Αρχική | Άποψη | Το Πεκίνο ακόμη προετοιμάζεται για την Ταϊβάν

Το Πεκίνο ακόμη προετοιμάζεται για την Ταϊβάν

Μέγεθος γραμμάτων: Decrease font Enlarge font
Το Πεκίνο ακόμη προετοιμάζεται για την Ταϊβάν

Η ανησυχία αυξάνεται στην Ταϊβάν, στις Ηνωμένες Πολιτείες, και μεταξύ των συμμάχων των ΗΠΑ στην Ασία, ότι η Κίνα προετοιμάζεται να επιτεθεί στην Ταϊβάν στο εγγύς μέλλον. Καταθέτοντας, πέρυσι, ενώπιον της Επιτροπής Ενόπλων Υπηρεσιών της Γερουσίας των ΗΠΑ (US Senate Armed Services Committee), ο ναύαρχος Philip Davidson, τότε διοικητής της Αμερικανικής Διοίκησης του Ινδο-Ειρηνικού, προειδοποίησε ότι το Πεκίνο ίσως επιχειρήσει να καταλάβει το νησί μέσα στα επόμενα έξι χρόνια. Η ένωση της Ταϊβάν με την ηπειρωτική Κίνα αποτελεί βασικό στοιχείο του «κινεζικού ονείρου» του Κινέζου προέδρου, Σι Τζινπίνγκ. Και όπως έχει υποστηρίξει η πολιτικός επιστήμονας Oriana Skylar Mastro σε αυτές τις σελίδες, ο Σι θέλει «η ενοποίηση με την Ταϊβάν να γίνει μέρος της προσωπικής του κληρονομιάς», υποδηλώνοντας ότι μια ένοπλη εισβολή θα μπορούσε να έρθει πριν από το τέλος της τρίτης θητείας του ως γενικός γραμματέας του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος (ΚΚΚ) το 2027, και σχεδόν σίγουρα πριν από το τέλος της πιθανής τέταρτης θητείας του, το 2032.

Ο πόλεμος του Πούτιν στην Ουκρανία έχει εντείνει αυτές τις ανησυχίες. Η ανακοίνωση του Σι λίγο πριν από την ρωσική εισβολή για μια συνεργασία «χωρίς όρια» με τη Μόσχα, σε συνδυασμό με τη μη καταδίκη των ενεργειών του Πούτιν και την προώθηση της ρωσικής προπαγάνδας από τα κινεζικά media, φαίνεται ότι σηματοδοτεί την υποστήριξη του Πεκίνου στην εδαφική επιθετικότητα της Ρωσίας. Το Πεκίνο ίσως δει ένα στρατηγικό άνοιγμα τώρα που οι πολιτικοί και στρατιωτικοί πόροι των ΗΠΑ είναι δεσμευμένοι στην Ευρώπη. Επιπλέον, οι Κινέζοι ηγέτες ίσως έχουν ερμηνεύσει την απάντηση της Δύσης στην ρωσική επίθεση ως ένδειξη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα επέμβουν στρατιωτικά για να υπερασπιστούν μια χώρα στην οποία δεν δεσμεύονται με αμυντική Συνθήκη, ειδικά έναντι ενός αντιπάλου με πυρηνικά όπλα. Όπως έχει υποστηρίξει ο David Sacks του Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων (Council on Foreign Relations),  «Οι Κινέζοι πολιτικοί ίσως συμπεράνουν ότι το πυρηνικό οπλοστάσιο της Ρωσίας απέτρεψε αποτελεσματικά τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες θα ήταν απρόθυμες να πάνε σε πόλεμο με μια πυρηνική δύναμη για την Ταϊβάν».

