Αρχική | Πολιτική | Διεθνής Πολιτική | Γιατί η ασφάλεια των ΗΠΑ εξαρτάται από τις συμμαχίες -τώρα περισσότερο από ποτέ

Γιατί η ασφάλεια των ΗΠΑ εξαρτάται από τις συμμαχίες -τώρα περισσότερο από ποτέ

Μέγεθος γραμμάτων: Decrease font Enlarge font
Γιατί η ασφάλεια των ΗΠΑ εξαρτάται από τις συμμαχίες -τώρα περισσότερο από ποτέ

Ο κόσμος δεν γίνεται ασφαλέστερος για τις Ηνωμένες Πολιτείες ούτε για τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Ακόμη και πριν από την πανδημία του κορωνοϊού, η Εθνική Στρατηγική Άμυνας του 2017 περιέγραψε ένα διεθνές περιβάλλον αυξημένης παγκόσμιας αταξίας, μακροπρόθεσμου στρατηγικού ανταγωνισμού, ταχείας διασποράς τεχνολογιών, και διάβρωσης των στρατιωτικών πλεονεκτημάτων των ΗΠΑ. Η προστασία των Ηνωμένων Πολιτειών απαιτεί μια στρατηγική άμυνας εις βάθος -δηλαδή, τον εντοπισμό και την αντιμετώπιση παγκόσμιων προβλημάτων όπου εμφανίζονται, αντί να αναμένονται οι απειλές να φτάσουν στις αμερικανικές ακτές.

Για να επιτευχθεί άμυνα εις βάθος, η απλή ενίσχυση του στρατού των ΗΠΑ δεν αρκεί˙ ούτε το ακόμη πιο επείγον καθήκον της ενίσχυσης της διπλωματίας των ΗΠΑ και άλλων πολιτικών στοιχείων εθνικής ισχύος. Η ενίσχυση της εθνικής ασφάλειας πρέπει να ξεκινήσει με την θεμελιώδη αλήθεια ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να προστατεύσουν τον εαυτό τους ή τα συμφέροντά τους χωρίς την βοήθεια άλλων. Η διεθνής δέσμευση επιτρέπει στις Ηνωμένες Πολιτείες να βλέπουν και να ενεργούν από απόσταση, καθώς μαζεύονται απειλές, αντί να περιμένουν να πάρουν διαστάσεις που τελικά τις καθιστούν πολύ πιο δαπανηρές και πιο επικίνδυνες για να ηττηθούν. Η κατανίκηση των αναδυόμενων απειλών ειδικότερα δίνει προτεραιότητα στο να υπάρχει ορατότητα μακριά από την πατρίδα, ώστε να επιτρέπει έγκαιρη προειδοποίηση και ταχεία προσαρμογή στις απρόβλεπτες εξελίξεις.

Όσο ικανός κι αν είναι ο στρατός των ΗΠΑ, οι κύριοι αντίπαλοι των Ηνωμένων Πολιτειών περιορίζονται περισσότερο από το δίκτυο των συμμαχιών [των ΗΠΑ] παρά από την στρατιωτική τους ισχύ. Ωστόσο, η συνεχιζόμενη αποτυχία να επενδύσουν επαρκώς στις σχέσεις με συμμάχους και εταίρους και να συνεργαστούν μαζί τους για την διαμόρφωση του διεθνούς περιβάλλοντος διακινδυνεύει την διάβρωση αυτού του δικτύου -αφήνοντας έναν επί πολύ καιρό φροντισμένο κήπο να πνιγεί στα ζιζάνια. Ακόμα χειρότερα, θα μπορούσε να οδηγήσει στην ανάδυση άλλων, ανταγωνιστικών δικτύων, προμηνύοντας μια διεθνή τάξη από την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες θα είναι αποκλεισμένες, ανίκανες να επηρεάσουν τα αποτελέσματα επειδή απλά δεν θα είναι παρούσες.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες σήμερα υπονομεύουν τα θεμέλια μιας διεθνούς τάξης προδήλως πλεονεκτικής για τα αμερικανικά συμφέροντα, αντικατοπτρίζοντας μια βασική άγνοια του εύρους στο οποίο τόσο οι ισχυρές συμμαχίες όσο και οι διεθνείς θεσμοί παρέχουν ζωτικό στρατηγικό βάθος. Στην πράξη, το «Πρώτα η Αμερική» σημαίνει «Μόνη της η Αμερική». Αυτό έχει βλάψει την ικανότητα της χώρας να αντιμετωπίσει προβλήματα προτού φτάσουν στην επικράτεια των ΗΠΑ και έτσι έχει επιδεινώσει τον κίνδυνο που θέτουν οι αναδυόμενες απειλές.

ΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΤΟΥ «ΜΟΝΗ ΤΗΣ Η ΑΜΕΡΙΚΗ»

Οι υποστηρικτές της προσέγγισης που έχει η τρέχουσα διοίκηση φαίνεται να πιστεύουν ότι οι άλλες χώρες δεν θα έχουν άλλη επιλογή παρά να αποδεχθούν τις επιθυμίες των Ηνωμένων Πολιτειών και να συνεργαστούν με τους όρους τους. Αυτό είναι αυταπάτη. Οι κυρίαρχες χώρες έχουν πάντα επιλογές: να συμβιβαστούν με τους επιθετικούς, να λάβουν μέτρα αντίθετα με τα συμφέροντα των ΗΠΑ, να επιλέξουν να μην βοηθήσουν όταν το χρειάζονται οι Ηνωμένες Πολιτείες, ή να συνεργαστούν μεταξύ τους για δραστηριότητες από τις οποίες οι Ηνωμένες Πολιτείες θα είναι αποκλεισμένες. Το να υποθέσουμε διαφορετικά έχει ως αποτέλεσμα την ενδυνάμωση των αντιπάλων και την ενθάρρυνση να δοκιμαστεί η ισχύς των δεσμεύσεων των ΗΠΑ.

Ούτε καν οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι αρκετά ισχυρές για να προστατευθούν από μόνες τους. Βασικά, χρειάζονται βοήθεια για να διατηρήσουν τον τρόπο ζωής τους. Η συνεργασία με έθνη-ομοϊδεάτες για την διατήρηση μιας διεθνούς τάξης αμοιβαίας ασφάλειας και ευημερίας είναι ένας οικονομικά αποδοτικός τρόπος εξασφάλισης αυτής της βοήθειας. Αλλά αυτό σημαίνει αντίσταση στον πειρασμό να μεγιστοποιηθούν τα κέρδη των ΗΠΑ εις βάρος χωρών που μοιράζονται τους στόχους τους και αντ' αυτού να αξιοποιηθούν οι δυνάμεις επιρροής και έμπνευσης για την διεύρυνση της ομάδας των χωρών που συνεργάζονται με τις Ηνωμένες Πολιτείες για κοινό σκοπό.

Αυτές οι συμμαχικές σχέσεις [1] απαιτούν επίσης μια προωθημένη στρατηγική -την παρουσία διπλωματών και στρατιωτικών δυνάμεων των ΗΠΑ στην Ασία, την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή- για να δοθεί εμπιστοσύνη στις δεσμεύσεις των ΗΠΑ. Μαζί, αυτή η παρουσία και οι σχέσεις που εξασφαλίζουν, δημιουργούν ένα προπύργιο κατά των απειλών, ένα «μαξιλάρι», και ένα σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης που δίνει χρόνο και χώρο για την αντιμετώπιση των κινδύνων οψέποτε προκύψουν. Το να απορρίπτουμε την εμπλοκή των ΗΠΑ σήμερα στο Αφγανιστάν, το Ιράκ και αλλού ως «ατελείωτους» ή «αέναους» πολέμους –όπως κάνουν τόσο ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ όσο και ο εκλεγμένος πρόεδρος Τζο Μπάιντεν– αντί [να την εκλαμβάνουμε] ως υποστήριξη σε φιλικές κυβερνήσεις που αγωνίζονται να ασκήσουν έλεγχο στην επικράτειά τους, χάνει το νόημα. Είναι προς το συμφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών να οικοδομήσουν την ικανότητα αυτών των κυβερνήσεων να αντιμετωπίζουν τις απειλές που αφορούν τους Αμερικανούς˙ αυτή η εργασία δεν είναι γρήγορη ή γραμμική, αλλά είναι μια επένδυση τόσο στην μεγαλύτερη ασφάλεια όσο και σε ισχυρότερες σχέσεις, και είναι προτιμότερη από το να πρέπει οι Ηνωμένες Πολιτείες να φροντίζουν επ' αόριστον τις απειλές από μόνες τους.

