Αρχική | Χαρτοφυλάκια | Απόλυτο Σύστημα - Ελεύθερη Πρόσβαση | Περιμένοντας να πέσει το επόμενο παπούτσι...

Περιμένοντας να πέσει το επόμενο παπούτσι...

Μέγεθος γραμμάτων: Decrease font Enlarge font
Περιμένοντας να πέσει το επόμενο παπούτσι...

ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΜΑΣ

 

Περιμένοντας να πέσει το επόμενο παπούτσι...

 

 

 

 

 

Στην “παγίδα” του πληθωρισμού, πιαστήκαμε όλοι: Κεντρικές τράπεζες, κυβερνήσεις, επιχειρήσεις, αναλυτές, επενδυτές και οικονομικός Τύπος. Μετά από 25 χρόνια με φθίνοντες ρυθμούς πληθωρισμού και μία δεκαετία με μηδενικά ή και αρνητικά επιτόκια, όπου η αύξηση του πληθωρισμού γύρω από το όριο του 2,0% ήταν το ζητούμενο, ουδείς μπορούσε να πιστέψει ότι το φαινόμενο αυτό θα επέστρεφε στις οικονομίες και στη ζωή μας. Έτσι, μετά την αρχική έκπληξη, ο πληθωρισμός χαρακτηρίστηκε ως “μη σημαντικός”, στη συνέχεια ως “παροδικός” και μετά ως “μεταβατικός”, με την ελπίδα -η οποία συχνά εκφραζόταν ως “βεβαιότητα”- ότι, θα άρχιζε να υποχωρεί από το, κάθε φορά, επόμενο τρίμηνο.

 

Αν θεωρήσουμε την άνοιξη του 2021, ως το σημείο αφετηρίας του σύγχρονου πληθωριστικού κύματος, ήδη διανύουμε τον 16ο μήνα, όχι απλά από την εμφάνισή του, αλλά από το σημείο που, ο πληθωρισμός, άρχισε να γίνεται απειλητικός και να προβληματίζει. Σήμερα, ήδη, ο πληθωρισμός πλήττει την ανάπτυξη και ενδεχομένως, ωθεί πολλές οικονομίες σε ύφεση, για την οποία -πάλι- οι οικονομολόγοι ισχυρίζονται ότι θα είναι “παροδική”, όμως, μπορεί και να μην είναι. Στην ουσία, ουδείς μπορεί να εκφραστεί με βεβαιότητα και ουδείς γνωρίζει με ακρίβεια.

 

Οι κεντρικές τράπεζες έδρασαν με μεγάλη καθυστέρηση. Πιστεύοντας ότι ο πληθωρισμός είναι “παροδικός”, φοβήθηκαν και αρνήθηκαν να κάνουν τη μεγάλη στροφή και να γυρίσουν το “διακόπτη”, από τη φάση της παροχής άπλετης -και αλόγιστης- ρευστότητας, στη φάση της ανόδου των επιτοκίων. Η αλήθεια είναι ότι, κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες, ασχολούνται με τις αγορές και με την πολιτική, περισσότερο απ’ ότι θα έπρεπε.

 

Μόλις κατά τον περασμένο Μάρτιο, δηλαδή 12 μήνες μετά την εμφάνιση υψηλών ρυθμών πληθωρισμού, η αμερικανική κεντρική τράπεζα (FED) αποφάσισε να προχωρήσει σε μία “διστακτική” άνοδο του επιτοκίου της, κατά 0,25%, φέρνοντάς το στο επίπεδο του 0,50%, τη στιγμή που ο δείκτης τιμών καταναλωτή, είχε φτάσει στο 8,4%, ενώ διαβεβαίωνε τις αγορές, ότι οι επόμενες αυξήσεις, αν γίνονταν, θα ήταν μικρές (της τάξης του 0,25%) και λίγες.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ήταν ακόμη πιο διστακτική. Μόλις πρόσφατα, στις 21/7/2022, προχώρησε σε αύξηση 0,50%, φέρνοντας το βασικό επιτόκιό της στο μηδέν (0,0%), τη στιγμή που ο πληθωρισμός, κατά το μήνα Ιούνιο, βρισκόταν στο 8,6%.

