Αρχική | Εταιρίες | Τράπεζες | Αλλάζει το investment case των ελληνικών τραπεζών

Αλλάζει το investment case των ελληνικών τραπεζών

Μέγεθος γραμμάτων: Decrease font Enlarge font
Αλλάζει το investment case των ελληνικών τραπεζών

Στη διαμόρφωση ενός νέου τοπίου για τις ελληνικές τράπεζες, μέσω μιας σειράς συναλλαγών που θα είναι ελκυστικές για τους επενδυτές, προσδοκά η Τράπεζα της Ελλάδος, με την πρόταση για τη δημιουργία μιας εθνικής εταιρείας διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού (Asset Management Company), στην οποία έχουμε συνηθίσει να αναφερόμαστε ως bad bank, αλλά δεν έχει ίδια λειτουργία. Η λύση της Asset Management Company προβλέπει την εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών χωρίς resolution.

Αφού πυροδοτήθηκε η «βόμβα» της AMC από τον Γιάννη Στουρνάρα, είναι πλέον στο χέρι του πρωθυπουργού το κατά πόσο θα προχωρήσει η κυβέρνηση στην προώθηση του σχεδίου, με την αποστολή της σχετικής πρότασης στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή που είναι η αρμόδια αρχή. Πληροφορίες του «Φ» αναφέρουν ότι στη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Κομισιόν είναι ενήμεροι σε «επιστημονικό επίπεδο», όπως σημειώνεται αρμοδίως, για τα βασικά τεχνικά σημεία της πρότασης και αναμένουν τον πλήρη φάκελο.

Τις επόμενες ημέρες θα ενημερωθούν οι διοικήσεις των ελληνικών τραπεζών, οι οποίες κατά καιρούς έχουν εκφράσει προβληματισμούς για τη λύση της bad bank που θα μπορούσε να υποδεχθεί έως και 45 δισ. ευρώ κόκκινων δανείων, όμως το στοιχείο της αναγνώρισης των όποιων ζημιών σε ορίζοντα πενταετίας μπορεί να λειτουργήσει ως «γλυκαντικό». Το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης θα εξετάσει την πρόταση στη βάση των δημοσιονομικών δυνατοτήτων του ελληνικού Δημοσίου από τη στιγμή που περιλαμβάνει και χρήση κρατικών εγγυήσεων και μέσα στον Οκτώβριο θα ληφθούν οι τελικές αποφάσεις από τον ίδιο τον πρωθυπουργό.

Βασικός στόχος είναι να ξαναγίνουν οι ελληνικές τράπεζες ανταγωνιστικές και επενδυτικά ενδιαφέρουσες. Μόνο έτσι θα μπορέσουν να προσελκύσουν επενδυτές και να ξεφύγουν από το χρηματιστηριακό τέλμα. Για να συμβεί αυτό, θα πρέπει να επιλεγεί μια στρατηγική που θα προβλέπει μείωση των κόκκινων δανείων κοντά στα ευρωπαϊκά ποσοστά μετά τον «Ηρακλή» και παράλληλα θα εξαλείφει τον κίνδυνο νέας ανακεφαλαιοποίησης, ο οποίος επηρεάζει ανά τακτά χρονικά διαστήματα το επενδυτικό κλίμα. Μένει να αποφασιστεί αν η στρατηγική αυτή θα είναι μία συνέχεια του «Ηρακλή» ή η πρόταση της ΤτΕ. Σε κάθε περίπτωση, η «κληρονομιά» της δεκαετούς κρίσης που βίωσε η ελληνική οικονομία και τώρα οι επιπτώσεις της πανδημίας αποτελούν ένα πολύ σημαντικό πρόβλημα όχι μόνο για τις τράπεζες, αλλά για το σύνολο της οικονομίας. Η επίλυσή του απαιτεί θυσίες, γιατί μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν, ενώ η διαιώνιση του προβλήματος θα κάνει κακό στην προσπάθεια ανάκαμψης των επόμενων ετών.

Καινοτομία

Η καινοτομία του σχεδίου της ΤτΕ για την AMC εδράζεται στο γεγονός ότι οι τράπεζες θα πληρώνουν το κόστος της μεταβίβασης κόκκινων δανείων εν μέρει με αναβαλλόμενο φόρο, ενώ σήμερα δαπανούν «πραγματικά» κεφάλαια. Το ελληνικό Δημόσιο θα δώσει εγγυήσεις για την ομαλή λειτουργία του σχήματος και την προσέλκυση επενδυτών, για τις οποίες θα αποζημιωθεί σε μια πενταετία, με τις τράπεζες να αναλαμβάνουν το κόστος.

