Αρχική | Προηγ. Τεύχη | Χ&Α - 224 | Το Χρηματιστήριο από το “ναδίρ” του 1984, στο “ζενίθ” του 1999

Το Χρηματιστήριο από το “ναδίρ” του 1984, στο “ζενίθ” του 1999

Μέγεθος γραμμάτων: Decrease font Enlarge font

Το 1999 αποτέλεσε την κορύφωση μιας ανοδικής πορείας, που ξεκίνησε το 1984 και που κατά τη 16ετή διάρκειά της, άλλαξε το Χρηματιστήριο της Αθήνας για πάντα. 

Το 1984, το Χρηματιστήριο ήταν απαξιωμένο και βρισκόταν στο χαμηλότερο σημείο της πτωτικής φάσης που είχε ξεκινήσει το 1973. 

Στο τέλος του 1984, τα μεγέθη του Χρηματιστηρίου ήταν ασήμαντα. Διαπραγματεύονταν οι μετοχές 114 εταιριών, με συνολική κεφαλαιοποίηση, που έφτανε στα 102,01 δισεκατομμύρια δραχμές (1 ευρώ = 340,75 δραχμές). Οι τραπεζικές μετοχές αποτελούσαν το 48,6% της συνολικής κεφαλαιοποίησης. Η μερισματική απόδοση έφθανε στο 8,9% και η σχέση Ρ/Ε στο 6,1.

Τη χρονιά εκείνη, 62 από τις 114 εισηγμένες εταιρίες ήταν κερδοφόρες, ενώ οι 59 απ’ αυτές έδωσαν μέρισμα. Η συνολική αξία των συναλλαγών, καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους έφτασε στα 1.313,7 εκατομμύρια δραχμές. 

Στο τέλος του έτους, ο Γενικός Δείκτης, όπως υπολογίζεται από το Χρηματιστήριο της Αθήνας έκλεισε στις 58,26 μονάδες (πρόκειται για αναγωγή του παλαιού χρηματιστηριακού δείκτη, στο Γενικό Δείκτη που ισχύει σήμερα), σημειώνοντας άνοδο κατά 1,58% σε σχέση με το 1983.

Τη χρονιά εκείνη, στο Χρηματιστήριο δραστηριοποιούνταν 27 χρηματιστηριακά γραφεία.

Στην ουσία, επρόκειτο για μία αγορά σε αδράνεια, χωρίς ιδιαίτερη σημασία ή κάποια ουσιαστική διασύνδεση με την οικονομία. Τη χρονιά εκείνη, είχαν αντληθεί από το Χρηματιστήριο κεφάλαια μόλις 2,6 εκατομμυρίων δραχμών. 

Ακολούθησε μία μακρά διαδικασία ανόδου. Το Χρηματιστήριο σταδιακά αφυπνιζόταν και άλλαζε πρόσωπο. Κατά την πορεία του έως την κορύφωση του 1999, είχε δύο σημαντικές χρονιές: Το 1987 όταν ο Γενικός Δείκτης ανέβηκε κατά 162,34% και το 1990, με άνοδο 102,86%.

Στα 16 χρόνια που μεσολάβησαν από το 1984 έως το 1999, υπήρξαν 13 ανοδικές και 3 πτωτικές χρονιές (1991, 1992 και 1994). 

Στο τέλος του 1999, η εικόνα της χρηματιστηριακής αγοράς, ήταν εντελώς διαφορετική, σε επίπεδο λειτουργικό και οργανωτικό, σε σχέση με τη διασύνδεση του Χρηματιστηρίου με τις διεθνείς αγορές, σε σχέση με τη σημασία του μέσα στην οικονομία και, κυρίως, σε σχέση με τα μεγέθη. 

Στο τέλος του 1999, στο Χρηματιστήριο της Αθήνας διαπραγματεύονταν οι μετοχές 294 εταιριών, με συνολική κεφαλαιοποίηση που έφτανε στα 63,395 τρισεκατομμύρια δραχμές ή 186,05 δισεκατομμύρια ευρώ (θα πρέπει να σημειώσουμε ότι, σύμφωνα με την ΕΣΥΕ, μία δραχμή του τέλους του 1984 ισούται με 5,89 δραχμές του τέλους του 1999). Οι τραπεζικές μετοχές (20 μετοχές, 17 τραπεζών)  αποτελούσαν το 25,8% της συνολικής κεφαλαιοποίησης. Η μερισματική απόδοση έφτανε στο 0,9%, ενώ η σχέση Ρ/Ε στο 56,0.

Κατά το 1999, 228 από τις 294 εταιρίες ήταν κερδοφόρες, ενώ μέρισμα διένειμαν 224 εταιρίες. 

Η συνολική αξία των συναλλαγών, καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους έφτασε στα 163,7 δισεκατομμύρια ευρώ, ή περίπου 655 εκατομμύρια ευρώ ημερησίως. 

Στο τέλος του 1999, ο Γενικός Δείκτης βρισκόταν στις 5.535,09 μονάδες, έχοντας πετύχει άνοδο κατά 102,19% κατά τη διάρκεια του έτους. Κατά τη διάρκεια του έτους (την 17/9/1999, ο Γενικός Δείκτης πέτυχε την υψηλότερη τιμή στην ιστορία του, στις 6.355,04 μονάδες). 

Κατά το 1999, στη χρηματιστηριακή αγορά δραστηριοποιούνταν 75 χρηματιστηριακές εταιρίες.

Το έτος 1999 υπήρξε η κορύφωση της ανοδικής φάσης της “ιστορικής περιόδου” του Χρηματιστηρίου που ξεκίνησε το 1984 και ολοκληρώθηκε το 2016, στην τελευταία φάση της κρίσης χρέους που αντιμετώπισε η χώρα.

Δείτε τα χρηματιστηριακά δελτία του τέλους των ετών 1984 και 1999 (εδώ)

Δείτε το διάγραμμα ανόδου του Γενικού Δείκτη κατά την περίοδο 1984 - 1999 (εδώ)