Οι σύμμαχοι συμπληρώνουν επίσης την στρατιωτική ισχύ των ΗΠΑ. Η Εθνική Στρατηγική Άμυνας του 2017 βασίστηκε στην υπόθεση ότι οι ετήσιες πραγματικές αυξήσεις των αμυντικών δαπανών θα είναι 3% έως 5%. Αυτή η υπόθεση δεν επιβεβαιώθηκε λόγω πολιτικών πραγματικοτήτων, αλλά μια ανανεωμένη εστίαση στις συνεργασίες –προσεγγίζοντας την ασφάλεια ως ομαδικό άθλημα- μπορεί να μειώσει αυτό που απαιτείται από τις δυνάμεις των ΗΠΑ. Τούτο προϋποθέτει σημαντική επένδυση για να βοηθήσει στην οικοδόμηση ικανών και πρόθυμων συμμάχων, στην διαπραγμάτευση και την συλλογική επιβολή διεθνών κανόνων και πρακτικών που συγκρατούν τους αντιπάλους, και στην διατήρηση μιας βιομηχανικής βάσης που μπορεί να καλύψει τις αμυντικές ανάγκες των Ηνωμένων Πολιτειών και να βοηθήσει στην κάλυψη εκείνων [των αμυντικών αναγκών] των πιο σημαντικών συμμάχων. Με την πάροδο του χρόνου, τέτοιες επενδύσεις θα αποδώσουν περισσότερο, αφού καθιστούν ικανούς τους συμμάχους να μοιράζονται περισσότερο βάρος.

Οι αμυντικοί πόροι δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τα πολλά μη στρατιωτικά στοιχεία που εμπίπτουν στην εθνική ασφάλεια: διπλωμάτες στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ, οικονομολόγοι στο Υπουργείο Οικονομικών και την Ομοσπονδιακή Τράπεζα, διαπραγματευτές εμπορίου στο Γραφείο του Εμπορικού Εκπροσώπου των ΗΠΑ, ειδικοί της δημόσιας υγείας στα Κέντρα για τον Έλεγχο των Ασθενειών, δικηγόροι στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο, ειδικοί σε θέματα οικονομικής ανάπτυξης στην Τράπεζα Εξαγωγών-Εισαγωγών (Export-Import Bank) και της Υπηρεσίας των ΗΠΑ για την Διεθνή Ανάπτυξη, και τεχνολόγων στην Ομοσπονδιακή Επιτροπή Επικοινωνιών (Federal Communications Commission).

Υπάρχουν πολλοί καλοί λόγοι για επενδύσεις σε τέτοια εργαλεία. Ο στρατός γίνεται αμφοτέρως λιγότερο ικανός και λιγότερο νομιμοποιημένος καθώς κινείται φυγόκεντρα από τις βασικές λειτουργίες του. Το Υπουργείο Άμυνας μπορεί να χρησιμεύσει για να ενισχυθούν οι διπλωμάτες στο εξωτερικό και να υποστηριχθούν οι πολιτικές Αρχές εγχωρίως παρέχοντας βοήθεια σε τομείς όπως η εφοδιαστική (logistics), ο χειρισμός των βιολογικών επικίνδυνων χημικών ουσιών, ή η κατάρτιση συμβάσεων σε έκτακτη ανάγκη, αλλά θα πρέπει να παραμείνει ο υποστηρικτικός παρά ο υποστηριζόμενος οργανισμός -και πρέπει ενεργά να αποφεύγει την αντίληψη ότι είναι πολιτικοποιημένος, όπως συνέβη στο περιστατικό με τον Τραμπ τον περασμένο Ιούνιο στην πλατεία Λαφαγιέτ. Η εξισορρόπηση του χαρτοφυλακίου ασφαλείας των ΗΠΑ με αυτόν τον τρόπο θα μειώσει φυσικά την εξέχουσα θέση των στρατιωτικών στοιχείων χωρίς να εξασθενίσει την άμυνα των ΗΠΑ παρέχοντας πιο ποικίλες και αποτελεσματικές συνεισφορές από μη στρατιωτικές πηγές. Θα αποτρέψει επίσης μια υπερβολική εξάρτηση από τον στρατό να διαβρώσει τις αμερικανικές παραδόσεις της πολιτικής διακυβέρνησης και τα πλεονεκτήματα μιας ελεύθερης κοινωνίας.