 

Το πρώτο “παπούτσι” έχει πέσει. Οι χρηματοοικονομικές αγορές, ήδη από τον Ιανουάριο, είχαν ξεκινήσει την πτώση τους. Το α’ εξάμηνο του έτους, υπήρξε -για τις αμερικανικές αγορές, αλλά και για πολλές ευρωπαϊκές- το χειρότερο από το 1970.

Οι αγορές βρέθηκαν στο χαμηλότερο σημείο τους, στα μέσα Ιουνίου. Από τότε, με βάση το σκεπτικό ότι, οι αγορές έχουν ήδη προεξοφλήσει την άνοδο των επιτοκίων, ελπίζοντας σε μία “ήπια προσγείωση” (όπως υποστηρίζει και ο πρόεδρος της FED, κ. Powell) και υποστηριζόμενες από την αντοχή της κερδοφορίας των επιχειρήσεων, επιχειρούν μία αξιόλογη ανάκαμψη. (Δείτε τα στοιχεία της κίνησης βασικών χρηματιστηριακών αγορών, εδώ).

Έχουν δίκιο; Έχει, όντως, τελειώσει η “ταλαιπωρία” και η ανησυχία για το πώς θα καταλήξουν τα πράγματα; Ή τελικά, θα υπάρξει “δεύτερο παπούτσι” που θα πέσει;

 

Όταν αντιληφθήκαμε ότι, ο πληθωρισμός δεν είναι ένα παροδικό φαινόμενο και ότι, ένα μεγάλο και βίαιο πληθωριστικό κύμα, χτυπάει τη διεθνή οικονομία, καταφύγαμε στην έρευνα.

Βλέποντας σημαντικές -ή ακόμη και εντυπωσιακές- ομοιότητες, της παρούσας φάσης με τα γεγονότα της δεκαετίας του 1970 και την ενεργειακή και πληθωριστική κρίση που τη χαρακτήρισε, αναζητήσαμε αναλυτικά στοιχεία για το τί συνέβη τότε και το πώς αντέδρασαν οι κυβερνήσεις, οι κεντρικές τράπεζες, οι αγορές και οι κοινωνίες. (Δείτε στοιχεία της περιόδου εκείνης, εδώ).

Κατά τους τελευταίους μήνες, παρακολουθούμε -πολύ στενά- το τί συμβαίνει σήμερα και το συγκρίνουμε με το τί συνέβη τότε. Προσπαθούμε  βέβαια, ώστε τα συμπεράσματα των συγκρίσεων αυτών, να μην επηρεάζουν την κρίση μας, για τη σημερινή εξέλιξη των πραγμάτων. Μας βοηθούν όμως να κατανοήσουμε τον τρόπο αντίδρασης των οικονομιών και των αγορών.

 

Δεν είμαστε αισιόδοξοι για τους επόμενους μήνες. Εκτιμούμε ότι, όχι ένα, αλλά πολλά περισσότερα “παπούτσια” θα ακολουθήσουν. Ο κύκλος της ανόδου των επιτοκίων, έχει μόλις αρχίσει και μάλιστα, εξακολουθεί να βρίσκεται σε διερευνητικό στάδιο. Ο πληθωρισμός δε δείχνει να κάμπτεται, καθώς έχει εξαπλωθεί στους περισσότερους τομείς των οικονομιών. Οι διεθνείς οργανισμοί, έχουν μόλις αρχίσει να αναπροσαρμόζουν πτωτικά, τις προβλέψεις τους για την εξέλιξη των οικονομιών, αλλά και της διεθνούς οικονομίας στο σύνολό τους. Οι αναλυτές, έχουν μόλις αρχίσει να “περικόπτουν” τις προβλέψεις τους για την εξέλιξη των εταιρικών μεγεθών. Παρά τη διόρθωσή τους, οι αγορές εξακολουθούν να διαπραγματεύονται με εξαιρετικά υψηλές -για την “ποιότητα” της τρέχουσας περιόδου- αποτιμήσεις. Όμως, το χειρότερο απ’ όλα, είναι το χρέος.

