Αρχική | Ειδήσεις | Η Ευρώπη πρέπει να σταματήσει να πληρώνει για τον πόλεμο της Ρωσίας

Η Ευρώπη πρέπει να σταματήσει να πληρώνει για τον πόλεμο της Ρωσίας

Μέγεθος γραμμάτων: Decrease font Enlarge font
Η Ευρώπη πρέπει να σταματήσει να πληρώνει για τον πόλεμο της Ρωσίας

Ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία μπορεί να βρίσκεται σε ένα αιματηρό αδιέξοδο για την ώρα, με τις δύο πλευρές να είναι σε θέση να πάρουν κάποιες νίκες σε τοπικό επίπεδο, αλλά καμία δεν μπορεί να κερδίσει την άλλη αποφασιστικά. Ωστόσο, ο Ρώσος πρόεδρος Πούτιν άνοιξε ένα νέο μέτωπο, οικονομικό, απαιτώντας οι "μη φιλικές χώρες” να πληρώσουν για το ρωσικό αέριο σε ρούβλια. Αυτό θα μπορούσε να τις αναγκάσει να μεταβιβάσουν σκληρό νόμισμα στην κεντρική τράπεζα της Ρωσίας, για να αγοράσει τα ρούβλια που χρειάζεται. Στην πραγματικότητα, ο Πούτιν θέλει να αναγκάσει την Ευρώπη να παρακάμψει τις δικές της κυρώσεις και να στηρίξει το νόμισμά του για αυτόν.

Η Ευρώπη θα πρέπει να αρνηθεί να παίξει αυτό το παιχνίδι. Ωστόσο, θα πρέπει να πάει πιο κάτω. Θα πρέπει να σταματήσει να πληρώνει 800 εκατ. Ευρώ ημερησίως για την αγορά ρωσικού αερίου. Όσο υψηλότερες είναι οι τιμές του αερίου, τόσο περισσότερα κεφάλαια ρέουν στα ταμεία της ρωσικής κυβέρνησης για να τα ξοδεύει -μεταξύ άλλων- στην εισβολή στην Ουκρανία. Παρά το ότι οι δυτικές κυβερνήσεις προμηθεύουν την Ουκρανία με όπλα για να υπερασπιστεί τον εαυτό της και επιβάλουν κυρώσεις στη Ρωσία, οι Ευρωπαίοι καταναλωτές επιδοτούν τον πόλεμο του Πούτιν.

Η μεγαλύτερη οικονομική ευπάθεια της Ρωσίας είναι η εξάρτηση της από τα έσοδα από την πώληση ορυκτών καυσίμων. Το 2021, τα έσοδα από αυτά τα προϊόντα αντιστοιχούσαν στο 35% των εσόδων του προϋπολογισμού της Ρωσίας. Και η Ρωσία εξάγει περισσότερο από το 49% του πετρελαίου της και 74% του αερίου της στην Ευρώπη. Επιδιώκει να μετριάσει αυτή την αδυναμία, εκμεταλλευόμενη τις ανησυχίες της Δύσης για τις ελλείψεις στήν ενέργεια. Αυτοί οι φόβοι είναι δεν παντελώς αστήρικτοι, αλλά είναι υπερβολικοί. Ο χειμώνας στην Ευρώπη τελειώνει. Αν και η βιομηχανία μπορεί ακόμη να έχει κάποια προβλήματα με τους περιορισμούς στον εφοδιασμό και το υψηλότερο κόστος, που θα δικαιολογούσαν κάποια οικονομική κρατική βοήθεια, υπάρχει μικρότερος κίνδυνος εξάντλησης του φυσικού αερίου για οικιακή θέρμανση. Η Ευρώπη έχει μερικούς μήνες για να βρει εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού, να εισάγει μέτρα ενεργειακής απόδοσης και να βρει τρόπους να αμβλύνει το πλήγμα των (αναπόφευκτα) υψηλότερων τιμών για όσο διαρκεί η κρίση στις σχέσεις με τη Ρωσία -η οποία μπορεί να πάρει χρόνο. Η Δύση μπορεί να περιορίσει την πολεμική προσπάθεια της Ρωσίας και την οικονομική της εξέλιξη, στερώντας από τη ρωσική κυβέρνηση τα έσοδα που χρειάζεται.

Εάν η Ευρώπη ήταν σε θέση να σταματήσει αμέσως να αγοράζει ρωσικό αέριο και πετρέλαιο άμεσα, αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει την πιο αποτελεσματική κύρωση που θα μπορούσε να επιβάλει. Η πολιτική βούληση ωστόσο για ένα τέτοιο ριζοσπαστικό βήμα, απουσιάζει ακόμη. Ο Γερμανός Καγκελάριος Σολτς δήλωσε στην Βουλή στις 23 Μαρτίου ότι η αποκοπή των προμηθειών από τη Ρωσία σε μια νύχτα, θα βύθιζε την Ευρώπη σε ύφεση και θα έθετε σε κίνδυνο χιλιάδες θέσεις εργασίας, αν και οι εκτιμήσεις από ορισμένους οικονομολόγους, παρουσιάζουν μια κάπως πιο διαφορετική εικόνα. Δεν είναι ο μόνος Ευρωπαίος ηγέτης που θέλει μια σταδιακή μετάβαση από τα ρωσικά ορυκτά καύσιμα.