Συγκεκριμένα, η μεταφορά των κόκκινων δανείων στην AMC θα γίνεται στην καθαρή λογιστική αξία των δανείων και η AMC θα προχωρά στην τιτλοποίηση του χαρτοφυλακίου με τίτλους υψηλής, μεσαίας και χαμηλής διαβάθμισης, ωστόσο θα προβλέπεται και πώληση κομματιού των senior τίτλων, για να αυξηθούν οι πιθανότητες ιδιωτικής συμμετοχής. Η κρατική εγγύηση θα καλύπτει τη διαφορά μεταξύ λογιστικής αξίας και της τιμής στην οποία θα αγοράζουν οι επενδυτές και το κόστος θα επιβαρύνει τις τράπεζες. Το μεγάλο αναπάντητο ερώτημα είναι πόσο μπορεί να μειωθεί το ποσοστό του αναβαλλόμενου φόρου στα κεφάλαια των τραπεζών μέσω της προτεινόμενης διαδικασίας.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η πρόταση της ΤτΕ δεν αφορά ένα οριστικό και άκαμπτο σχέδιο, αλλά ένα πλαίσιο που μπορεί να προσαρμοστεί ανάλογα με τις παρατηρήσεις της DGComp και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Αρκεί στην τελική μορφή του το σχέδιο να συνάδει με τους ευρωπαϊκούς κανόνες περί κρατικής ενίσχυσης τραπεζών και να εξυπηρετεί τις ανάγκες των ελληνικών ιδρυμάτων. Στην περίπτωση που η κυβέρνηση αποστείλει το σχέδιο στην Κομισιόν θα υπάρξει ένα ικανό χρονικό διάστημα προσαρμογής ανάλογα με τις απαιτήσεις της DGComp, με ορίζοντα λειτουργίας από τις αρχές του 2021. Στα υπόλοιπα τεχνικά στοιχεία, η συμμετοχή στο σχήμα της AMC είναι εθελοντική και η πρόταση της AMC έρχεται να «πατήσει» πάνω στις υφιστάμενες δομές αξιοποιώντας τους servicers που δραστηριοποιούνται ήδη στην ελληνική αγορά, όπως η Cepal, η Intrum κ.λπ.

«Αγκάθια»

Οι δύο βασικοί παράγοντες που οδήγησαν τον διοικητή της ΤτΕ στη συγκεκριμένη πρόταση έχουν να κάνουν με την κατάσταση στην οποία θα βρεθούν οι ελληνικές τράπεζες μετά την ολοκλήρωση του «Ηρακλή». Παρά την πολύ θετική συμβολή του σχήματος με τις εγγυήσεις του Δημοσίου, στο οποίο συμμετέχουν και οι τέσσερις συστημικές τράπεζες και την οποία αναγνωρίζει η ΤτΕ, θα συνεχίσουν να υφίστανται δύο μεγάλα αγκάθια.

Το πρώτο είναι το υπερβολικά υψηλό ποσοστό του αναβαλλόμενου φόρου επί των συνολικών κεφαλαίων των τραπεζών, που μετά τον «Ηρακλή» αναμένεται να ξεπεράσει το 85%-90%. Αν και δεν υπάρχει κάποιο όριο που να έχει θέσει ο SSM για το ποσοστό του αναβαλλόμενου φόρου στα κεφάλαια των τραπεζών, η Moody’s έχει επανειλημμένα χτυπήσει καμπανάκι για το γεγονός ότι τα κεφάλαια αυτά δεν είναι ποιοτικά και δεν μπορούν να απορροφήσουν πιστωτικές ζημιές. Αρα, μετά τον «Ηρακλή» οι ελληνικές τράπεζες θα έχουν στο μεγαλύτερο ποσοστό κεφάλαια «χαμηλής ποιότητας».

Το δεύτερο είναι το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων και το απόθεμα των προβληματικών δανείων ύψους 40 δισ. ευρώ που θα έχει παραμείνει στα βιβλία των τραπεζών, συμπεριλαμβανομένων και των 8-10 δισ. ευρώ που εκτιμάται ότι θα προκύψουν εξαιτίας της πανδημίας. Για τις γνωστές έως σήμερα συναλλαγές στο πλαίσιο του «Ηρακλή» οι ελληνικές τράπεζες αναμένεται να θυσιάσουν 3 ποσοστιαίες μονάδες από τα εποπτικά τους κεφάλαια. Είναι υποχρεωμένες επίσης να προσαρμοστούν με ό,τι αυτό συνεπάγεται στα νέα λογιστικά πρότυπα IFRS9 και φυσικά να διαχειριστούν παλαιότερες «αμαρτίες».