Ωστόσο, μια τέτοια επανεξισορρόπηση της προσέγγισης των ΗΠΑ ως προς την εθνική ασφάλεια είναι επίσης απαραίτητη όσον αφορά την διατήρηση του δικτύου συμμαχιών και εταιρικών σχέσεων της χώρας. Η στρατιωτικοποίηση της εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ μπορεί να μειώσει την ελκυστικότητα του αμερικανικού μοντέλου, η γοητεία του οποίου διευκολύνει άλλες χώρες να υποστηρίξουν τις πολιτικές των ΗΠΑ. Προωθεί επίσης έναν ανθυγιεινό καταμερισμό εργασιών μεταξύ των συμμάχων, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να αναλαμβάνουν ένα δυσανάλογο μερίδιο κινδύνου για στρατιωτικά αποτελέσματα, ενώ οι σύμμαχοί τους επικεντρώνουν την συμβολή τους στην αναπτυξιακή βοήθεια ή την διακυβέρνηση.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ «ΠΡΩΤΑ Η ΑΜΕΡΙΚΗ»

Η κύρια εξωτερική απειλή που αντιμετωπίζουν σήμερα οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι μια επιθετική και ρεβιζιονιστική Κίνα -ο μόνος αμφισβητίας που θα μπορούσε ενδεχομένως να υπονομεύσει τον αμερικανικό τρόπο ζωής. Ο στόχος των Ηνωμένων Πολιτειών, ωστόσο, δεν πρέπει να είναι μόνο να αποτρέψουν έναν πόλεμο μεγάλων δυνάμεων, αλλά και να επιδιώξουν ειρήνη και συνεργασία [μεταξύ των] μεγάλων δυνάμεων για την προώθηση κοινών συμφερόντων. Για αυτό, οι συμμαχίες και οι εταιρικές σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών είναι ιδιαίτερα σημαντικές.

Η αξιόπιστη διατήρηση της προωθημένης στρατιωτικής στρατηγικής των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ασία θα απαιτήσει αλλαγές και βελτιώσεις σε ορισμένα μέτωπα: αποτελεσματικότερη πυρηνική αποτροπή [2], βελτιωμένες δυνατότητες στο διάστημα και στον κυβερνοχώρο, δραματικές βελτιώσεις στην ικανότητα προβολής στρατιωτικής ισχύος, και μια ανανεωμένη προθυμία μετατόπισης πόρων [προερχόμενων] από χαμηλότερες προτεραιότητες. Δεδομένου ότι η Κίνα χρησιμοποιεί ασύμμετρες στρατηγικές και τεχνολογική καινοτομία, οι Ηνωμένες Πολιτείες χρειάζονται επίσης μια ολοκληρωμένη προσέγγιση για την αποκατάσταση αυτών που θα έπρεπε να είναι, και ήταν συνήθως, τα συγκριτικά πλεονεκτήματά τους. Η φύση του ανταγωνισμού έχει αλλάξει δραματικά μετά τον Ψυχρό Πόλεμο: οι παλιότεροι αγώνες για τεχνολογική κυριαρχία διεξήχθησαν σε μυστικά εθνικά εργαστήρια και άλλους διαβαθμισμένους κυβερνητικούς τομείς, αλλά σήμερα, τεχνολογίες αιχμής με στρατιωτικές εφαρμογές αναπτύσσονται σε μεγάλο βαθμό στον εμπορικό τομέα με τις προόδους να οφείλονται στην ζήτηση των καταναλωτών παρά στις κυβερνητικές οδηγίες. Τέτοιες τεχνολογίες πρέπει να ενσωματωθούν ταχέως σε οπλικά συστήματα και σε άλλες αμυντικές πλατφόρμες για να ενδυναμώσουν νέα επιχειρησιακά σχέδια και δόγματα.

