Αρχική | Πολιτική | Πολιτική - Ελλάδα | Η αποτυχία της ελληνικής αποτροπής έναντι της Τουρκίας

Η αποτυχία της ελληνικής αποτροπής έναντι της Τουρκίας

Μέγεθος γραμμάτων: Decrease font Enlarge font
Η αποτυχία της ελληνικής αποτροπής έναντι της Τουρκίας

Από την εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο το 1974 οπότε και άρχισαν οι διεκδικήσεις της σε βάρος των ελληνικών συμφερόντων και δικαιωμάτων στο Αιγαίο, το ελληνικό πολιτικό σύστημα το οποίο είναι και υπεύθυνο για την χάραξη και εφαρμογή της Στρατηγικής Ασφαλείας της χώρας, συνειδητοποίησε ότι η Τουρκία αποτελεί απειλή για την εδαφική ακεραιότητα της χώρας και ότι θα πρέπει να αντιμετωπιστεί. Έγινε αντιληπτό ότι η συμμετοχή μας στην Ατλαντική Συμμαχία, ενώ ήταν χρήσιμη για την ασφάλεια της Ελλάδας από βορρά, ουδένα ρόλο θα έπαιζε σε περίπτωση ελληνο-τουρκικής συγκρούσεως. Έτσι έπρεπε να χαραχθεί μια στρατηγική αντιμετωπίσεως της τουρκικής απειλής, η οποία εκδηλωνόταν όλο και πιο καθαρά τα χρόνια που ακολούθησαν. Από το ελληνικό πολιτικό σύστημα θεωρήθηκε ότι η κατάλληλη μέθοδος ώστε να διαφυλαχθούν τα δικαιώματα μας στο Αιγαίο και να αποφευχθεί μια θερμή σύγκρουση με την Τουρκία ήταν η στρατηγική της αποτροπής. Αυτή η στρατηγική ισχύει μέχρι και σήμερα.

Το ερώτημα που τίθεται, λοιπόν, σήμερα, στο 2020, είναι εάν μετά από τόσα χρόνια εφαρμογής αυτής της στρατηγικής, αντιμετωπίστηκε με επιτυχία η τουρκική απειλή; Κατάφερε η Ελλάδα με την στρατηγική που υιοθέτησε να κάνει την Τουρκία να αλλάξει συμπεριφορά και να εγκαταλείψει την αναθεωρητική πολιτική της; Εξασφάλισε η Ελλάδα τα δικαιώματά της που απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο στο Αιγαίο; Η θέση του άρθρου είναι πως η ελληνική αποτροπή απέτυχε να αντιμετωπίσει τον τουρκικό αναθεωρητισμό, διότι για πολλούς λόγους δεν ήταν πειστική. Τους λόγους αυτούς θα προσπαθήσει να αναζητήσει το παρόν άρθρο, με επίκεντρο τον τρόπο που το ελληνικό σύστημα ασφαλείας αντιλαμβάνεται την έννοια της αποτροπής.

Πλέον αυτού, πρέπει να σημειωθεί, ότι η Αποτροπή μόνη της, δεν μπορεί να υποκαταστήσει μια ολοκληρωμένη Στρατηγική Εξωτερικής Πολιτικής, για την προώθηση των εθνικών συμφερόντων . Και αυτή η στρατηγική ουδέποτε υπήρξε .

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΤΙ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΚΡΑΤΗ

Η Αποτροπή είναι η δια της απειλής  αποθάρρυνση ενός μέρους να αναλάβει ενέργεια κατά των συμφερόντων του απειλούντος, υπό τον φόβο των συνεπειών που θα υποστεί, εάν παρά την απειλή που διατυπώνει ο αποτρέπων, αυτός αναλάβει την ενέργεια. Η Αποτροπή οδηγεί κάποιον στο να μην ενεργήσει, υπό τον φόβο των αντιποίνων. Σε θεωρητικό επίπεδο, στην γκάμα των στρατηγικών που έχουν στην διάθεση τους τα κράτη για να διαφυλάξουν την ασφάλειά τους, δηλαδή να εξασφαλίσουν την επιβίωσή τους στο άναρχο διεθνές περιβάλλον, είναι και αυτή του Πειθαναγκασμού (Coercion). Αυτή η στρατηγική έχει δυο μορφές, τον Εξαναγκασμό (Compellence) και την Αποτροπή (Deterrence). Για την οικονομία του χώρου, εδώ αναφέρεται μόνο η Αποτροπή, η οποία παίρνει δυο μορφές αναλόγως του σκοπού που εξυπηρετεί:

