Αρχική | Χρηματιστήριο | Χρηματιστήριο Αθηνών | Οι τρεις παράγοντες που θα κρίνουν την πορεία των μετοχών

Οι τρεις παράγοντες που θα κρίνουν την πορεία των μετοχών

Μέγεθος γραμμάτων: Decrease font Enlarge font
Οι τρεις παράγοντες που θα κρίνουν την πορεία των μετοχών

Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει ανατρέψει το σκηνικό για την οικονομία και τις αγορές, αλλάζοντας μέσα σε μόλις λίγες μέρες προοπτικές και εκτιμήσεις, με την αβεβαιότητα να παραμένει ακόμη τεράστια, καθώς οι διαπραγματεύσεις για κατάπαυση του πυρός δεν φαίνεται προς το παρόν να καταλήγουν κάπου και η διάρκεια της σύγκρουσης θεωρείται απρόβλεπτη. Το ελληνικό Χρηματιστήριο έχει βιώσει έντονα τους γεωπολιτικούς κραδασμούς, έχοντας υποαποδώσει σημαντικά σε σχέση με τις ευρωπαϊκές αγορές από την έναρξη του πολέμου, όταν πριν από αυτόν ήταν στην κορυφή των αποδόσεων σε σχέση με τις αρχές του έτους, ενώ το ίδιο έχουν κάνει και οι τραπεζικές μετοχές οι οποίες πριν τον πόλεμο σημείωναν τις υψηλότερες (κλαδικά) αποδόσεις διεθνώς.

Σύμφωνα με αναλυτές, η πορεία του Χ.Α. το επόμενο διάστημα βασίζεται σε τρεις σημαντικούς παράγοντες. Την πορεία των τραπεζών, στο κατά πόσο θα διατηρηθεί το ελληνικό story ανάπτυξης και τη διεθνή επενδυτική διάθεση η οποία είναι απόλυτα συνδεδεμένη με τη ροή ειδήσεων από το μέτωπο της Ρωσίας-Ουκρανίας.

Οι τρεις παράγοντες που θα κρίνουν την πορεία των μετοχών

Το εξαιρετικά θετικό είναι, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, ότι ο ελληνικός τραπεζικός κλάδος συνεχίζει να δέχεται θετικά μηνύματα από τους επενδυτικούς οίκους, παρά το γεωπολιτικό σοκ, με τις τιμές-στόχους να τοποθετούνται σε σημαντικά υψηλότερα επίπεδα σε σχέση με τα τρέχοντα στο ταμπλό της Λεωφόρου Αθηνών, αποτελώντας έτσι ισχυρό στήριγμα για το Χ.Α. Όπως επανέλαβε και η HSBC η οποία διατηρεί την overweight στάση της για τις ελληνικές μετοχές, σημαντικό μέρος του story της ελληνικής αγοράς σχετίζεται με τις τράπεζες.

Ο τραπεζικός κλάδος ήταν αυτός που έδωσε στην αγορά άλλη εικόνα το τελευταίο διάστημα, τονίζει ο Ηλίας Ζαχαράκης της Fast Finance. Οι περισσότεροι περίμεναν ένα ακόμα πτωτικό έντονο σκέλος, παρ' όλα αυτά ο κλάδος έδωσε φτερά στον Γενικό Δείκτη και πλέον έχει όλα τα εχέγγυα για να γίνει επενδύσιμος, ενώ η αύξηση των επιτοκίων θα τον βοηθήσει ακόμα περισσότερο. Ακόμα ένα θετικό στοιχείο κατά τον αναλυτή είναι ότι οι περισσότεροι επενδυτές βλέπουν τις ελληνικές τραπεζικές μετοχές ακόμα για trading και όχι επενδυτικά, κάτι που μπορεί να του δώσει ακόμα μεγαλύτερη ώθηση το επόμενο διάστημα.

