Αρχική | Πολιτική | Διεθνής Πολιτική | Η δολερή μετάβαση της Αμερικής

Η δολερή μετάβαση της Αμερικής

Μέγεθος γραμμάτων: Decrease font Enlarge font
Η δολερή μετάβαση της Αμερικής

Οι προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ επιτέλους τελείωσαν. Ο πρώην αντιπρόεδρος, Joseph R. Biden, έχει κερδίσει, αλλά δεν θα αναλάβει καθήκοντα για άλλες δέκα εβδομάδες. Μια τόσο παρατεταμένη μεταβατική περίοδος είναι αμφοτέρως ασυνήθιστη στην παγκόσμια πολιτική και έμφορτη κινδύνων, ειδικά όταν ο νυν πρόεδρος αρνείται να αποδεχθεί ότι έχει χάσει.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι σχεδόν οι μόνες μεταξύ των μεγάλων δημοκρατιών που χρειάζονται τόσο πολύ χρόνο για να εγκαταστήσουν έναν νέο αρχηγό κράτους. Στην Γαλλία, ο πρόεδρος αναλαμβάνει καθήκοντα εντός δέκα ημερών από τις εκλογές. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, τα φορτηγά της μετακόμισης φτάνουν στον αριθμό 10 της Downing Street το πρωί μετά την ήττα του νυν πρωθυπουργού. Οι δυόμισι μήνες των Ηνωμένων Πολιτειών φαίνονται καλοί μόνο σε σύγκριση με το Μεξικό, όπου η μετάβαση διαρκεί πέντε επίπονους μήνες.

Ακόμα και υπό ιδανικές συνθήκες, οι προεδρικές μεταβάσεις αποτελούν μια δυσάρεστη μεσοβασιλεία στην πολιτική των ΗΠΑ. Καθώς ο αδύναμος ηττημένος συνεχίζει να ασκεί εξουσία, ο εκλεγμένος πρόεδρος δημιουργεί μια ομάδα και υλοποιεί ένα όραμα για τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Η χώρα είναι εγκλωβισμένη μεταξύ του προέδρου που είχε και του προέδρου που θα αποκτήσει σύντομα. Αυτή την φορά, ωστόσο, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ αρνήθηκε να αποδεχτεί το εκλογικό αποτέλεσμα και η ομάδα του δεν συνεργάζεται με τον εκλεγμένο πρόεδρο. Ως αποτέλεσμα, η μεταβατική περίοδος θα είναι πιο επικίνδυνη από ποτέ. Η ανυποταξία του Trump δεν απειλεί μόνο την αμερικανική δημοκρατία αλλά θέτει σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια. Αυτή η εμπειρία πρέπει να παρακινήσει τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής των ΗΠΑ να ρίξουν μια εντελώς νέα ματιά στην προσέγγιση της χώρας για τις προεδρικές μεταβάσεις.

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΕΤΑΒΑΣΕΩΝ

Ορισμένες προηγούμενες προεδρικές μεταβάσεις έχουν γίνει ομαλά, ακόμη και όταν η εξουσία έχει μετατοπιστεί από το ένα πολιτικό κόμμα στο άλλο. Μια μέρα μετά τις εκλογές του 1992, ο εκλεγμένος πρόεδρος Μπιλ Κλίντον προέτρεψε «τους φίλους και τους εχθρούς της Αμερικής να αναγνωρίσουν, όπως εγώ, ότι η Αμερική έχει μόνο έναν πρόεδρο κάθε φορά». Ο απερχόμενος πρόεδρος, George H. W. Bush, εξασφάλισε την σύμφωνη γνώμη του Κλίντον πριν υπογράψει μια σημαντική στρατηγική συμφωνία όπλων με την Ρωσία μερικές εβδομάδες αργότερα. Η μετάβαση από τον George W. Bush στον Μπαράκ Ομπάμα ήταν ακόμη πιο απρόσκοπτη: και τα δύο μέρη συνειδητοποίησαν ότι οι μεταβάσεις είναι ευάλωτες περίοδοι που μπορούν να εκμεταλλευτούν χώρες ή ομάδες που επιθυμούν το έθνος να είναι ασθενές. Ο Μπους και ο Ομπάμα συνεργάστηκαν τόσο στενά που οι εξερχόμενοι και οι εισερχόμενοι αξιωματούχοι κάθονταν δίπλα-δίπλα την στιγμή της παράδοσης σε περίπτωση μιας πιθανής επίθεσης.