- Αποτροπή μέσω αρνήσεως των στόχων του αποτρεπομένου (Deterrence by denial)

- Αποτροπή μέσω τιμωρίας του αποτρεπομένου (Deterrence by punishment)

Η ελληνική αποτροπή, εκ των πραγμάτων, περιλαμβάνει και τις δυο μορφές. Η αμυντική διάταξη των μονάδων του Στρατού Ξηράς στον Έβρο και στα νησιά από την Σαμοθράκη μέχρι και την νήσο Μεγίστη, υποδηλώνει την πρόθεση της χώρας να αρνηθεί στην Τουρκία κέρδη μέσω της καταλήψεως εθνικού εδάφους.

Όμως, μένει και ένα δεύτερο μέρος, αυτό της αποτροπής εχθρικών ενεργειών που δεν αποσκοπούν αμέσως στην κατάληψη εθνικού εδάφους και οι οποίες εκδηλώνονται με την μορφή παραβιάσεων όπως αυτές του Εθνικού Εναερίου Χώρου (ΕΕΧ), των Εθνικών Χωρικών Υδάτων (ΕΧΥ), της Υφαλοκρηπίδας και της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ). Την εξέλιξη αυτών των προκλήσεων για τα συμφέροντα της Ελλάδας βιώνουμε καθημερινά, τόσο στον Έβρο όσο και στο Αιγαίο και προσφάτως και στην ανατολική Μεσόγειο. Τέτοιες ενέργειες, όμως, θα έπρεπε να αποτρέπονται από την ελληνική στρατηγική, διότι δια μέσου αυτών, χωρίς προσφυγή σε πόλεμο αλλά με χρήση στρατιωτικής δυνάμεως, η Τουρκία επιτυγχάνει στόχους της εξωτερικής πολιτικής της και απαγορεύει στην Ελλάδα την εξάσκηση των νομίμων δικαιωμάτων της.

Το βασικότερο στοιχείο της Αποτροπής, είναι η αξιοπιστία της απειλής. Η αξιοπιστία είναι μια λειτουργία που συμβαίνει στην εκτίμηση του αντιπάλου για τις στρατιωτικές δυνατότητες και την βούληση του πολιτικού συστήματος του αποτρέποντος, να χρησιμοποιήσει στρατιωτική ισχύ για την πραγματοποίηση της απειλής. Πώς όμως το μήνυμα της αποτροπής γίνεται πιστευτό στον αντίπαλο, ώστε να μην ενεργήσει με συγκεκριμένο τρόπο; Η αξιοπιστία της αποτροπής βασίζεται μεταξύ άλλων, σε τρία στοιχεία:

- Να έχει ο αποτρέπων την ικανότητα να επιφέρει το πλήγμα που λέει ότι θα επιφέρει. Το πλήγμα είναι σημαντικό γιατί αυτό αποτελεί το κόστος που θα πληρώσει ο αποτρεπόμενος σε περίπτωση που δεν αλλάξει συμπεριφορά.

- Το διακύβευμα να αξίζει την ενέργεια που διακηρύσσει ο αποτρέπων ότι θα αναλάβει.

- Να έχει ο αποτρέπων την πολιτική βούληση να αναλάβει την ενέργεια.

Το ότι πρέπει να γίνει πιστευτό το μήνυμα της Αποτροπής από τον αντίπαλο, δείχνει ότι η Αποτροπή δεν είναι μια κατάσταση που την επιτυγχάνει ένας δρων μόνος του. Η Αποτροπή είναι αποτέλεσμα αλληλεπιδράσεως, δηλαδή σχέσεως μεταξύ δυο μερών και δεν έχει σημασία τι πιστεύει ο αμυνόμενος για την αποτελεσματικότητα της αποτρεπτικής του στρατηγικής, αλλά τι καταλαβαίνει ο αποτρεπόμενος από την απειλή και την εφαρμογή της στρατηγικής αυτής στην πράξη.