Οι νέες τιμές-στόχοι για τις τράπεζες

Σε νέα ανάλυσή της η Wood, η οποία είχε στόχο να αναπροσαρμόσει τις προβλέψεις ώστε να λάβει υπόψη τον αντίκτυπο του πολέμου στην Ουκρανίας, επισήμανε πως στο βασικό σενάριο βλέπει άνοδο περίπου 30% για τις ελληνικές τράπεζες, σε μέσο όρο και συγκεκριμένα η τιμή-στόχος της Eurobank είναι στο 1,3 ευρώ με περιθώριο ανόδου 25%, της Εθνικής στα 4,3 ευρώ με περιθώριο ανόδου 41%, της Alpha Bank στο 1,5 ευρώ με περιθώριο ανόδου 39% και της Τράπεζας Πειραιώς στο 1,8 ευρώ με περιθώριο ανόδου 27%.

Ο οίκος πιστεύει ότι η θετική μακροπρόθεσμη επενδυτική περίπτωση του ελληνικού τραπεζικού τομέα παραμένει ανέπαφη, με ορατή ανάκαμψη κερδών οδηγούμενη από τα αξιοπρεπή περιθώρια, την υγιή αύξηση των δανείων και το χαμηλότερο κόστος κινδύνου, και έτσι διατηρεί τη θετική της στάση καθώς και τη σύσταση "αγοράς" και για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες.

Ο υψηλότερος πληθωρισμός (και) λόγω του πολέμου, θα οδηγήσει σε χαμηλότερο διαθέσιμο εισόδημα και πιο ήπια αύξηση του ΑΕΠ το 2022 και το 2023, γεγονός που συνεπάγεται βραδύτερη αύξηση των δανείων και υψηλότερο κόστος κινδύνου, ωστόσο κατά τη Wood οι ελληνικές τράπεζες έχουν πολλούς υποστηρικτικούς παράγοντες και μαξιλάρια σε αυτήν την κρίση, όπως η έγκαιρη μείωση των NPEs, ένα ανθεκτικό χαρτοφυλάκιο απόδοσης, η εφαρμογή των σχεδίων του Ταμείου Ανάκαμψης, μια καλή τουριστική περίοδο και υψηλά αποθέματα ρευστότητας μεταξύ των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων.

Θετική παραμένει και η Axia Research για τις ελληνικές τράπεζες, τονίζοντας πως το 2021 σημείωσαν ισχυρή εκκαθάριση ισολογισμού έναντι των αρχικών στόχων, σε συνδυασμό με πολύ χαμηλούς νέους σχηματισμούς NPE. Επίσης, απέφυγαν να δώσουν μακροπρόθεσμους στόχους που ενσωματώνουν τον αντίκτυπο του υψηλότερου πληθωρισμού και της πιθανής επιβράδυνσης του ΑΕΠ λόγω του πολέμου στην Ουκρανίας. Η Axia εκτιμά ότι η ελληνική οικονομία μπορεί να αντέξει τους βραχυπρόθεσμους αντίθετους ανέμους, καθώς η ανάπτυξη βασίζεται σε σταθερά θεμελιώδη μεγέθη και καλά καθορισμένα και εξασφαλισμένα επενδυτικά σχέδια. Έτσι, διατηρεί τη σύσταση buy και για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες, βλέποντας περιθώρια ανόδου 44% έως και 97%. Για την Alpha Bank δίνει τιμή-στόχο το 1,80 ευρώ, για την Εθνική Τράπεζα τα 6,00 ευρώ, για την Πειραιώς τα 2,15 ευρώ και για τη Eurobank η τιμή-στόχος τοποθετείται στο 1,50 ευρώ.

Σε ανάλυσή της μετά τα αποτελέσματα δ’ τριμήνου των ελληνικών τραπεζών, η Fast Finance δίνει και αυτή νέες τιμές-στόχους βλέποντας σημαντικά περιθώρια ανόδου.