Θα είναι επίσης επιτακτική ανάγκη να διατηρηθούν ισχυρές συμμαχίες στην Ασία [3], ειδικά με την Αυστραλία, την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα˙ να ενισχυθούν οι σχέσεις με εταίρους όπως η Ινδία, η Ινδονησία και το Βιετνάμ, που έχουν κοινό συμφέρον να διατηρήσουν μια ελεύθερη και ανοιχτή περιοχή˙ και να συμμετάσχουν πληρέστερα και να εργαστούν για την βελτίωση των διεθνών οργανισμών, ώστε η Κίνα να μην μπορεί να τους χειραγωγήσει βάζοντας τις ΗΠΑ σε μειονεκτική θέση. Αυτές οι εταιρικές σχέσεις είναι επίσης σημαντικές όσον αφορά την ενίσχυση και την διαφοροποίηση κρίσιμων αλυσίδων εφοδιασμού και τη μείωση της εξάρτησης της χώρας από την Κίνα για κρίσιμα αγαθά και υλικά (ειδικά για υλικά σπάνιων γαιών), την οποία η πανδημία έχει υπογραμμίσει με ανησυχητικούς τρόπους.

Βασικά, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν πρέπει να πιέζουν τις χώρες να επιλέξουν εντελώς μεταξύ των δύο δυνάμεων. Μια προσέγγιση «μαζί μας ή εναντίον μας» παίζει προς όφελος της Κίνας, επειδή η οικονομική ευημερία των συμμάχων και των εταίρων των ΗΠΑ εξαρτάται από τις ισχυρές εμπορικές και επενδυτικές σχέσεις με το Πεκίνο. Αντί να αντιμετωπίζει τις χώρες ως πιόνια σε έναν ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων, μια καλύτερη προσέγγιση θα έδινε έμφαση στους κοινούς κώδικες συμπεριφοράς και θα ενθάρρυνε τα κράτη να προωθήσουν δημόσια ένα όραμα για το κυριαρχικό μέλλον της χώρας τους και τους τύπους εταιρικών σχέσεων που χρειάζονται για να το επιδιώξουν. Θα επεκτείνει επίσης τον χώρο συνεργασίας στον οποίο όλες οι χώρες που υποστηρίζουν μια βασισμένη σε κανόνες τάξη μπορούν να συνεργαστούν για την προώθηση κοινών συμφερόντων. Η συνεργασία με διαφορετικά ιδεολογικά συστήματα είναι δύσκολη αλλά απαραίτητη και πρέπει να υπάρχουν ευκαιρίες συνεργασίας με την Κίνα σε τομείς αλληλεπικαλυπτόμενων συμφερόντων, όπως η αντιμετώπιση των πανδημιών, η κλιματική αλλαγή, και η πυρηνική ασφάλεια.

Τον Ιανουάριο, όταν ο πρόεδρος Τζο Μπάιντεν και η εθνική του ομάδα ασφαλείας αρχίζουν να επανεκτιμούν την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, ελπίζουμε ότι θα αναθεωρήσουν γρήγορα την στρατηγική εθνικής ασφάλειας για να εξαλείψουν το «Πρώτα η Αμερική» από το περιεχόμενό της, αποκαθιστώντας στην θέση της την δέσμευση στην συνεργατική ασφάλεια που υπηρέτησε τις Ηνωμένες Πολιτείες τόσο καλά επί δεκαετίες. Η καλύτερη στρατηγική για την διασφάλιση της ασφάλειας και της ευημερίας είναι η ενίσχυση της αμερικανικής στρατιωτικής δύναμης με βελτιωμένα πολιτικά εργαλεία και ένα αποκατεστημένο δίκτυο συμπαγών συμμαχιών –αμφότερα απαραίτητα για την επίτευξη άμυνας εις βάθος. Η πανδημία πρέπει να χρησιμεύσει ως υπενθύμιση του πόση θλίψη έπεται όταν περιμένουμε να έρθουν τα προβλήματα σε εμάς.

 

Kori Schake, Jim Mattis, Jim Ellis, και Joe Felter

 

Πηγή: forreignaffairs.gr

Διαβάστε το άρθρο από την πηγή

Εγγραφή RSS για αυτά τα σχόλια Σχόλια (0)

συνολικά: | προβολή:

Σχολιάστε το άρθρο comment

Παρακαλώ εισάγετε τον κωδικό που βλέπετε στην εικόνα:

Eshop
  • email Αποστολή άρθρου
  • print Εμφάνιση εκτύπωσης
  • Plain text Προβολή ώς Plain Text