Αλλά οι φόβοι για μια επικείμενη κινεζική επίθεση είναι άστοχοι. Επί δεκαετίες, η πολιτική της Κίνας έναντι της Ταϊβάν χαρακτηρίζεται από την στρατηγική υπομονή, όπως και η προσέγγισή της σε άλλες εδαφικές διεκδικήσεις και διαφορές -από την Ινδία μέχρι την Θάλασσα της Νοτίου Κίνας. Αντί να ωθήσει την Κίνα να εγκαταλείψει αυτή την προσέγγιση υπέρ μιας επικείμενης στρατιωτικής επίθεσης στην Ταϊβάν, ο πόλεμος στην Ουκρανία θα ενισχύσει την αφοσίωση του Πεκίνου στο να παίξει το μακρό παιχνίδι [στμ: δηλαδή, να προετοιμαστεί ώστε η επιτυχία της να είναι σίγουρη]. Το τίμημα που έχει πληρώσει η Μόσχα, τόσο στρατιωτικά όσο και με τη μορφή της διεθνούς απομόνωσης, δεν είναι παρά ένα κλάσμα αυτού που θα περίμενε η Κίνα εάν επρόκειτο να επιχειρήσει να καταλάβει την Ταϊβάν με την βία. Όπως το βλέπει το Πεκίνο, καλύτερα να περιμένει υπομονετικά την τελική παράδοση της Ταϊβάν, παρά να χτυπήσει τώρα και να διακινδυνεύσει να κερδίσει το νησί με υπερβολικό κόστος -ή να το χάσει για πάντα.

ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΗ ΕΠΙΘΕΣΗ;

Ο φόβος ότι η Κίνα θα επιτεθεί στην Ταϊβάν είχε αυξηθεί πολύ πριν ο Πούτιν εισβάλει στην Ουκρανία. Όπως παρατήρησαν οι Robert Blackwill και Philip Zelikow σε μια έκθεση του 2021 που δημοσιεύτηκε από το Council on Foreign Relations, η Ταϊβάν «γίνεται το πιο επικίνδυνο σημείο ανάφλεξης του κόσμου για έναν πιθανό πόλεμο που θα ενέπλεκε τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, την Κίνα, και πιθανώς άλλες μεγάλες δυνάμεις». Εκτός από τα ιστορικά και οικονομικά του κίνητρα για τον έλεγχο της Ταϊβάν, το Πεκίνο αισθάνεται την ανάγκη να εμποδίσει άλλες δυνάμεις να χρησιμοποιήσουν το νησί ως βάση για να πιέσουν στρατιωτικά την Κίνα ή να την υπονομεύσουν πολιτικά. Από την πλευρά τους, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ισχυρά κίνητρα για να επιμείνουν σε αυτό που η Ουάσιγκτον έχει αναφέρει από το 1972 ως «ειρηνική επίλυση του ζητήματος της Ταϊβάν» —το οποίο, δεδομένων των αισθημάτων του ταϊβανέζικου λαού εναντίον της ενοποίησης, σημαίνει μια ανοιχτή και ίσως μόνιμη κατάσταση de facto αυτονομίας για το νησί. Μολονότι υπάρχουν πολλά συναισθήματα από αμφότερες τις πλευρές —για την Κίνα, ο εθνικισμός˙ για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η δέσμευση στην δημοκρατία —αυτό που κάνει το ζήτημα της Ταϊβάν πραγματικά αδιαπραγμάτευτο είναι τα συμφέροντα ασφαλείας των δύο χωρών.

Το 1979, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες διέκοψαν τις διπλωματικές σχέσεις τους με την Ταϊβάν για να εξομαλύνουν τις σχέσεις τους με την Κίνα, το Πεκίνο είχε εύλογες πιθανότητες να κερδίσει την Ταϊβάν χωρίς να χρησιμοποιήσει βία. Η Ταϊβάν ήταν διπλωματικά απομονωμένη, στρατιωτικά αδύναμη, και εξαρτάτο οικονομικά όλο και περισσότερο από την ηπειρωτική χώρα. Η Κίνα ενθάρρυνε αυτή την εξάρτηση, με την δημιουργία μιας σειράς κινήτρων για τις ταϊβανέζικες επιχειρήσεις ώστε να δραστηριοποιηθούν στην ηπειρωτική χώρα, αγοράζοντας ταϊβανέζικες εξαγωγές, και στέλνοντας Κινέζους τουρίστες στο νησί. Το Πεκίνο επένδυσε επίσης στα ταϊβανέζικα media, με στόχο την δημιουργία ευνοϊκής κάλυψης των ειδήσεων και διεξήγαγε ανταλλαγές με ηγέτες του αντίθετου με την ανεξαρτησία Εθνικιστικού Κόμματος ή αλλιώς Kuomintang.