Αλλά εάν η Ευρώπη δεν είναι έτοιμη να στερηθεί αμέσως από το 40% των προμηθειών της σε φυσικό αέριο και το 25% από το πετρέλαιο, μπορεί να λάβει μέτρα για να επιταχύνει τις κινήσεις της προς αυτή την κατεύθυνση και να επιβάλει κυρώσεις για να περιορίσει τη Ρωσία μακροπρόθεσμα. Μετά τη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις 10 Μαρτίου, η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, δήλωσε ότι η Κομισιόν θα προτείνει ένα σχέδιο για τη μείωση των εισαγωγών του ρωσικού αερίου κατά τα δύο τρίτα μέχρι το τέλος του έτους, και για τη διακοπή των εισαγωγών ρωσικών ορυκτών καυσίμων μέχρι το 2027. Αλλά το πενταετές χρονοδιάγραμμα είναι πολύ χαλαρό. Αν και ο τερματισμός της αγοράς ενέργειας από τη Ρωσία θα επιβάλει σημαντικό οικονομικό κόστος στην Ευρώπη, είναι ένα τίμημα που αξίζει να πληρωθεί για να εμποδίσει τη συνεχιζόμενη επίθεση της Ρωσίας στην Ουκρανία και την ευρύτερη απειλή που θέτει ο Πούτιν για την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα πρέπει να μετριάσουν τη ζημιά στις οικονομίες και στους πληθυσμούς τους όσο μπορούν, αλλά πρέπει να σταματήσουν να χρηματοδοτούν την αυτοκρατορική περιπέτεια της Ρωσίας.

Ως ένα πρώτο βήμα, η ΕΕ μπορεί να μειώσει τη ζήτηση για ρωσικά ορυκτά καύσιμα, επιβάλλοντας δασμούς εισαγωγής σε αυτά. Παράλληλα, η Ένωση θα πρέπει να λάβει μέτρα για να μετριάσει την επίπτωση της μείωσης και της διακοπής εισαγωγών αερίου και πετρελαίου. Πάνω από όλα, η ΕΕ πρέπει να διασφαλίσει ότι οι Ευρωπαίοι καταναλωτές και επιχειρήσεις, μπορούν να αντιμετωπίσουν τις υψηλότερες ενεργειακές τιμές και τον ευρύτερο πληθωρισμό που θα προκαλέσουν. Τα φτωχότερα νοικοκυριά, που διαθέτουν ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων τους για την ενέργεια, θα πληγούν περισσότερο. Το λειτουργικό κόστος για βιομηχανίες με έντονη ενεργειακή ζήτηση, όπως οι μεταφορές μεγάλων αποστάσεων, η κατασκευή μεγάλων και λιπασμάτων, θα αυξηθεί επίσης.

Υπάρχουν τρόποι να διαχειριστούν αυτές οι δαπάνες. Η μείωση της ενεργειακής εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί μακροπρόθεσμα βήματα, όπως επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και ενεργειακή απόδοση για τη μείωση της ζήτησης για ορυκτά καύσιμα. Αλλά αυτό θα πάρει χρόνο, επομένως ενώ αυτές οι επενδύσεις θα πρέπει να επιταχυνθούν, θα πρέπει να συνδυαστούν και με μέτρα με άμεση επίδραση. Τα κράτη-μέλη εισήγαγαν πολλά μέτρα για την αντιμετώπιση της αύξησης των ενεργειακών τιμών το προηγούμενο φθινόπωρο. Σήμερα οι τιμές είναι ακόμη υψηλές, και θα παραμείνουν υψηλές για κάποια περίοδο. Οι κυβερνήσεις θα επιλέξουν στοχευμένες μεταβιβάσεις σε ευάλωτους καταναλωτές αντί για σαρωτικές μειώσεις ΦΠΑ και ενεργειακών φόρων ή ανώτατα όρια τιμών λιανικής: οι μεταβιβάσεις διατηρούν κίνητρα για καταναλωτές για τη μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης, ενώ η διατήρηση των τιμών ενέργειας τεχνητά χαμηλά, δεν το κάνει. Δυστυχώς, αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, συμπεριλαμβανομένης της βρετανικής, της γερμανικής και της γαλλικής, κινήθηκαν προς την αντίθετη κατεύθυνση μειώνοντας τους φόρους καυσίμων και δίνοντας εκπτώσεις στους λογαριασμούς ενέργειας των νοικοκυριών -βήματα που θα βοηθήσουν αυτούς που είναι σε καλύτερη κατάσταση και δεν θα κάνουν τίποτα για να δώσουν κίνητρα για τη μείωση της ζήτησης. Η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας έχει δώσει στις κυβερνήσεις ένα χρήσιμο μενού επιλογών, όπως τη μείωση των ορίων ταχύτητας, για τη μείωση της κατανάλωσης πετρελαίου.