Η χρήση της στρατιωτικής ισχύος για την προώθηση των εθνικών συμφερόντων ενός δημοκρατικού κράτους, είναι πάντοτε πολιτική απόφαση. Οι ένοπλες δυνάμεις (ΕΔ) δεν είναι αυθύπαρκτες, αλλά εργαλείο στα χέρια της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας. Γι’ αυτό και αν δεν υπάρχει η πολιτική βούληση για την υλοποίηση της απειλής που περιλαμβάνει η αποτροπή, δεν υφίσταται αποτροπή.

Λόγω του ότι το διεθνές σύστημα είναι άναρχο, τα κράτη διατηρούν ΕΔ προκειμένου να αποτρέπουν απειλές κατά της εθνικής ασφαλείας τους και επίδοξους σφετεριστές των δικαιωμάτων τους. Η αποτροπή λοιπόν χρειάζεται για να υποχρεώνει κράτη που σχεδιάζουν τον σφετερισμό δικαιωμάτων άλλων κρατών, να σκεφτούν το κόστος που θα υποστούν σε περίπτωση που αναλάβουν την ενέργεια που έχουν κατά νουν. Δια της αποτροπής περιφρουρείται η ασφάλεια ενός κράτους, αφού αλλιώς, επιθετικά κράτη επιδιώκουν να επιτύχουν στόχους εξωτερικής πολιτικής με γρήγορες και φθηνές νίκες. Για τον λόγο αυτό, ο αποτρέπων δεν πρέπει να δείχνει ότι δεν επιθυμεί να πολεμήσει εάν η αποτροπή αποτύχει. Η πιθανότητα από μια διεκδίκηση να εμπλακεί ένας επιτιθέμενος σε παρατεταμένη πολεμική σύγκρουση, συμβάλλει στην αποτροπή.

Όμως, όλα αυτά είναι στην θεωρία. Μια κυβέρνηση, έχει να εφαρμόσει την θεωρία στην πράξη, επιλέγοντας την κατάλληλη ευκαιρία, τον χρόνο, και τον χώρο.

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΑΠΟ ΤΟ 1974 ΚΑΙ ΜΕΤΑ

Η τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974, κατέδειξε ότι η Ελλάδα δεν μπορούσε να στηρίζεται στο ΝΑΤΟ για να προασπίσει τα εθνικά συμφέροντά της και συνεπώς θα έπρεπε να χαράξει αυτόνομη στρατηγική για την αντιμετώπιση της τουρκικής απειλής. Η νέα αυτή στρατηγική έδινε βάρος στην εσωτερική εξισορρόπηση με την οικονομική ανάπτυξη και την ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεων καθώς και στην σταδιακή ανάπτυξη αποτρεπτικών ικανοτήτων, χωρίς να εγκαταλείπεται και η εξωτερική εξισορρόπηση. Μέρος αυτής της στρατηγικής, αποτελεί το στρατιωτικό δόγμα, το οποίο όλα αυτά τα χρόνια περιγράφεται από το ελληνικό πολιτικό σύστημα, ως αποτρεπτικό.

Από το πρώτο εξάμηνο του 1974 και μετά την ανακοίνωση της Ελλάδας για ανεύρεση πετρελαϊκού κοιτάσματος στην Θάσο, η Τουρκία άρχισε να θέτει μεταξύ των άλλων, θέματα με τα ελληνικά χωρικά ύδατα, την υφαλοκρηπίδα και άλλα. Και ενώ ο αρχικός στόχος της Τουρκίας ήταν να εμποδίσει την Ελλάδα να διεξάγει έρευνες για πετρέλαιο και σε άλλες περιοχές του Αιγαίου, γρήγορα άρχισε να αμφισβητεί την κυριαρχία της Ελλάδος στον χώρο μεταξύ των 6 ναυτικά μίλια των ελληνικών χωρικών υδάτων (ΕΧΥ) και των 10 μιλίων του ελληνικού εναερίου χώρου (ΕΕΧ), άρχισε να αντιδρά στην πιθανότητα επεκτάσεως των ΕΧΥ στα 12 νμ, καθώς και στο δικαίωμα των νησιών να έχουν υφαλοκρηπίδα.

