Αρχική | Εταιρίες | Τράπεζες | Ρευστότητα 41,4 δισ. πήραν οι τράπεζες από την ΕΚΤ το 2020

Ρευστότητα 41,4 δισ. πήραν οι τράπεζες από την ΕΚΤ το 2020

Μέγεθος γραμμάτων: Decrease font Enlarge font
Ρευστότητα 41,4 δισ. πήραν οι τράπεζες από την ΕΚΤ το 2020

Μικρό μέρος από τη φθηνή ρευστότητα των 41,4 δισ. ευρώ που άντλησαν οι τράπεζες από την ΕΚΤ με αρνητικό επιτόκιο πήγε στην πραγματική οικονομία την προηγούμενη χρονιά. Το μεγαλύτερο μέρος της επανατοποθετήθηκε στην ΕΚΤ με τη μορφή καταθέσεων, ενώ ένα σημαντικό τμήμα της αξιοποιήθηκε από τις τράπεζες για αγορές ομολόγων και τον περιορισμό της εξάρτησής τους από τη διατραπεζική αγορά.

Αυτό προκύπτει από τα στοιχεία ισολογισμών των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, με βάση τα οποία το μεγαλύτερο μέρος της ρευστότητας που δημιουργήθηκε στην οικονομία την προηγούμενη χρονιά «λιμνάζει» με τη μορφή καταθέσεων είτε στις εμπορικές τράπεζες είτε στην ΕΚΤ. Σύμφωνα με τα στοιχεία η πλεονάζουσα ρευστότητα που  δημιουργήθηκε στην οικονομία ανήλθε το 2020 στα 47 δισ. ευρώ. Από αυτά τα 33,8 δισ. ευρώ ήταν τα νέα δάνεια που οι τράπεζες άντλησαν μέσω της ΕΚΤ και του προγράμματος μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης (TLTRO). Σε αυτά προστέθηκαν άλλα 13 δισ. ευρώ με τη μορφή αύξησης των καταθέσεων από τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. Από την πλεονάζουσα ρευστότητα των 47 δισ. ευρώ μόλις τα 7,9 δισ. ευρώ ήταν οι καθαρές νέες πιστώσεις προς τις επιχειρήσεις.

Το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής ρευστότητας των 41,4 δισ. ευρώ που οι τέσσερις συστημικές τράπεζες άντλησαν συνολικά από την ΕΚΤ τον περασμένο χρόνο κατέληξε πίσω στο ευρωσύστημα, καθώς ελλείψει ικανούς ζήτησης για νέα δάνεια από αξιόχρεες επιχειρήσεις, οι τράπεζες υποχρεώθηκαν να τα επανατοποθετήσουν στο ευρωσύστημα. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα ρευστά διαθέσιμα που ήταν «παρκαρισμένα» στα τέλη του 2020 στην Κεντρική Τράπεζα ανήλθαν στα 32,2 δισ. ευρώ, καταγράφοντας άνοδο κατά 18,6 δισ. ευρώ σε σχέση με το 2019, εξέλιξη που αποτυπώνει και την απροθυμία για επενδύσεις εν μέσω της γενικευμένης κρίσης στην οικονομία.

Την ίδια περίοδο το χαρτοφυλάκιο των ομολόγων που έχουν στους ισολογισμούς τους αυξήθηκε κατά 12,7 δισ. ευρώ και από τα 29,7 δισ. ευρώ στα τέλη του 2019, ανήλθε σε 42,5 δισ. ευρώ στα τέλη του 2020, ενώ η εξάρτησή τους από τη διατραπεζική μειώθηκε κατά 12 δισ. ευρώ και συγκεκριμένα από τα 17,3 δισ. ευρώ σε μόλις 5,3 δισ. ευρώ στα τέλη του προηγούμενου χρόνου. Από την πλευρά των τραπεζών οι αγορές κρατικών τίτλων που αξιοποιούνται και για ανταλλαγές παλαιότερων ομολόγων λειτουργούν ως ένα ασφαλές καταφύγιο για τη στήριξη της κερδοφορίας τους σε μια περίοδο που οι ανάγκες για προβλέψεις  ενόψει των νέων τιτλοποιήσεων που σχεδιάζουν για το 2021 είναι αυξημένες.