Αλλά αυτές οι προσπάθειες αποδείχθηκαν ανεπαρκείς για να ανακόψουν το ρεύμα εναντίον της ενοποίησης στην ταϊβανέζικη κοινή γνώμη και πολιτική. Σύμφωνα με δημοσκοπήσεις, το ποσοστό των Ταϊβανέζων ψηφοφόρων που τάσσονται υπέρ της ενοποίησης μειώθηκε από 28% το 1999 σε λιγότερο από 2% το 2022. Η συντριπτική πλειοψηφία τάσσεται υπέρ της «διατήρησης του status quo», που στην γλώσσα της ταϊβανέζικης πολιτικής σημαίνει την διατήρηση της αυτονομίας, χωρίς επίσημη δήλωση ανεξαρτησίας. Από το 2016, το αντιενωτικό Δημοκρατικό Προοδευτικό Κόμμα ελέγχει τόσο την προεδρία όσο και το νομοθετικό σώμα και φαίνεται καλά τοποθετημένο για να κερδίσει την επόμενη σειρά εθνικών εκλογών, το 2024.

Αυτές οι τάσεις έχουν ενθαρρύνει την Κίνα να υιοθετήσει μια πιο απειλητική στάση προς την Ταϊβάν. Το Πεκίνο έχει αυξήσει τα μέτρα για την διπλωματική απομόνωση του νησιού, έχει επιβραδύνει τις εισαγωγές και το τουριστικό εμπόριο, έχει εκπαιδεύσει τον κινεζικό στρατό ώστε να διεξάγει τις περίπλοκες κοινές επιχειρήσεις που είναι απαραίτητες για μια εισβολή στην άλλη πλευρά του Στενού και έχει διεξάγει συχνές δοκιμές της ζώνης αναγνώρισης αεράμυνας της Ταϊβάν. Η Κίνα έχει επίσης αναπτύξει αυτή που το Πεντάγωνο αποκαλεί «αντι-πρόσβαση/άρνηση περιοχής» (anti-access/area denial, A2/AD) -συμπεριλαμβανομένων πυραύλων ακριβείας μεγάλου βεληνεκούς, τορπιλών που εκτοξεύονται από υποβρύχια, αντιπλοϊκών βαλλιστικών πυραύλων, κυβερνο-εργαλείων, και διαστημικών ικανοτήτων –που είναι σχεδιασμένη για να κρατήσει μακριά τις ΗΠΑ από το να υπερασπιστούν την Ταϊβάν.

Αυτές οι κινήσεις έχουν τροφοδοτήσει τις εικασίες ότι η Κίνα αναπτύσσεται για μια επίθεση πλήρους κλίμακας. Εκτός από την επιθυμία του Σι να εξασφαλίσει την κληρονομιά του, η μεταβαλλόμενη ισορροπία δυνάμεων μεταξύ της Κίνας και των Ηνωμένων Πολιτειών αναφέρεται συχνά από Αμερικανούς αναλυτές ως πιθανό κίνητρο για τον Σι. Για παράδειγμα, οι μελετητές Michael Beckley και Hal Brands, έχουν προτείνει ότι η Κίνα ίσως επιτεθεί στο εγγύς μέλλον διότι έχει φτάσει στο αποκορύφωμα της εθνικής της δύναμης —και οι ηγέτες της Κίνας το γνωρίζουν. Η Κίνα βλέπει προς μια περίοδο παρακμής που θα προκληθεί από έναν συνδυασμό μη βιώσιμου χρέους, αυξανόμενου κόστους εργασίας, γήρανσης του πληθυσμού, μείωσης της παραγωγικότητας, και κρίσιμης έλλειψης νερού. Εν τω μεταξύ, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ταϊβάν έχουν αρχίσει πρόσφατα να αναπροσαρμόζουν τις στρατιωτικές στάσεις τους για να αντιμετωπίσουν την ασύμμετρη απειλή που θέτει η Κίνα. Η κυβέρνηση Μπάιντεν ενώνει τις δυνάμεις της με την Ιαπωνία και τη Νότιο Κορέα γύρω από μια δέσμευση για «σταθερότητα στο Στενό της Ταϊβάν» και οι Δυτικές επιχειρήσεις σταδιακά μεταφέρουν τις εγκαταστάσεις παραγωγής τους εκτός Κίνας, λόγω του αυξανόμενου κόστους εργασίας, της έλλειψης ανταγωνισμού με ίσους όρους στην κινεζική αγορά, και των περιορισμών της COVID-19. Καθώς αυτός ο επαναπροσανατολισμός εντείνεται, τα οικονομικά κίνητρα της Δύσης για την αποφυγή του πολέμου με την Κίνα θα μειώνονται. Με αυτή την λογική, το Πεκίνο έχει λόγους να χτυπήσει πριν οι αντίπαλοί του να καταστούν έτοιμοι.