Από το 1975 και μετά, το ελληνικό σύστημα ασφαλείας, προσπαθεί να κατοχυρώσει τα ελληνικά δικαιώματα στο Αιγαίο και να αντιμετωπίσει την τουρκική απειλή, η οποία αναπτύσσεται σε τρία διαφορετικά αλλά αλληλένδετα επίπεδα:

α. Απειλή δημιουργίας επεισοδίων χαμηλής εντάσεως.

β. Απειλή πολέμου σε περίπτωση επεκτάσεως των ΕΧΥ στα 12 νμ.

γ. Απειλή γενικευμένης επιθέσεως με πρωτοβουλία της Τουρκίας.

Έτσι στον Έβρο και στα νησιά του βορείου Αιγαίου αναπτύχθηκαν αμυντικά μονάδες του ελληνικού στρατού, δημιουργείται το Δ’ Σώμα Στρατού στην Θράκη, ενώ οργανώνονται και μονάδες Εθνοφυλακής για την αυτοάμυνα των νήσων της Δωδεκανήσου, υπαγόμενες στην Ανωτάτη Στρατιωτική Διοίκηση Εσωτερικού και Νήσων (ΑΣΔΕΝ).

Τον Νοέμβριο του 1981, η τότε ελληνική κυβέρνηση εξέφρασε την θέση «Η Ελλάδα δεν διεκδικεί τίποτα από την Τουρκία, αλλά και δεν διαπραγματεύεται τα κυριαρχικά της δικαιώματα». Η θέση αυτή χρησιμοποιήθηκε πολλές φορές από Έλληνες πολιτικούς έκτοτε και χρησιμοποιείται ακόμα και τώρα, που η τουρκική προκλητικότητα έχει ξεπεράσει κάθε όριο [18]. Με βάση την διακήρυξη αυτή, δεν έπρεπε να γίνεται αποδεκτή οποιαδήποτε παραβίαση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας, σε αέρα, θάλασσα και ξηρά. Μάλιστα η Ελλάδα στις 6 Μαρτίου 1985, απεφάσισε στην αγορά 40 μαχητικών Mirage 2000 και 40 F-16, γεγονός που λίγα χρόνια μετά, της έδινε πολλές δυνατότητες αποτελεσματικής αποτροπής.

Τον Νοέμβριο του 1993, υιοθετήθηκε το δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου (ΕΑΧ) μεταξύ Ελλάδος και Κύπρου. Σύμφωνα μ’ αυτό, οποιαδήποτε τουρκική απειλή στον Έβρο, στο Αιγαίο, ή στην νεκρή ζώνη στην Κύπρο, θα ενεργοποιούσε το σύστημα ασφαλείας και των δυο χωρών. Το δόγμα του ΕΑΧ ίσχυσε από το 1994 μέχρι και το 2001, οπότε και εγκαταλείφθηκε. Όλα αυτά τα χρόνια, διεξαγόταν ετησίως η διακλαδική άσκηση «Τοξότης», με συμμετοχή δυνάμεων Ελλάδας και Κύπρου.

Στις 10 Δεκεμβρίου 2010, ο τότε υπουργός Εθνικής Άμυνας Ευάγγελος Βενιζέλος, απευθυνόμενος στους σπουδαστές της Ανωτάτης Διακλαδικής Σχολής Πολέμου, αναφερόμενος στην Πολιτική Εθνικής Άμυνας, είπε ότι «το δόγμα μας είναι αμυντικό-αποτρεπτικό».

Παρά τις διακηρύξεις, όμως, για την ισχύουσα αποτροπή, οι τουρκικές διεκδικήσεις χρόνο με τον χρόνο αυξάνονται σε ξηρά, αέρα και θάλασσα. Στην επομένη παράγραφο θα δούμε τις σπουδαιότερες εξ αυτών, από το 1974 και μετά.

ΑΠΟΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΕΙΣ

Τα προβλήματα με τις πτήσεις αεροσκαφών ξεκινούν στο τέλος Ιουλίου του 1974, όταν η Τουρκία άρχισε να αμφισβητεί την δικαιοδοσία του FIR Αθηνών, εκφράζοντας την άποψη ότι όλα τα αεροσκάφη που διέσχιζαν το μέσον του Αιγαίου έπρεπε να ενημερώνουν το Κέντρο Ελέγχου Εναερίου Κυκλοφορίας της Κων/πολεως και όχι αυτό της Αθήνας. Στο βόρειο Αιγαίο, το μέσον αντιστοιχεί στον 25ο μεσημβρινό ο οποίος έκτοτε θα μεταβληθεί σε μόνιμο όριο όλων των διεκδικήσεων που σχετίζονται με το Αιγαίο.