Το απόθεμα των κόκκινων δανείων θα πρέπει να μειωθεί το ταχύτερο δυνατό από τα 40 δισ. ευρώ που θα βρίσκεται μετά τον «Ηρακλή» στα 15-20 δισ. ευρώ για να έχει επιτευχθεί η πρώτη φάση της σύγκλισης με την υπόλοιπη Ευρώπη και να γίνουν ξανά οι ελληνικές τράπεζες ελκυστικές στα μάτια των επενδυτών, έπειτα από μία δεκαετία απαξίωσης και εγκλωβισμού.

Εθνικές AMC το σχέδιο Λαγκάρντ - Φον ντερ Λάιεν

Ο κίνδυνος σημαντικής αύξησης των κόκκινων δανείων είναι ορατός πανευρωπαϊκά και στο δυσμενές σενάριο επενδυτικών οίκων θα μπορούσαν να φτάσουν έως το 1 τρισ. ευρώ, επίπεδο που βρίσκονταν πριν από περίπου πέντε χρόνια. Οι διεργασίες σε Βρυξέλλες και Φρανκφούρτη έχουν ξεκινήσει για τη στρατηγική που θα ακολουθηθεί μετά την πανδημία για τη διαχείριση των νέων επισφαλειών. Πληροφορίες αναφέρουν ότι σε συνάντηση που πραγματοποιήθηκε σε ανώτερο επίπεδο την περασμένη εβδομάδα, λήφθηκε η απόφαση από Κομισιόν και ΕΚΤ να προχωρήσουν με εθνικά σχήματα bad banks ή εταιρείες διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και όχι πανευρωπαϊκά.

Εκτός από την Ελλάδα, η οποία θα διαθέτει το υψηλότερο ποσοστό NPEs στην Ευρώπη και μάλιστα με μεγάλη διαφορά από τη δεύτερη χώρα ακόμη και μετά τον «Ηρακλή», δεν αποκλείεται να υπάρξουν εθνικές πρωτοβουλίες και σε άλλες χώρες. Βασικοί υποψήφιοι για να δημιουργήσουν εθνικές AMC είναι η Ιταλία, η Πορτογαλία και η Κύπρος, ενώ στην Ισπανία βρίσκεται από το 2012 σε λειτουργία η SAREB, η οποία έχει συμβάλει τα μέγιστα στην εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών.

Για πολλοστή φορά η θέση της Γερμανίας πέρασε στην Ευρώπη, αφού όλα δείχνουν ότι έχει κλείσει οριστικά η συζήτηση για τη δημιουργία πανευρωπαϊκής bad bank - η οποία στην ουσία ποτέ δεν άνοιξε επισήμως, ενώ στις διαδρόμους του στρατηγείου της ΕΚΤ ήταν κοινό μυστικό ότι δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει δεκτή από τη Γερμανία πριν από την τραπεζική ένωση.

Πριν από λίγες ημέρες, ο Ιβ Μερς, μέλος του εκτελεστικού συμβουλίου της ΕΚΤ, ξεκαθάρισε ότι το project μιας πανευρωπαϊκής bad bank είναι πολύ δύσκολο να υλοποιηθεί αν πρώτα δεν ολοκληρωθεί η τραπεζική ένωση, βάζοντας έτσι «ταφόπλακα» στην προοπτική κεντρικής λύσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Μια ιδέας που εδώ και χρόνια υποστηρίζει ο νυν επικεφαλής του SSM, Αντρέα Ενρία, από τότε που βρισκόταν στο τιμόνι της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Αρχής (EBA). Στην πανευρωπαϊκή bad bank είχε επίσης αναφερθεί αρκετές φορές η προκάτοχος του Ενρία στον SSM, Ντανιέλ Νουί.

 

Βασίλης Γεώργας

 

 

Πηγή: liberal.gr

Διαβάστε το άρθρο από την πηγή

Εγγραφή RSS για αυτά τα σχόλια Σχόλια (0)

συνολικά: | προβολή:

Σχολιάστε το άρθρο comment

Παρακαλώ εισάγετε τον κωδικό που βλέπετε στην εικόνα:

Eshop
  • email Αποστολή άρθρου
  • print Εμφάνιση εκτύπωσης
  • Plain text Προβολή ώς Plain Text