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΑΝΑΜΟΝΗΣ

Τα γεγονότα στα οποία βασίζονται τέτοιες προβλέψεις δεν είναι λανθασμένα, αλλά είναι ελλιπή. Ένα πληρέστερο σύνολο γεγονότων υποδηλώνει ότι η Κίνα εξακολουθεί να επιδιώκει μια στρατηγική στρατηγικής υπομονής όταν πρόκειται για την Ταϊβάν. Πρώτον, οι Κινέζοι ηγέτες -δικαίως ή αδίκως- φαίνονται σίγουροι ότι μπορούν να χειριστούν τα προβλήματά τους καλύτερα από όσο μπορεί η Δύση να χειριστεί τα δικά της. Δεν αρνούνται τις προκλήσεις που επισημαίνουν οι Beckley και Brands, αλλά πιστεύουν ότι η Δύση βρίσκεται σε παρακμή, χωλαίνοντας από τις κακοδιαχειριζόμενες και αργά αναπτυσσόμενες οικονομίες της, τις κοινωνικές διαιρέσεις, και τους αδύναμους πολιτικούς ηγέτες. Ωστόσο, οι Κινέζοι στρατηγιστές δεν φαίνεται να πιστεύουν ότι η Κίνα έχει ακόμη φτάσει σε ευνοϊκή ισορροπία ισχύος με την Δύση. Όπως έχει υποστηρίξει ο Yan Xuetong, κοσμήτορας του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων (Institute of International Relations) στο Πανεπιστήμιο Tsinghua, «η παγκόσμια εμβέλεια της Κίνας εξακολουθεί να έχει τα όριά της. Παρά το γεγονός ότι η Κίνα είναι μια μεγάλη δύναμη, η Κίνα θεωρεί επίσης τον εαυτό της ως αναπτυσσόμενη χώρα —και δικαίως, λαμβάνοντας υπόψη ότι το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της παραμένει πολύ πίσω από εκείνο των προηγμένων οικονομιών».

Το Πεκίνο έχει την πολυτέλεια να περιμένει ώστε η ισχύς στον Δυτικό Ειρηνικό να στραφεί αποφασιστικά υπέρ του. Όταν η Ουάσιγκτον φτάσει να καταλάβει ότι το κόστος της υπεράσπισης της Ταϊβάν είναι πέρα από τις δυνατότητές της, και οι Ταϊβανέζοι αξιωματούχοι συνειδητοποιήσουν ότι η Ουάσιγκτον δεν έχει πλέον την διάθεση για σύγκρουση με την Κίνα, η Ταϊβάν θα διαπραγματευτεί ρεαλιστικά μια συμφωνία που θα μπορέσει να αποδεχθεί το Πεκίνο. Στο μεταξύ, η Κίνα χρειάζεται μόνο να αποτρέψει την Ταϊπέι και την Ουάσιγκτον από το να επιχειρήσουν να «κλειδώσουν» την επίσημη ανεξαρτησία της Ταϊβάν. Επομένως, οι επιδείξεις ισχύος του Πεκίνου δεν είναι πρόδρομοι μιας επικείμενης επίθεσης, αλλά μέτρα που προορίζονται για να κερδίσουν χρόνο ώστε η ιστορία να πάρει τον δρόμο της.