Η αμφισβήτηση του εύρους του ΕΕΧ αρχίζει τον Απρίλιο του 1975, όταν η Τουρκία ζήτησε από την Ελλάδα τα περιορίσει στα 6νμ τον ΕΕΧ, προκειμένου τα όρια της αιγιαλίτιδας ζώνης και του ΕΕΧ, να ταυτίζονται. Και ενώ σε διπλωματικό επίπεδο η Ελλάδα δεν δέχτηκε την τουρκική θέση και στις εξαγγελίες προς αεροναυτιλλομένους για στρατιωτικές ασκήσεις επάνω από το Αιγαίο συνέχισε να περιλαμβάνει την υπόδειξη «Κανένα αεροσκάφος δύναται να προσεγγίσει το ελληνικό έδαφος πλησιέστερα από τα 10 νμ», τουρκικά πολεμικά αεροσκάφη άρχισαν να πετούν άοπλα μεταξύ του χώρου των 6 και 10 νμ. Αυτή η πρακτική, με την ανοχή του ελληνικού συστήματος ασφαλείας συνεχίστηκε μέχρι και το 1982. Ενώ λοιπόν ισχύει η αποτροπή, τουρκικά αεροσκάφη παραβιάζουν τον ελληνικό εναέριο χώρο, χωρίς η Τουρκία να υφίσταται συνέπειες. Μετά το 1983, αρχίζουν οι πρώτες πτήσεις οπλισμένων τουρκικών αεροσκαφών εντός του ιδίου χώρου. Να σημειωθεί ότι μέχρι το 1983, δεν είχαν γίνει πτήσεις άνωθεν των ελληνικών νησιών, δηλαδή υπεράνω εθνικού εδάφους. Η ανοχή των τουρκικών ενεργειών στο διάστημα 1975-1982, αποθρασύνει την Τουρκία η οποία προχωρά ένα βήμα περισσότερο παραβιάζοντας τον ΕΕΧ με οπλισμένα αεροσκάφη κάνοντας υπερπτήσεις και άνωθεν ελληνικών νησιών. Η Ελλάδα απάντησε στις παραβιάσεις με αναχαιτήσεις από ελληνικά μαχητικά, οι οποίες όμως δεν αποφέρουν αποτελέσματα αφού δεν έχουν κόστος για την Τουρκία. Έτσι τον Ιούνιο του 1991, η Τουρκία ανακοίνωσε πως τα αεροπλάνα της θα πετούν πλέον στο Αιγαίο οπλισμένα. Στην ουσία, η στρατηγική της Αποτροπής δεν κατάφερε να περιφρουρήσει το εύρος του ΕΕΧ στα 10 νμ, όπως ίσχυε μέχρι το 1974.

Τέλος, στις 13 Μαρτίου τρέχοντος έτους, τουρκικά F-16 πέταξαν σε ύψος μόλις 150 μέτρων πάνω από ελληνική περιοχή στον βόρειο Έβρο , εγκαινιάζοντας μια νέα πρακτική, η οποία κατά πάσα πιθανότητα θα συνεχιστεί στο μέλλον.

Όπως φαίνεται στον Πίνακα 1- Παραβιάσεις και Παραβάσεις ΕΕΧ μεταξύ 1990-2000, οι μερικές εκατοντάδες παραβιάσεις του ΕΕΧ το 1990 και 1991, κατέληξαν σε χιλιάδες από το 1996 και μετά.