Η αλήθεια είναι ότι το χρέος, ήταν κάτι που έλειπε από την κρίση της δεκαετίας του 1970. Τότε τα χρέη κυβερνήσεων και επιχειρήσεων ήταν χαμηλά. Σήμερα είναι κολοσσιαία. Η αύξηση των επιτοκίων θα προκαλέσει σειρά χρεοκοπιών, με άγνωστες επιδράσεις στο χρηματοοικονομικό σύστημα.

 

Οι χρηματοοικονομικές κρίσεις, συνήθως αντιμετωπίζονται με το άνοιγμα της “κάνουλας” της ρευσότητας. Οι κεντρικές τράπεζες, παρεμβαίνουν, μειώνουν τα επιτόκια, αυξάνουν τη ρευστότητα του συστήματος και διευκολύνουν τη λειτουργία του, έως ότου ξεπεραστούν οι έκτακτες συνθήκες. Το πρόβλημα όμως σήμερα είναι ότι, οι κεντρικές τράπεζες, οι οποίες έχουν ήδη εισέλθει σε ένα ανοδικό κύκλο επιτοκίων, δε μπορούν να αυξήσουν τη ρευστότητα, αφού έτσι θα ανατρέψουν τη νομισματική πολιτική τους, απέναντι στον πληθωρισμό που καιροφυλακτεί.

 

Προς το παρόν, το ευρύτερο χρηματοοικονομικό σύστημα, δείχνει να έχει επαρκή ρευστότητα, κάτι που είναι αποτέλεσμα της επεκτατικής πολιτικής των προηγούμενων ετών. Όμως, η ρευστότητα είναι εύκολο να χαθεί, ιδίως όταν βρισκόμαστε στις παρυφές μιας ύφεσης. Αν οι χρηματιστηριακές απώλειες αυξηθούν, αν υπάρξουν χρεοκοπίες, αν μειωθεί η κερδοφορία των επιχειρήσεων, όλα αυτά είναι παράγοντες που μπορούν να συμβάλλουν στην αιφνίδια επιδείνωση της ρευστότητας.

 

Συμπερασματικά, οι παράγοντες κινδύνου είναι πολλοί και η αβεβαιότητα κινείται σε πολύ υψηλά επίπεδα. Από την άλλη πλευρά, η αναμενόμενη απόδοση από την ανάληψη μεγαλύτερου ρίσκου, δείχνει να  είναι χαμηλή. Για τους λόγους αυτούς, έχοντας πάντα ως πρώτη προτεραιότητά μας, τη λειτουργία σε περιβάλλον χαμηλού ή λελογισμένου ρίσκου και τη διαφύλαξη του κεφαλαίου μας, συνεχίζουμε να εκτιμούμε ότι, πρέπει να παραμένουμε εκτός αγοράς και να αναμένουμε τη βελτίωση των συνθηκών, άσχετα του πόσο, χρονικά, μεγάλη, μπορεί να είναι αυτή η αναμονή.

 

Δείτε πρόσφατο άρθρο μας: Μια νέα ανοδική φάση των αγορών, ή ένα “bear market rally”; (εδώ).

 

Γιάννης Σιάτρας

 

 

 

 


Εγγραφή RSS για αυτά τα σχόλια Σχόλια (0)

συνολικά: | προβολή:

Σχολιάστε το άρθρο comment

Παρακαλώ εισάγετε τον κωδικό που βλέπετε στην εικόνα:

Eshop
  • email Αποστολή άρθρου
  • print Εμφάνιση εκτύπωσης
  • Plain text Προβολή ώς Plain Text