Τις περισσότερες φορές, ωστόσο, οι προεδρικές μεταβάσεις είναι δύσκολες, αμφισβητούμενες υποθέσεις. Οι νυν λαμβάνουν αποφάσεις στις οποίες οι διάδοχοί τους αντιτίθενται: για παράδειγμα, ο Κλίντον υπέγραψε την συνθήκη για την ίδρυση του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου τον Δεκέμβριο του 2000, παρόλο που ο διάδοχός του είχε κάνει εκστρατεία εναντίον του. Οι εκλεγμένοι πρόεδροι και οι ομάδες τους λαμβάνουν επίσης συχνά μέτρα για να σφετεριστούν την εξουσία του νυν προέδρου. Ο Ρίτσαρντ Νίξον, για παράδειγμα, τορπίλισε τις προσπάθειες του Λίντον Τζόνσον να πραγματοποιήσει συνάντηση κορυφής ΗΠΑ-Σοβιετικής Ένωσης και ο επιλεγείς από τον Ντόναλντ Τραμπ για την θέση του Συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας, Μάικλ Φλίν, διαβοήτως επεδίωξε να υπονομεύσει τις πολιτικές της κυβέρνησης Ομπάμα σε τηλεφωνήματα με τον Ρώσο πρέσβυ στην Ουάσινγκτον.

Η τρέχουσα προεδρική μετάβαση, ωστόσο, πιθανότατα θα σηματοδοτήσει ένα νέο χαμηλό επίπεδο. Ο Τραμπ ισχυρίζεται ότι έχει κερδίσει τις εκλογές και ως εκ τούτου απορρίπτει την ίδια την έννοια της μετάβασης σε νέα προεδρία. «Θα υπάρξει μια ομαλή μετάβαση», δήλωσε ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάικ Πομπέο, νωρίτερα αυτή την εβδομάδα, «σε μια δεύτερη κυβέρνηση Τραμπ». Υπογραμμίζοντας αυτό το σημείο, αυτή την εβδομάδα ο Τραμπ ανασχημάτισε την πολιτική ηγεσία του Πενταγώνου, απολύοντας τον υπουργό Άμυνας, Μαρκ Έσπερ, και άλλους ανώτερους αξιωματούχους και προχωρώντας για να εγκαταστήσει πιστούς του σε κορυφαίες θέσεις στην Εθνική Υπηρεσία Ασφαλείας (National Security Agency, NSA) και αλλού. Διέταξε επίσης την κυβέρνησή του να προετοιμάσει έναν νέο προϋπολογισμό για να τον παρουσιάσει στο Κογκρέσο τον Φεβρουάριο -αφότου θα έχει αποχωρήσει από το αξίωμα. Όλες αυτές οι ενέργειες δείχνουν μια μετάβαση που δεν θα μοιάζει με οποιαδήποτε άλλη στην ιστορία των ΗΠΑ: μια [μετάβαση] στην οποία η εξερχόμενη διοίκηση χρησιμοποιεί την εξουσία που ακόμα διαθέτει για να υπονομεύσει ενεργά τη νομιμότητα και την ικανότητά της διαδόχου της να αναλάβει γρήγορα και αποτελεσματικά την εξουσία.

ΟΙ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΟΥ BIDEN

Το αμερικανικό σύστημα δεν περιλαμβάνει την έννοια της υπηρεσιακής κυβέρνησης –μιας κυβέρνησης που σχηματίζεται αποκλειστικά για να διατηρήσει την συνέχεια των λειτουργιών έως ότου μπορέσει να αναλάβει η νεοεκλεγμένη κυβέρνηση. Η χώρα εκλέγει τους προέδρους για να υπηρετήσουν επί τέσσερα ολόκληρα χρόνια -όχι περισσότερο, αλλά επίσης όχι λιγότερο. Η εισερχόμενη κυβέρνηση του Μπάιντεν έχει επομένως λίγες επιλογές εκτός από το να περιμένει τον Τραμπ να φύγει, αρκεί η συμπεριφορά του προέδρου να παραμείνει συνταγματική και σύμφωνα με το θεσμικό καθήκον του. Δεν υπάρχει νομική θεραπεία που θα μπορούσε να αναγκάσει τον Τραμπ να συνεργαστεί –άλλη εκτός από το οριστικό τέλος της θητείας του στις 20 Ιανουαρίου 2021.