Ακόμη κι αν εγκριθεί κάθε πιθανό μέτρο περιορισμού, η επιβολή και διατήρηση ενός πλήρους εμπάργκο ή υψηλών δασμών στις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου, θα εξακολουθεί να βλάπτει τις ευρωπαϊκές οικονομίες. Οι δυτικές κυβερνήσεις πρέπει να εξηγήσουν στους πολίτες τους και στις επιχειρήσεις τους, γιατί είναι τόσο απαραίτητο να σταματήσει η πρόεδρος του Πούτιν διαφορετικά ρισκάρουν να δουν τις κοινωνίες της ΕΕ και της Ευρώπης διχασμένες και λιγότερο αποφασιστικές στην αντιμετώπιση της ρωσικής επιθετικότητας. Η Ευρώπη είναι στην τρέχουσα κατάσταση διότι είναι πολύ πρόθυμη να διατηρήσει τις business as usual μετά τα προηγουμένα παραδείγματα της ρωσικής επιθετικότητας. Το 2008, όταν η Ρωσία εισέβαλε στη Γεωργία, η Ευρώπη επέβαλε σημαντικές κυρώσεις. Το 2014, όταν ο Πούτιν εισέβαλε στην Ουκρανία και προσάρτησε την Κριμαία, οι κυρώσεις ήταν ισχυρότερες, αλλά και πάλι δεν ήταν αρκετά σκληρές για να κάνουν τη Ρωσία να υποχωρήσει, ούτε επικεντρώθηκαν αρκετά στον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής της για να επιτεθεί ξανά.

Το 2022, οι ουκρανικές δυνάμεις σημειώνουν κάποια επιτυχία στο πεδίο της μάχης και οι δυτικές κυρώσεις έχουν αξιοσημείωτο αντίκτυπο στη ρωσική οικονομία, αλλά η Ρωσία έχει ακόμη πολλές δυνάμεις σε εφεδρεία και θα μπορούσε με την πάροδο του χρόνου, να επανορθώσει τις απώλειες της και να νικήσει την Ουκρανία. Η Ευρώπη δεν μπορεί να εφησυχάζει.

Η Δύση δεν θα πρέπει να υποθέσει ότι οι φιλοδοξίες του Πούτιν περιορίζονται στην Ουκρανία, και μόλις η σύγκρουση τελειώσει (με οποιαδήποτε μορφή) ο κίνδυνος για την ευρωπαϊκή ασφάλεια θα έχει περάσει. Ο πρώην πρόεδρος της Ρωσίας, τώρα αντιπρόεδρος του ρωσικού συμβουλίου ασφάλειας, Ντμιτρι Μεντβέντεφ, δημοσίευσε ένα επιθετικά αντιπολωνικό άρθρο στις 21 Μαρτίου. Το άρθρο του Μεντβέντεφ μπορεί να υπονοεί ότι η Πολωνία θα είναι η επόμενη χώρα στο στόχαστρο του Πούτιν -ή τουλάχιστον η επόμενη που θα απειληθεί. Αυτό θα συνάδει με τις προτάσεις του Κρεμλίνου τον Δεκέμβριο του 2021 για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, στις οποίες ζητούσε να αποσυρθεί το ΝΑΤΟ από την Πολωνία και άλλα κράτη που προσχώρησαν στη συμμαχία μετά το 1997.

Η αμφισβήτηση ενός μέλους του ΝΑΤΟ θα ήταν ένα σημαντικό βήμα για τον Πούτιν, και μάλιστα επικίνδυνο, αλλά είναι πιο πιθανό εάν δει την Ευρώπη να αμφιταλαντεύεται. Χώρες όπως η Γερμανία που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη ρωσική ενέργεια, είναι ακόμη τώρα απρόθυμες να ρισκάρουν τις προμήθειες. Αλλά η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη είναι συγκλονισμένη από τις ωμότητες που διαπράξει η Ρωσία στην Ουκρανία. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα πρέπει να επιδείξουν πολιτικό θάρρος. Πρέπει να κόψουν τη ροή ρωσικού αερίου και πετρελαίου στη Δύση, και τη ροή ευρωπαϊκών χρημάτων που χρηματοδοτούν τον πόλεμο του Πούτιν.

 

Πηγή:capital.gr

Διαβάστε το άρθρο από την πηγή

Εγγραφή RSS για αυτά τα σχόλια Σχόλια (0)

συνολικά: | προβολή:

Σχολιάστε το άρθρο comment

Παρακαλώ εισάγετε τον κωδικό που βλέπετε στην εικόνα:

Eshop
  • email Αποστολή άρθρου
  • print Εμφάνιση εκτύπωσης
  • Plain text Προβολή ώς Plain Text