Η υστέρηση στη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας σε σχέση με τη διαθέσιμη ρευστότητα που υπάρχει στο σύστημα είναι συνέπεια, αφενός, των περιορισμένων αναγκών που προκάλεσε το παρατεταμένο lockdown και αφετέρου, της ισχυρής στήριξης που δόθηκε απευθείας μέσα από τον κρατικό προϋπολογισμό, καλύπτοντας τις ανάγκες για άμεση ρευστότητα των επιχειρήσεων. Με δεδομένο ότι σημαντικός αριθμός κλάδων έμεινε κλειστός για μεγάλο διάστημα το 2020 αλλά και τους πρώτους μήνες του 2021, οι πραγματικές ανάγκες για κεφάλαια κίνησης ήταν περιορισμένες, ενώ χαμηλή ήταν η ζήτηση και για δάνεια επενδυτικού σκοπού. Ετσι ένα σημαντικό τμήμα των χορηγήσεων ύψους 21 δισ. ευρώ που διατέθηκαν μέσα από το τραπεζικό σύστημα κατευθύνθηκε για αποπληρωμές προηγούμενων δανείων ή αναχρηματοδοτήσεις, ενώ ένα επίσης σημαντικό τμήμα έγινε «μαξιλάρι» καταθέσεων.

Οι προϋπολογισμοί των τραπεζών ανεβάζουν το ύψος των νέων δανείων που θα κατευθυνθεί στην οικονομία εντός του 2021 στα 18 δισ. ευρώ περίπου με έμφαση από το β΄ τρίμηνο του έτους και μετά, καθώς η οικονομία θα αρχίσει να μπαίνει σε τροχιά ανάκαμψης. Οι καθαρές νέες πιστώσεις, δηλαδή τα νέα δάνεια αφού αφαιρεθούν οι αποπληρωμές υφιστάμενων δανείων, εκτιμάται ωστόσο ότι δεν θα ξεπεράσουν τα 4-5 δισ. ευρώ, καθώς οι επιχειρήσεις θα αναλώσουν σε πρώτη φάση το «μαξιλάρι» των καταθέσεων που έχουν δημιουργήσει.

Κλειδί για μια πιο δυναμική αύξηση των δανείων από το τρίτο τρίμηνο θα αποτελέσουν ο ρυθμός ανάκαμψης της οικονομίας και η ενεργοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης μέσω του οποίου θα δοθούν συνολικά δάνεια ύψους έως και 31 δισ. ευρώ έως και το 2026. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των τραπεζών οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης μπορούν να υποστηρίξουν ρυθμό πιστωτικής επέκτασης της τάξεως του 5% σε ετήσια βάση τα προσεχή χρόνια. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς, οι τράπεζες καλούνται να διασφαλίσουν πιστώσεις 33 δισ. ευρώ και ζητούμενο είναι η δημιουργία βιώσιμων επιχειρηματικών σχεδίων έτσι ώστε τα 31 δισ. ευρώ να κινητοποιήσουν συνολικές επενδύσεις ύψους 57 δισ. ευρώ με μορφή δανείων αλλά και ίδιας συμμετοχής από την πλευρά των επιχειρήσεων.

 

Πηγή: kathimerini.gr

Διαβάστε το άρθρο από την πηγή

Εγγραφή RSS για αυτά τα σχόλια Σχόλια (0)

συνολικά: | προβολή:

Σχολιάστε το άρθρο comment

Παρακαλώ εισάγετε τον κωδικό που βλέπετε στην εικόνα:

Eshop
  • email Αποστολή άρθρου
  • print Εμφάνιση εκτύπωσης
  • Plain text Προβολή ώς Plain Text