Ο Μπάιντεν και η ομάδα του πρέπει επομένως να αντισταθούν στον πειρασμό να αναλάβουν τις εξουσίες της προεδρίας πριν από εκείνη την ημέρα. Ο εκλεγμένος πρόεδρος και η ομάδα του άσκησαν αξιοσημείωτη πειθαρχία σε αυτό το μέτωπο πριν από τις εκλογές -αποφεύγοντας σχολαστικά οποιαδήποτε συμπεριφορά που να υποδηλώνει απόπειρα υπονόμευσης της κυβέρνησης Τραμπ. Η εκστρατεία, για παράδειγμα, κατηύθυνε όσους εργάζονται για και συμβουλεύουν τον πρώην αντιπρόεδρο να μην συναντηθούν με αξιωματούχους ξένων κυβερνήσεων. Ο ίδιος κανόνας ισχύει τώρα για εκείνους που αποτελούν μέρος της επίσημης μετάβασης. Η διατήρηση αυτού του περιορισμού θα είναι σημαντική: μια βιασύνη στην προεδρία του Μπάιντεν θα τροφοδοτούσε απλώς το αφήγημα του Τραμπ για διπροσωπία των Δημοκρατικών. Ακόμα κι αν η μετάβαση φαίνεται παρατεταμένη, η ώρα του Μπάιντεν να ασκήσει την εξουσία θα έρθει αρκετά σύντομα.

Η αναγνώριση και ο σεβασμός των εξουσιών της προεδρίας, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι κάποιος παραμένει αδρανής. Πολλοί εισερχόμενοι πρόεδροι έχουν εκφράσει δημόσια τις διαφορές τους ως προς τους προκατόχους τους, μερικές φορές με την ελπίδα να επηρεάσουν τις ενέργειες της εξερχόμενης διοίκησης τις τελευταίες εβδομάδες. Ο Μπάιντεν είναι απίθανο να έχει μεγάλη επιρροή στον Τραμπ, αλλά με το να παρουσιάσει τη νέα ομάδα του και να δημοσιοποιήσει μια σταθερή ροή δηλώσεων και ενημερώσεων πολιτικής, ο Μπάιντεν μπορεί να σηματοδοτήσει στο αμερικανικό κοινό και στον κόσμο το πώς θα μοιάζει η διοίκησή του και τι θα κάνει. Οι ξένες πρωτεύουσες μπορεί στην συνέχεια να επιλέξουν να περιμένουν τη νέα διοίκηση για να αναλάβει τα καθήκοντά της αντί να δεσμευτούν με έναν πρόεδρο που θα αποχωρήσει σε λίγες εβδομάδες. Σε τελική ανάλυση, παρά το δράμα της ρητορικής του Τραμπ, οι περισσότερες από τις εκτελεστικές ενέργειες που παραμένουν στην εξουσία του είναι πιθανότατα πιο ενοχλητικές παρά καταστροφικές για τον εκλεγμένο πρόεδρο: ο Μπάιντεν μπορεί να αντιστρέψει οποιοδήποτε εκτελεστικό διάταγμα με μια μονοκονδυλιά, να απολύσει ή να επαναδιορίσει αξιωματούχους όπως θέλει, και να αναιρέσει κάθε υπόσχεση που δεν έχει γίνει νόμος.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ

Ωστόσο, ο μεγαλύτερος κίνδυνος που θέτει ο Τραμπ είναι οι βασικές πρακτικές λεπτομέρειες της ίδιας της διαδικασίας μετάβασης. Σύμφωνα με νόμους που έχουν σχεδιαστεί για να διευκολύνουν την επίσημη παράδοση της εξουσίας, μια σχετικά μικρή ομάδα μετάβασης του Μπάιντεν που συνεδρίαζε από τον Σεπτέμβριο, τώρα εξελίσσεται σε μια επιχείρηση πλήρους κλίμακας. Ο Μπάιντεν έχει ορίσει τις λεγόμενες ομάδες επιθεώρησης υπηρεσιών (agency review teams) που υποτίθεται ότι θα συναντηθούν με ανώτερους αξιωματούχους σε όλη την ομοσπονδιακή κυβέρνηση για την προετοιμασία της πρώτης ημέρας της νέας διοίκησης. Οι συναντήσεις παρέχουν στους εισερχόμενους αξιωματούχους την γνώση που χρειάζονται για να λάβουν ενημερωμένες αποφάσεις την πρώτη ημέρα της θητείας τους.