Για την Εθνική Τράπεζα τονίζει πως η μετοχή έχει την καλύτερη συμπεριφορά στο ταμπλό, όντας ανθεκτική και συνάμα επιθετικά ανοδική και έτσι θέτει την τιμή-στόχο στα 4,10 ευρώ με περιθώριο ανόδου 30,2% και δίνει σύσταση αγοράς, ενώ και για την Eurobank δίνει επίσης σύσταση αγοράς, με τιμή-στόχο το 1,48 ευρώ και περιθώριο ανόδου 45,1%. Buy είναι και για την Alpha Bank με τιμή-στόχο το 1,42 ευρώ και περιθώριο ανόδου 34%. Όπως επισημαίνει, τεχνικά, η περιοχή του 1 ευρώ έχει σημασία τόσο λόγω της τιμής διάθεσης της μεγάλης ΑΜΚ του 2021 όσο και εξαιτίας της ψυχολογικής επιβάρυνσης που δέχεται από βραχυπρόθεσμες θέσεις. Το εύρος 1-1,40 είναι εδραιωμένο για πολλούς μήνες, επιβεβαιώνοντας την ισχύ του, ώστε να απαιτούνται αυξημένα αντανακλαστικά σε περίπτωση διαφυγής από αυτό.

Σύσταση αγοράς δίνει η Fast Finance και για την Πειραιώς, με τιμή-στόχο το 1,88 ευρώ και περιθώριο ανόδου 35,3%. Η μετοχή της Πειραιώς, όπως σημειώνει, έχει τη μικρότερη κεφαλαιοποίηση από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες και σίγουρα αφορά στην πιο "ταλαιπωρημένη" στο ταμπλό, με το 2021 αφενός να κλείνει με βαθιές απώλειες άνω του 90%, αφετέρου να στιγματίζεται από μια ΑΜΚ πρωτοφανών όρων για την ελληνική χρηματιστηριακή πραγματικότητα και ένα R/S 1:16. Τεχνικά, η ανοδική αντίδραση από την περιοχή των 1,20 ευρώ αναδεικνύει τα αντανακλαστικά μεσοπρόθεσμων θέσεων, αποτυπώνοντας και τον τρέχοντα σχηματισμό με πρώτο στόχο τα 1,73. Ο συντελεστής Βήτα παραμένει υψηλός στο 1,65, καθιστώντας μεν κινδυνοφόρο την επενδυτική επιλογή, ωστόσο με πολλά περιθώρια υπεραπόδοσης.

Από την πλευρά της η Euroxx Securities επισημαίνει πως από άποψη αποτίμησης, παρά την έκρηξη της κρίσης στην Ουκρανία και στην Ενέργεια και τις ανησυχίες για επιβράδυνση της αύξησης του ΑΕΠ, εξακολουθεί να πιστεύει ότι το ελκυστικό επενδυτικό story των ελληνικών τραπεζών, το οποίο βασίζεται στη μεγάλη πτώση του κόστους κινδύνου και στην επιστροφή της αύξησης των δανείων, παραμένει άθικτο, ως εκ τούτου τα τρέχοντα επίπεδα τιμών παραβλέπουν την ανάκαμψη των κερδών ανά μετοχή του κλάδου και τις προοπτικές διανομής μερίσματος.

Σε ό,τι αφορά τις τιμές-στόχους, για την Alpha Bank τοποθετείται στο 1,60 ευρώ με περιθώριο ανόδου 46%, για την Eurobank στο 1,30 ευρώ με περιθώριο ανόδου 26%, για την Εθνική στα 4,20 ευρώ με περιθώριο ανόδου 32% και για την Πειραιώς στα 2,20 ευρώ με περιθώριο ανόδου 57%.

Κατά τη χρηματιστηριακή, οι ελληνικές τράπεζες δεν έχουν άμεση ή έχουν ελάχιστη έκθεση σε Ουκρανία και Ρωσία, ωστόσο η ενεργειακή κρίση θα επηρεάσει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και τα εταιρικά κέρδη που θα μπορούσαν να αλλάξουν την αναμενόμενη πιστωτική επέκταση και να αυξήσουν τις εισροές νέων NPEs. Ωστόσο, το RRF, η δράση της Ε.Ε. για την ενεργειακή κρίση, η μείωση της ανεργίας το 2021, αλλαγή νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, ο δισταγμός έκδοσης εταιρικών ομολόγων και οι καταθέσεις που συσσωρεύτηκαν εν μέσω της πανδημίας, θα μειώσουν τις αρνητικές επιπτώσεις στον πληθωρισμό και θα στηρίξουν την αύξηση του δανεισμού των τραπεζών.