Όμως και στο Αιγαίο, αρχίζουν οι παραβιάσεις των ελληνικών θαλασσίων ζωνών. Η αρχή έγινε την 1η Νοεμβρίου 1973, οπότε η Τουρκία εξέδωσε άδεια στην κρατική εταιρεία πετρελαίου για έρευνα και εκμετάλλευση σε 27 περιοχές μεταξύ των νησιών Λέσβο, Χίο, Λήμνο, Άγιο Ευστράτιο, εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας. Ακολούθησε μια δεύτερη φάση νέων αδειών, τον Ιούλιο του 1974, με τις οποίες κάλυπτε το μισό Αιγαίο [26]. Τον Μάιο του 1974, ανακοίνωσε για πρώτη φορά την αποστολή ερευνητικού σκάφους, του «Τσανταρλί», εντός ελληνικής υφαλοκρηπίδας. Και ενώ οι έρευνες τελικώς δεν πραγματοποιήθηκαν, η πρακτική έμελλε να συνεχιστεί στα επόμενα χρόνια αφού και πάλι δεν υπήρξαν συνέπειες γι’ αυτήν την παράνομη συμπεριφορά. Έτσι το 1976, το Εθνικό Συμβούλιο Ασφαλείας της Τουρκίας απεφάσισε να στείλει το ερευνητικό σκάφος «Χόρα» που είχε μετονομαστεί σε «Σισμίκ-1», για έρευνες στον θαλάσσιο χώρο μεταξύ των νήσων Αγίου Ευστρατίου και Λέσβου. Οι έρευνες πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 6 και 15 Αυγούστου, παρά την αντίδραση της Ελλάδας σε διπλωματικό επίπεδο.

Πιστή στην ίδια συμπεριφορά η Τουρκία, τις 26 Μαρτίου 1987, ανακοίνωσε την πρόθεση της να προβεί σε έρευνες σε περιοχές αμφισβητούμενης υφαλοκρηπίδας ανάμεσα στην Σαμοθράκη και Θάσο με το ωκεανογραφικό σκάφος «Σισμίκ-1». Δήλωσε δε ότι τυχόν επίθεση κατά του Σισμίκ-1, θα αντιμετωπιζόταν ως πράξη πολέμου. Η Ελλάδα κινητοποίησε τις Ένοπλες Δυνάμεις, παράλληλα με διπλωματικές προσπάθειες για διαμόρφωση συμμαχιών, επιδεικνύοντας αποφασιστικότητα, οπότε το «Σισμίκ-1» αναχώρησε την 28η Μαρτίου για την βάση του. Κατά τον χειρισμό αυτής της κρίσεως απεδείχθη ότι, η αποφασιστικότητα και η πολιτική βούληση για την χρήση στρατιωτικής ισχύος επιφέρουν αποτελέσματα. Δυστυχώς, όμως, σε συνάντηση των δυο πρωθυπουργών τον Ιανουάριο του 1988 στο Νταβός της Ελβετίας, ο Έλληνας πρωθυπουργός συμφώνησε να τεθούν στο περιθώριο όλα εκείνα τα μείζονα θέματα που ενοχλούσαν τις δυο χώρες, όπως το Κυπριακό και η υφαλοκρηπίδα. Έτσι η Τουρκία απέκτησε άλλο ένα πλεονέκτημα αφού, αντί μετά την κρίση στην οποία υποχώρησε να πιεστεί ώστε να αναγκαστεί να συζητήσει την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 νμ, μπόρεσε να προσθέσει στο πακέτο των διεκδικήσεων της άλλα θέματα, όπως η οχύρωση των νησιών και η μουσουλμανική μειονότητα στην Θράκη.

Η Τουρκία μετά το 1990, διετύπωσε την άποψη ότι τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου εκχωρήθηκαν στην Ελλάδα υπό την προϋπόθεση να είναι αποστρατιωτικοποιημένα. Έκτοτε επιμένει στην αποστρατικοποίηση τους, ενώ απέναντι τους εδρεύει η 4η τουρκική Στρατιά, η οποία σε περίοδο επιχειρήσεων αναλαμβάνει την διοίκηση της Ταξιαρχίας Αμφιβίων Δυνάμεων που εδρεύει στην Φώκαια, απέναντι από την Χίο, δηλαδή του σχηματισμού που έχει αποστολή την κατάληψη ελληνικής/ων νήσου/ων.

Τον Ιούνιο του 1995, η Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση εξέδωσε ψήφισμα με το οποίο θεωρεί αιτία πολέμου την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 νμ, ενώ τον επόμενο χρόνο στην Μαδρίτη, ο Έλληνας πρωθυπουργός αποδέχθηκε να γραφεί σε κείμενο ότι, η Τουρκία έχει νόμιμα ζωτικά συμφέροντα στο Αιγαίο.