Ωστόσο, η εχθρότητα του Τραμπ έθεσε υπό αμφισβήτηση αυτήν την επίσημη διαδικασία. Προτού ξεκινήσει νόμιμα η μετάβαση, η επικεφαλής της Διοίκησης Γενικών Υπηρεσιών (General Services Administration), Emily Murphy, πρέπει να πιστοποιήσει ότι οι εκλογές έχουν αποφασιστεί. Η Murphy, μια διορισμένη από τον Τραμπ, μέχρι στιγμής αρνήθηκε να το πράξει, αφήνοντας τη μετάβαση σε κενό. Ακόμα και όταν η Murphy ξεκινήσει την διαδικασία, είναι απίθανο να είναι ομαλή. Οι ανώτεροι αξιωματούχοι της διοίκησης ενδέχεται να καθυστερήσουν, αν όχι να αρνηθούν εντελώς, να συναντηθούν με τις ομάδες επιθεώρησης υπηρεσιών. Εάν οι αξιωματούχοι του Τραμπ συμφωνήσουν να συναντηθούν, ενδέχεται να μην φτάσουν σε όσα γνωρίζουν. Θα μπορούσαν να αρνηθούν να δώσουν στις μεταβατικές ομάδες πρόσβαση στα έγγραφα που εκείνες θα ζητούν ή ακόμη και να καταστρέψουν αρχεία (αν και το τελευταίο ενδέχεται να αποτελεί ομοσπονδιακό έγκλημα). Ακόμα κι αν ο Τραμπ καταλήξει να επιτρέψει στους αξιωματούχους καριέρας να διαδραματίσουν τους μεταβατικούς ρόλους που τους έχουν ανατεθεί από τον νόμο, η ομάδα του Μπάιντεν και πάλι ίσως να μην τους βρει πολύ βοηθητικούς, επειδή η διοίκηση έχει υιοθετήσει μια τόσο τυχαία και αποδιοργανωμένη προσέγγιση στην χάραξη πολιτικής.

Ωστόσο, η εχθρότητα του Trump δεν μπορεί να εκτροχιάσει όλες τις προσπάθειες του Μπάιντεν. Η μεταβατική ομάδα του εκλεγμένου Προέδρου μπορεί να προχωρήσει στον εντοπισμό ατόμων για να συμπληρώσει περίπου 4.000 θέσεις πολιτικά διορισμένων  σε ολόκληρη την κυβέρνηση και μπορεί να ανοίξει συνομιλίες με την Γερουσία για την ταχεία επιβεβαίωση των 1.200 για τις οποίες απαιτείται. Η ομάδα μπορεί να προετοιμάσει μερικές από τις αρχικές προεδρικές αποφάσεις του Μπάιντεν και να προγραμματίσει για την εφαρμογή τους. Μπορεί να προγραμματίσει σημαντικές συναντήσεις, τηλεφωνικές κλήσεις, και επισκέψεις, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό.

Οι επόμενες δέκα εβδομάδες θα είναι ταραχώδεις και γι’ αυτό θα ευθύνεται η αδιαλλαξία του Τραμπ. Μια αφοσιωμένη ομάδα ανθρώπων με εκτεταμένη εμπειρία στην διακυβέρνηση εργάζεται ήδη σκληρά για να διασφαλίσει ότι η διοίκηση του Μπάιντεν θα είναι έτοιμη να αναλάβει την ευθύνη στις 20 Ιανουαρίου. Η αλλαγή μιας κυβέρνησης είναι περίπλοκη υπόθεση ακόμη και στις καλύτερες περιστάσεις. Αλλά το αν οι δέκα εβδομάδες είναι το σωστό χρονικό διάστημα προς τούτο, δεν είναι προφανές. Το διάστημα είναι πολύ μικρό για να στελεχωθεί πλήρως μια διοίκηση: αυτή η διαδικασία καταναλώνει πολλούς μήνες και διαρκεί πολύ μετά την ημέρα της ορκωμοσίας. Αλλά στην πραγματικότητα η παράδοση εξουσίας, η οποία απαιτεί απλώς τον όρκο της θητείας, διαρκεί μόνο δευτερόλεπτα, όχι δέκα εβδομάδες.

Το δράμα και το χάος της τρέχουσας μετάβασης μπορεί να καταστήσει αυτή την εποχή κατάλληλη για να μελετηθεί η συντόμευση του χρονικού πλαισίου, ίσως μετακινώντας τις εκλογές πιο κοντά στην συνταγματική εντολή της ημέρας της ορκωμοσίας. Στις δέκα εβδομάδες, οι προεδρικές μεταβάσεις είναι πολύ μακρές για να είναι καθησυχαστικές, πολύ σύντομες για να είναι διεξοδικές, αλλά ακριβώς στην σωστή διάρκεια για να προκαλέσουν προβλήματα.

 

Πηγή: foreignaffairs.gr

Διαβάστε το άρθρο από την πηγή

Εγγραφή RSS για αυτά τα σχόλια Σχόλια (0)

συνολικά: | προβολή:

Σχολιάστε το άρθρο comment

Παρακαλώ εισάγετε τον κωδικό που βλέπετε στην εικόνα:

Eshop
  • email Αποστολή άρθρου
  • print Εμφάνιση εκτύπωσης
  • Plain text Προβολή ώς Plain Text