως αναθεωρεί. Μια συμφωνία παραμένει πιθανή, αλλά το ενδεχόμενο επίτευξης μειώθηκε σημαντικά. Αυτό οφείλεται στο γεγονός πως οι Δημοκρατικοί ήθελαν μια πολύ μεγαλύτερη συμφωνία. Ως εκ τούτου, οι διαπραγματεύσεις εκτροχιάστηκαν. Αλλά τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο περίπλοκα όταν γίνεται κατανοητό ότι οι προεδρικές εκλογές πιθανότατα δεν θα παρουσιάσουν σαφή νικητή στις 3 Νοεμβρίου. Αντ 'αυτού η αγορά θα πρέπει να περιμένει εβδομάδες (αν όχι περισσότερο) έως ότου υπάρξει ένας σαφής νικητής. Στην πραγματικότητα, όπως σημείωσε νωρίτερα η JPMorgan, οι αμφισβητούμενες εκλογές είναι το «χειρότερο σενάριο» για την αγορά, εάν οι εκλογές του 2000 είναι οποιαδήποτε ένδειξη. Η ουσία είναι ότι όλες οι ελπίδες για ένα άλλο δημοσιονομικό πακέτο στήριξης πριν από τον Δεκέμβριο -το νωρίτερο- μπορεί να διαψευσθούν, κάτι το οποίο στη συνέχεια προκαλεί ένα άλλο ερώτημα: Πότε η έλλειψη δημοσιονομικής και νομισματικής ενίσχυσης θα αρχίσει να επηρεάζει τις καταναλωτικές δαπάνες στις ΗΠΑ; Εν προκειμένω αξίζει να τύχει υπενθύμισης ότι ο πρώην πρόεδρος της NY Fed, Bill Dudley, δήλωσε ότι ο ασφαλέστερος τρόπος για να αποφευχθεί η επανεκλογή του Trump ήταν να συντριβεί η αγορά πριν από τις εκλογές. Εύλογα, λοιπόν, αναρωτιέται κανείς εάν είναι πράγματι πρόθεση τη κεντρικής τράπεζας να διασφαλίσει ότι δεν θα υπάρξει μια δεύτερη θητεία Trump… (εδώ)

Πλεόνασμα 28,22 δισ. τουρκικών λιρών (3,77 δισ. δολάρια) κατέγραψε ο κυβερνητικός προϋπολογισμός της Τουρκίας τον Αύγουστο, σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποίησε το υπουργείο Οικονομικών της χώρας. Το πρωτογενές πλεόνασμα για τον ίδιο μήνα διαμορφώθηκε στα 40,12 δισ. λίρες (5,35 δισ. δολάρια. Σύμφωνα τα στοιχεία το κυβερνητικό έλλειμα της γείτονας για το σύνολο των 8 πρώτων μηνών της τρέχουσας χρονιάς ανήλθε στα 110,93 δισ. λίρες (14,8 δισ. δολάρια). (εδώ)

Έχει μεσολαβήσει μισός αιώνας από τη δεκαετία του 1970 όταν ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ, Ρίτσαρντ Νίξον, έκανε για πρώτη φορά άνοιγμα της υπερδύναμης στην Κίνα. Στα τέλη της ίδιας δεκαετίας, ο Ντενγκ Ξιαοπίνγκ, τότε πρόεδρος της Κίνας, δρομολογούσε τη σταδιακή μετάβαση της κλειστής κινεζικής οικονομίας στην ελεύθερη αγορά. Τώρα, περίπου επτά εβδομάδες πριν από τις προεδρικές εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, ο απρόβλεπτος πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τράμπ επανέρχεται δριμύτερος στο θέμα που κυριάρχησε στην προηγούμενη προεκλογική του εκστρατεία και χρωμάτισε έντονα μεγάλο μέρος της θητείας του στο τιμόνι της υπερδύναμης: την αναμέτρησή της με τον μεγάλο ανταγωνιστή της, την Κίνα. Ισως επειδή ο εμπορικός πόλεμος δεν έχει αποφέρει τους προσδοκώμενους καρπούς, ενώ το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ από το διμερές εμπόριο με την Κίνα έχει διευρυνθεί περαιτέρω. Στο μεταξύ, η Ουάσιγκτον βλέπει με ανησυχία την Κίνα να εξελίσσεται σε τεχνολογική υπερδύναμη. Μελέτη που δημοσίευσε πριν από ένα χρόνο το ερευνητικό κέντρο για τα δεδομένα καινοτομίας, με έδρα σε Ουάσιγκτον και Βρυξέλλες, κατέληξε στο συμπέρασμα πως η δεύτερη οικονομία στον κόσμο υστερεί ακόμη έναντι των ΗΠΑ στην υψηλή τεχνολογία και στην τεχνητή νοημοσύνη. Η κλιμακούμενη αναμέτρηση ανάμεσα στην Κίνα και στις ΗΠΑ έχει πλήξει το διμερές εμπόριο. Μια πλήρης αποσύνδεση των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου, όμως, θα ήταν πολύ πιο επιζήμια για τις μακροπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης της Κίνας. Αυτή είναι η εκτίμηση των Τομ Ορλίκ και Μπιορν βαν Ρόγιε, οικονομολόγων του Bloomberg Economics. Σε σχετική μελέτη τους, οι δύο οικονομολόγοι τονίζουν πως αν πράγματι αποσυνδεθούν πλήρως οι δύο οικονομίες, τότε το μακροπρόθεσμο δυναμικό ανάπτυξης της Κίνας θα περιορισθεί περίπου στο 3,5% έως το 2030. Κάτι τέτοιο ισοδυναμεί με σημαντική μείωση, αν συγκριθεί με την πιο πρόσφατη πρόβλεψη για ανάπτυξη 4,5% υπό την προϋπόθεση ότι οι διμερείς σχέσεις παραμένουν σε γενικές γραμμές αμετάβλητες. Ο υπεύθυνος των ερευνών για την αποσύνδεση ΗΠΑ – Κίνας στον τομέα της τεχνολογίας καλεί τις ΗΠΑ να προστατεύσουν την κυριαρχία τους στους ημιαγωγούς και στους μικροεπεξεργαστές. Προεξοφλεί, ωστόσο, ότι το Πεκίνο «δεν έχει καμία προοπτική να επιτύχει τον στόχο του για 70% αυτάρκεια της οικονομία του μέχρι το 2025». (εδώ)


Εγγραφή RSS για αυτά τα σχόλια Σχόλια (0)

συνολικά: | προβολή:

Σχολιάστε το άρθρο comment

Παρακαλώ εισάγετε τον κωδικό που βλέπετε στην εικόνα:

Eshop
  • email Αποστολή άρθρου
  • print Εμφάνιση εκτύπωσης
  • Plain text Προβολή ώς Plain Text