Το 1996, κατά την διάρκεια της κρίσεως των Ιμίων, Τούρκοι στρατιώτες αποβιβάζονται στην δυτική Ίμια και την καταλαμβάνουν. Είναι η πρώτη φορά μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης, που η Τουρκία καταλαμβάνει ελληνικό έδαφος στο Αιγαίο. Οι δηλώσεις του τότε πρωθυπουργού για αποφασιστική και δυναμική στάση της Ελλάδας, έμειναν απλώς λόγια. Η κατάληξη του χειρισμού της κρίσεως των Ιμίων ήταν να προστεθεί στον κατάλογο των παρανόμων διεκδικήσεων της Τουρκίας και η αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας επί μεγάλου αριθμού μικρών νησιών στο Αιγαίο και η δημιουργία μιας νέας θεωρίας, αυτή των «γκρίζων ζωνών» , που και αυτή θα έπαιρνε την θέση της στο καλάθι των διαφορών στο οποίο η Τουρκία όλα αυτά τα χρόνια προσθέτει συνεχώς θέματα.

Η Ελλάδα μετά την κρίση των Ιμίων, προσπαθώντας να κάνει πιο αξιόπιστη την αποτροπή της, υιοθέτησε την στρατηγική της Ευέλικτης Ανταπόδοσης. Σύμφωνα με αυτήν, σε περίπτωση που η Τουρκία προχωρούσε σε μια νέα κρίση τύπου Ιμίων, η Ελλάδα θα επέλεγε τον χώρο και τον χρόνο για να απαντήσει δημιουργώντας, προφανώς με επιθετική ενέργεια [35], ένα ισοδύναμο τετελεσμένο προς την κίνηση της Τουρκίας.

Το 2011, το θέμα οριοθετήσεως της υφαλοκρηπίδας μεταξύ των δυο χωρών έφυγε από το όρια στου Αιγαίου και επεκτάθηκε και στον χώρο της ανατολικής Μεσογείου. Με τις συνεχείς παραβιάσεις των ΕΧΥ να μένουν αναπάντητες και τα τουρκικά αεροσκάφη να πετούν εντός των ΕΕΧ και πάνω από ελληνικά νησιά, κατοικημένα και ακατοίκητα, δεν ήταν έκπληξη η με επίσημη επιστολή του μονίμου αντιπροσώπου της Τουρκίας στον ΟΗΕ Φεριντούν Σινιρλίογλου στις 13 Νοεμβρίου 2019, κοινοποίηση από την Τουρκία, σε τόσο υψηλό διπλωματικό επίπεδο, της ιδέας της «Γαλάζιας Πατρίδας». (Βλέπε Χάρτη 1-Γαλάζια Πατρίδα, Τουρκο-Λυβικό Μνημόνιο)

Επί της ουσίας, η Άγκυρα διεκδικεί δικαιώματα για θαλάσσιες ζώνες και υφαλοκρηπίδα και δυτικά του 28ου μεσημβρινού, νότια της Ρόδου, περιορίζοντας τις θαλάσσιες ζώνες της Δωδεκάνησου και της Κρήτης στα 6 νμ, υπονοώντας ευθαρσώς ότι επιζητεί την οριοθέτηση με κύριο συμβαλλόμενο την Λιβύη. Φυσικό επακόλουθο ήταν η υπογραφή Μνημονίου μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης στις 27 Νοεμβρίου του 2019, με το οποίο οι δυο χώρες οριοθέτησαν τις ΑΟΖ τους, χωρίς να λαμβάνουν υπόψιν την ελληνική ΑΟΖ. (Βλέπε Χάρτη 1).

Παράλληλα, αυξάνεται κατακόρυφα ο αριθμός των καθημερινών παραβάσεων και παραβιάσεων που σημειώνονται σε αέρα, στεριά και θάλασσα στο Αιγαίο, μεταξύ των ετών 2010 και Απριλίου 2020. (Βλέπε Πίνακα 2- Παραβιάσεις και Παραβάσεις ΕΕΧ-Παραβιάσεις ΕΧΥ 2010-2020). Να σημειωθεί η κατακόρυφη αύξηση των υπερπτήσεων άνωθεν εθνικού εδάφους τα δυο τελευταία χρόνια.