Το story ανάπτυξης – αξιολογήσεις

Το αναπτυξιακό αυτό story και η ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι παρά το ξέσπασμα του πολέμου οι οίκοι αξιολόγησης δεν βάζουν φρένο στις αξιολογήσεις τους αλλά αντίθετα –όπως έκανε η DBRS, φέρνουν την Ελλάδα μόλις ένα σκαλοπάτι πριν την επενδυτική βαθμίδα–, αναμένεται να αποτελέσουν επίσης έναν σημαντικό καταλύτη για το Χ.Α.

Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία έχει αλλάξει δραματικά τις προοπτικές της οικονομίας για το 2022, με τους οίκους να προχωρούν σε υποβάθμιση των εκτιμήσεών τους για την πορεία του ΑΕΠ της Ευρωζώνης, καθώς η περιοχή είναι και περισσότερο εκτεθειμένη στη ρωσική ενέργεια. Το κύμα υποβαθμίσεων δεν αφήνει φυσικά αλώβητη την Ελλάδα, η οποία αναμένεται και αυτή να δει φέτος την ανάπτυξη να κινείται σε χαμηλότερα επίπεδα από ό,τι αναμενόταν πριν τον πόλεμο. Ωστόσο, το σημαντικό είναι πως η γεωπολιτική αυτή κρίση αν και θα μειώσει εντούτοις δεν θα εκτροχιάσει την ανάκαμψη της Ελλάδας, η οποία συνεχίζει να αναμένεται να κινηθεί στα υψηλότερα επίπεδα σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρωζώνης, διατηρώντας παράλληλα ανέπαφη την πορεία της προς το investment grade.

Η πρόσφατη αναβάθμιση του αξιόχρεου της Ελλάδος και η προσέγγιση της επενδυτικής βαθμίδας αποτελούν θετικούς μακροοικονομικούς καταλύτες για το Χ.Α., όπως σχολιάζει ο Πέτρος Στεριώτης, πιστοποιημένος χρηματοοικονομικός αναλυτής. Σε μικροοικονομικό επίπεδο, τα επόμενα τριμηνιαία αποτελέσματα και εταιρικά guidance θα ενσωματώσουν τις υφεσιακές και πληθωριστικές επιπτώσεις της εμπόλεμης κατάστασης στην πορεία της ζήτησης, της επιχειρηματικής εμπιστοσύνης και στο παραγωγικό, δανειακό και λοιπό λειτουργικό κόστος.

Αξίζει να αναφέρουμε πως η Moody’s εκτιμά ότι η ανάπτυξη φέτος στην Ευρωζώνη θα κινηθεί στο 2,8%, 1,6% χαμηλότερα από τις εκτιμήσεις του Φεβρουαρίου, και το 2023 στο 2,2% από 2,6% πριν, ενώ εκτιμά πως ο πληθωρισμός θα παραμείνει πάνω από το 5% τουλάχιστον μέχρι το τέλος του καλοκαιριού, αν όχι περισσότερο. Από την πλευρά της και η Fitch προχώρησε σε υποβάθμιση των προβλέψεών της, βλέποντας πλέον ανάπτυξη 3% από 4,5% πριν στην Ευρωζώνη φέτος, και πληθωρισμό στο 5% σε μέσο όρο.

Σε ό,τι αφορά την ελληνική οικονομία, αν και οι οίκοι αξιολόγησης έχουν αποφύγει προς το παρόν να δώσουν κάποια ακριβή πρόβλεψη, οι επενδυτικοί οίκοι έχουν ήδη αρχίσει να μειώνουν τις εκτιμήσεις τους.