Δεύτερον, σε αντίθεση με την συνηθισμένη απεικόνιση της Κίνας ως ότι «τρώγεται» για πόλεμο, το Πεκίνο έχει επιδείξει στρατηγική υπομονή στην επιδίωξη των άλλων στόχων του. Ένα καλό παράδειγμα είναι η συμπεριφορά του Πεκίνου στη Θάλασσα της Νοτίου Κίνας, όπου η Κίνα έχει κατασκευάσει και στρατιωτικοποιήσει επτά νησιά από άμμο, χωρίς να πυροδοτήσει πόλεμο με τις Ηνωμένες Πολιτείες ή με αντίπαλους εδαφικούς διεκδικητές. Το κατάφερε κατασκευάζοντας μόνο σε εδαφικούς σχηματισμούς που έλεγχε ήδη, ισχυριζόμενη εξαρχής ότι δεν έκανε αυτό που έκανε. Οι αντίπαλοι εδαφικοί διεκδικητές ήταν πολύ αδύναμοι για να αντιμετωπίσουν την Κίνα, ενώ από τις Ηνωμένες Πολιτείες έλειπε η αιτιολόγηση για να το κάνουν, διότι δεν έχουν εδαφικές διεκδικήσεις εκεί όπου έχτιζε η Κίνα. Το Πεκίνο περιόρισε την πρόσβαση [στα νησιά], αλλά απέφυγε να καταλάβει έναν εδαφικό σχηματισμό που διεκδικεί με τον μοναδικό σύμμαχο των ΗΠΑ που εμπλέκεται σε αυτές τις διαφορές -τις Φιλιππίνες- οι οποίες σε κάθε περίπτωση δεν είχαν διάθεση να επικαλεστούν την συμμαχία τους με την Ουάσιγκτον με το να κινηθούν στρατιωτικά για να αμυνθούν.

Ομοίως, η Κίνα άλλαξε το στρατηγικό status quo χωρίς να πυροδοτήσει ένοπλη σύγκρουση για τα αμφισβητούμενα νησιά Senkaku, γνωστά στην Κίνα ως νησιά Diaoyu, κλιμακώνοντας από την περιστασιακή θαλάσσια παρουσία στα ιαπωνικά ύδατα στη μόνιμη, συμπληρώνοντας τις ναυτικές δυνάμεις της με λιγότερο επιθετικά [σκάφη] της ακτοφυλακής, της θαλάσσιας πολιτοφυλακής, και αλιευτικά σκάφη. Το Πεκίνο ακολούθησε ένα παρόμοιο σχέδιο στην αμφισβητούμενη περιοχή Ladakh της Ινδίας, όπου τα κινεζικά στρατεύματα προώθησαν σταδιακά τις θέσεις τους και εγκαθίδρυσαν μια σειρά νέων γραμμών ελέγχου, με μόνο ένα επιβεβαιωμένο ξέσπασμα πυρών που περιορίστηκε γρήγορα.

Η Κίνα έχει επενδύσει σε φαινομενικά πολιτικά λιμενικά έργα σε όλο τον Ινδικό Ωκεανό και πέρα από αυτόν, που θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως θεμέλια για μελλοντικές ναυτικές επιχειρήσεις, προκαλώντας κάποια ανησυχία, αλλά καμία αντίπραξη. Το Πεκίνο έχει χρησιμοποιήσει επίσης την οικονομική και διπλωματική επιρροή του στην Αφρική, στην Ευρώπη, στην Λατινική Αμερική, στη Μέση Ανατολή και στην Ωκεανία και την ισχύ του στην θέσπιση κανόνων στους διεθνείς θεσμούς, ώστε να δώσει κίνητρα σε κυβερνήσεις για να ευθυγραμμιστούν με τα συμφέροντα της Κίνας, προκαλώντας και πάλι κάποια ανησυχία αλλά όχι αποτελεσματική αντίσταση. Τέτοιες διπλωματικές, οικονομικές και στρατιωτικές τακτικές «γκρίζας ζώνης» αποτυπώνουν ότι η στρατηγική συμπεριφορά της Κίνας προσανατολίζεται προς το μακροπρόθεσμο αντί για το βραχυπρόθεσμο, μετακινούμενη από την «καμία παρουσία» στην «διαρκή παρουσία» σε μια σειρά από θέατρα, χωρίς να προκαλεί ουσιαστική απώθηση, πόσω μάλλον ένοπλη σύγκρουση (με εξαίρεση τη μάχη στην Ladakh). Αυτή η ίδια στρατηγική προσοχή ήταν μέχρι στιγμής εμφανής στην πολιτική της Κίνας έναντι της Ταϊβάν, όπου το Πεκίνο έχει αυξήσει την ένταση και έχει αποτρέψει την προσπάθεια της Ταϊβάν για ανεξαρτησία χωρίς να επισπεύσει μια κρίση.

Τέλος, το δίδαγμα που πιθανώς αντλεί ο Σι από τον πόλεμο του Πούτιν στην Ουκρανία δεν είναι ότι η εδαφική επιθετικότητα θα έμενε ατιμώρητη στρατιωτικά από την Δύση, αλλά ότι θα ήταν τόσο δύσκολη όσο και δαπανηρή. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστεύουμε ότι ο Σι περιβάλλεται, όπως φαίνεται να κάνει ο Πούτιν , από κόλακες που θα του πουν ότι ένας πόλεμος για την Ταϊβάν μπορεί να κερδηθεί εύκολα. Ακόμα κι αν περιβάλλεται, ωστόσο, η εξουθενωτική σύγκρουση στην Ουκρανία τού υπενθυμίζει ότι ο πόλεμος είναι απρόβλεπτος και ότι η κυριαρχία σε έναν πληθυσμό που αντιστέκεται είναι δαπανηρή. Η αμφίβια επιχείρηση που θα χρειαζόταν να αναλάβει η Κίνα για να καταλάβει την Ταϊβάν θα ήταν πολύ πιο δύσκολη από την χερσαία εισβολή που έχει διεξάγει η Ρωσία στην Ουκρανία. Ο Σι έχει μεταρρυθμίσει την διοικητική δομή του κινεζικού στρατού και έχει εντείνει την εκπαίδευση για μια τέτοια επιχείρηση, αλλά οι κινεζικές δυνάμεις παραμένουν αδοκίμαστες σε πραγματικές πολεμικές επιχειρήσεις. Εν τω μεταξύ, οι πιθανότητες να επέμβουν οι Ηνωμένες Πολιτείες για να υπερασπιστούν την Ταϊβάν έχουν αυξηθεί, καθώς το αντικινεζικό αίσθημα έχει μεγαλώσει στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ευρώπη -και αφότου ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, παρατήρησε τον περασμένο μήνα ότι η υπεράσπιση της Ταϊβάν είναι «η δέσμευση που κάναμε».

Ακόμα κι αν το Πεκίνο μπορούσε να κερδίσει έναν πόλεμο για την Ταϊβάν, είναι ασαφές το αν θα μπορούσε να κερδίσει αυτό που θα ακολουθούσε. Όσο επώδυνη κι αν είναι για τη Μόσχα η απομόνωση της Ρωσίας από τις Δυτικές οικονομίες, το μεταπολεμικό σενάριο για την κινεζική οικονομία θα ήταν ακόμη πιο επιζήμιο. Η Κίνα εισάγει το 70% του πετρελαίου της και το 31% του φυσικού αερίου της˙ είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός άνθρακα στον κόσμο, αλλά χρειάζεται ακόμη να εισάγει περισσότερο. Μολονότι μοχθεί για [να επιτύχει] επισιτιστική αυτάρκεια, η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας τροφίμων στον κόσμο, ιδιαίτερα καλαμποκιού, κρέατος, θαλασσινών, και σόγιας. Κάποιες από αυτές τις εισαγωγές ενέργειας και τροφίμων προέρχονται από την Ρωσία, αλλά πολλές προέρχονται από χώρες που θα επέβαλλαν κυρώσεις στην Κίνα εάν εισέβαλε στην Ταϊβάν. Και ακόμη κι αν δεν το έκαναν, το ναυτικό της Κίνας δεν έχει την παγκόσμια εμβέλεια για να υπερασπιστεί τους ναυτιλιακούς διαύλους μέσω των οποίων ρέουν αυτά και πολλά άλλα ζωτικής σημασίας εμπορεύματα. Οποιοσδήποτε πόλεμος για την Ταϊβάν, ακόμη και ένας επιτυχημένος [πόλεμος] για το Πεκίνο, θα επέφερε ένα καταστροφικό πλήγμα στην κινεζική οικονομία, δημιουργώντας συνθήκες που θα απειλούσαν την εσωτερική πολιτική σταθερότητα και θα οδηγούσαν στην αποτυχία, όχι στην πραγματοποίηση, του κινεζικού ονείρου.

ΠΟΛΕΜΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΥΠΟΜΟΝΗ ΜΕ ΥΠΟΜΟΝΗ

Τίποτα από αυτά δεν αποτελεί λόγο για τον αμερικανικό ή τον ταϊβανέζικο εφησυχασμό. Η Κίνα ακολουθεί το ρητό του αρχαίου στρατηγιστή Sun-tzu: «Η υποταγή του εχθρού χωρίς μάχη είναι το απόγειο της ικανότητας». Εάν το Πεκίνο επιτύχει τελικά να καταλάβει την Ταϊβάν, θα υπονομεύσει θανάσιμα την αξιοπιστία της Ουάσιγκτον με τους Ασιάτες -και ακόμη και τους Ευρωπαίους- συμμάχους της, προκαλώντας την Αυστραλία, την Ιαπωνία, τη Νότιο Κορέα, και άλλες χώρες είτε να συμβιβαστούν με την Κίνα είτε να προετοιμαστούν να αμυνθούν χωρίς αμερικανική βοήθεια.

Ο μόνος τρόπος για να νικήσει κάποιος την στρατηγική της στρατηγικής υπομονής της Κίνας στην Ταϊβάν είναι να ασκήσει την αντίστοιχη υπομονή, προσαρμόζοντας συνεχώς την αμερικανική και την ταϊβανέζικη αποτροπή, καθώς τα κινεζικά όπλα και η εκπαίδευση αποτελούν μια διαρκώς μεταβαλλόμενη και συνεχώς αυξανόμενη απειλή. Αυτή είναι μια δύσκολη υπόθεση για τις Ηνωμένες Πολιτείες, σε μια εποχή που το ποσοστό τους στο παγκόσμιο ΑΕΠ έχει μειωθεί σε λιγότερο από 25% (από 40% το 1960), και το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ παραπονείται ότι δεν έχει αρκετά πλοία για να εκτελέσει όλες τις αποστολές που του έχουν ανατεθεί. Είναι μια ακόμη πιο δύσκολη υπόθεση για ένα νησί που δαπανά μόνο το 2,1% του ΑΕΠ του στην άμυνα, και που μόλις πρόσφατα άρχισε να απομακρύνεται από τη μη ρεαλιστική εξάρτησή του από τις ακριβές προηγμένες πλατφόρμες για να αποτρέψει μια κινεζική επίθεση και προς μια πιο ρεαλιστική «στρατηγική του ακανθόχοιρου», που περιλαμβάνει νάρκες, πυραύλους μικρού βεληνεκούς, πολιτική άμυνα, και αντάρτικη αντίσταση. Αλλά αν ένα παρατεταμένο αδιέξοδο στο Στενό της Ταϊβάν είναι η πιο πιθανή προοπτική για το μέλλον, η πλευρά που θα παραμείνει περισσότερο στο παιχνίδι είναι αυτή που πιθανώς θα νικήσει.

 

Πηγή:foreignaffairs.gr

Διαβάστε το άρθρο από την πηγή

Εγγραφή RSS για αυτά τα σχόλια Σχόλια (0)

συνολικά: | προβολή:

Σχολιάστε το άρθρο comment

Παρακαλώ εισάγετε τον κωδικό που βλέπετε στην εικόνα:

Eshop
  • email Αποστολή άρθρου
  • print Εμφάνιση εκτύπωσης
  • Plain text Προβολή ώς Plain Text