Πρόσφατα η Wood προέβλεψε πως το χτύπημα στο ελληνικό ΑΕΠ από τις επιπτώσεις της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία θα είναι της τάξης του 2%, με την τελική ανάπτυξη να τοποθετείται φέτος στο 2% από 4% που προέβλεπε πριν, ενώ εκτιμά πως ο πληθωρισμός θα κινηθεί σε διψήφια ποσοστά.

Σε μικρή υποβάθμιση των εκτιμήσεών της για την ανάπτυξη στην Ελλάδα φέτος, στο 3% από 3,3% πριν, προχώρησε η Oxford Economics, καθώς η εμφάνιση της παραλλαγής Όμικρον στα μέσα του δ’ τριμήνου του περασμένου έτους και ο πόλεμος στην Ουκρανία θα επηρεάσουν τις οικονομικές προοπτικές για το 2022, όπως σημείωσε. Οι οικονομικές επιπτώσεις της σύγκρουσης θα γίνουν αισθητές κυρίως μέσω της αύξησης των τιμών της ενέργειας και των τροφίμων, της επιδείνωσης της εμπιστοσύνης, της αναταραχής στις χρηματοπιστωτικές αγορές και περαιτέρω διακοπές στις αλυσίδες εφοδιασμού, όπως τόνισε.

Η Bank of America μείωσε στο 3% από 3,8% πριν την εκτίμησή της για την ανάπτυξη στην Ελλάδα φέτος, ενώ εκτιμά ότι ο πληθωρισμός θα εκτιναχθεί στο 6,1% φέτος (από 1,9% που έβλεπε πριν) και η ING αναμένει πως το ελληνικό ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 3% φέτος από 3,4% που ανέμενε πριν, ενώ ο πληθωρισμός θα βρεθεί στο 4,6% στο σύνολο του 2022 από 3,3% που εκτιμούσε προηγουμένως.

Οι προοπτικές των διεθνών αγορών

Παρά τα στοιχεία αυτονόμησης που έχει δείξει συχνά-πυκνά το ελληνικό Χρηματιστήριο, το διεθνές κλίμα και η στάση επενδυτών παγκοσμίως που δημιουργούν οι εξελίξεις στο μέτωπο των γεωπολιτικών με τη ροή ειδήσεων να καθορίζει και τις κινήσεις των χαρτοφυλακίων σε καθημερινό επίπεδο, η πορεία των διεθνών δεικτών και ειδικά των ευρωπαϊκών αποτελεί αναπόφευκτα "πυξίδα για το Χ.Α. Πριν τον πόλεμο οι ευρωπαϊκές μετοχές θεωρούνταν ότι θα αποτελούσαν το μεγάλο επενδυτικό story του 2022, με βασικό όπλο το Ταμείο Ανάκαμψης και τις ελκυστικές αποτιμήσεις. Ο πόλεμος έχει αλλάξει το τοπίο αυτό καθώς η Ευρώπη εμφανίζεται να είναι η πιο ευάλωτη σε σχέση με την έκθεση στη Ρωσία οικονομία.

Η J.P. Morgan, αν και δηλώνει υπέρ της αύξησης του ρίσκου και την αγορά μετοχών σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, καθώς πιστεύει ότι έχει ήδη αποτιμηθεί ο μεγάλος κίνδυνος του γεωπολιτικού τοπίου, η επενδυτική εμπιστοσύνη είναι αρνητική και οι θέσεις των επενδυτών στις μετοχές είναι χαμηλή, ωστόσο αποφασίζει πλέον να "γυρίσει" σε underweight τη στάση της για τις αγορές της Ευρώπης, τόσο των μετοχών όσο και των εταιρικών ομολόγων, για να αντισταθμίσει οποιαδήποτε περαιτέρω γεωπολιτική κλιμάκωση, και καθώς η σύγκρουση είναι πιθανό να έχει σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις για την περιοχή για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, ακόμη και σε περίπτωση αποκλιμάκωσης. Σε έρευνα, πάντως, που έκανε στους πελάτες της, το 56% σχεδιάζει να αυξήσει την έκθεση σε μετοχές και το 79% να μειώσει τις θέσεις σε πιο μακροπρόθεσμα κρατικά ομόλογα το επόμενο διάστημα.

Σε πρόσφατη έρευνα της Bank of America, το 44% των funds θεωρεί τη σύγκρουση στην Ουκρανία ως τον μεγαλύτερο κίνδυνο για τις αγορές, ακολουθούμενη από μια παγκόσμια ύφεση, την οποία το 21% θεωρεί ως κύρια ανησυχία, ενώ το 18% θεωρεί τον πληθωρισμό ως τον βασικό κίνδυνο. Μετά το πρόσφατο sell-off, το 50% των funds αναμένει ότι οι ευρωπαϊκές μετοχές θα ανακάμψουν κατά τουλάχιστον 5%, ενώ το ένα τρίτο των επενδυτών βλέπει περιθώρια περαιτέρω πτώσης της αγοράς. Σε αυτό το πλαίσιο, η BofA παραμένει αρνητική για τις ευρωπαϊκές μετοχές, καθώς εκτιμά πως η ανάπτυξη της Ευρωζώνης θα επιβραδυνθεί ακόμη και αν υλοποιηθεί μια ειρηνευτική συμφωνία μεταξύ Ρωσίας/Ουκρανίας. Όπως τονίζει ο μακροοικονομικός κύκλος της Ευρωζώνης θα επιβραδυνθεί απότομα φέτος, καθώς οι τιμές της ενέργειας παραμένουν υψηλές ακόμη και μετά την πρόσφατη πτώση, υποδηλώνοντας σημαντικές συνέπειες για τις ευρωπαϊκές καταναλωτικές δαπάνες και τη βιομηχανική δραστηριότητα.

Κατά την Capital Economics, το 2022 είναι πιθανό να είναι μια χειρότερη χρονιά για risk assets από ό,τι είχε προβλεφθεί προηγουμένως. Ακόμη και αν ο πόλεμος τελειώσει, οι κυρώσεις στη Ρωσία είναι απίθανο να ακυρωθούν πλήρως. Μια συνέπεια αυτού, κατά την άποψη της Capital Economics, είναι ότι η οικονομική ανάπτυξη –και τα εταιρικά κέρδη– θα είναι λίγο πιο αδύναμα από ό,τι περίμενε προηγουμένως. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην Ευρώπη, η οποία είναι πιο εκτεθειμένη οικονομικά στις επιπτώσεις των κυρώσεων στη Ρωσία. Το πλήγμα στην αμερικανική οικονομία, αντίθετα, θα είναι πιθανώς πολύ μικρότερο.

Αυτό δεν αποκλείει περαιτέρω κέρδη στα risk assets, ωστόσο, όπως αυξήσεις σε δείκτες μετοχών ή κάποια μείωση των πιστωτικών spreads, από τώρα έως το τέλος του έτους. Επίσης, δεν αποκλείει την καλύτερη απόδοση των μετοχών στην Ευρώπη από την αμερικανική αγορά κατά το υπόλοιπο του έτους, καθώς τα προεξοφλητικά επιτόκια συνεχίζουν να αυξάνονται. Αλλά αποτελεί σίγουρα λόγο για πτωτική αναθεώρηση των στόχων για τους δείκτες μετοχών για το σύνολο του 2022. "Ακόμα κι αν η κατάσταση αποκλιμακωθεί και η διάθεση στις αγορές σε σχέση με τον πόλεμο συνεχίσει να βελτιώνεται, η κρίση αυτή θα έχει αλλάξει εντελώς τις προοπτικές των μετοχών", καταλήγει ο οίκος.

 

Πηγή:capital.gr

Διαβάστε το άρθρο από την πηγή

Εγγραφή RSS για αυτά τα σχόλια Σχόλια (0)

συνολικά: | προβολή:

Σχολιάστε το άρθρο comment

Παρακαλώ εισάγετε τον κωδικό που βλέπετε στην εικόνα:

Eshop
  • email Αποστολή άρθρου
  • print Εμφάνιση εκτύπωσης
  • Plain text Προβολή ώς Plain Text