Αρχική | Άποψη | Άποψη (Γιάννης Σιάτρας) | Το κρισιμότερο ερώτημα σήμερα: Υπάρχει ζωή μετά το χρέος;

Το κρισιμότερο ερώτημα σήμερα: Υπάρχει ζωή μετά το χρέος;

Μέγεθος γραμμάτων: Decrease font Enlarge font

Το "χρέος", στην ευρύτερη έννοιά του, αποτελεί το κύριο θέμα του τρέχοντος τεύχους του περιοδικού Economist. Το χρέος των κυβερνήσεων, το χρέος των ιδιωτών, το χρέος που έχει εισέλθει σε κάθε τομέα της ζωής μας. Το χρέος το οποίο θα πρέπει πλέον να μειώσουμε, αν όχι να αποχωριστούμε εντελώς.
Υπάρχει ζωή μετά το χρέος; Αυτό αναρωτιούνται οι συντάκτες του βασικού άρθρου του αφιερώματος του Economist. Ναι, υπάρχει ζωή. Και βέβαια υπάρχει -άλλωστε η ζωή δε σταματά ποτέ. Μόνο που η ζωή αυτή, η ζωή μετά το χρέος, θα είναι διαφορετική και πιο δύσκολη. Τουλάχιστον στην πρώτη φάση της.

Το χρέος είναι σαν ένα πανίσχυρο ναρκωτικό. Κάτι σαν το αλκοόλ ή τη νικοτίνη. Κατά τη διάρκεια των "καλών" δεκαετιών, οι καταναλωτές χρησιμοποιούσαν το χρέος για να ωραιοποιήσουν τον τρόπο ζωής τους. Οι εταιρίες δανείζονταν για να επεκταθούν. Οι επενδυτές δανείζονταν για να βελτιώσουν τις αποδόσεις τους. Και οι Κυβερνήσεις, είτε για να αποφύγουν να πάρουν "δύσκολα" μέτρα, είτε για να γίνουν περισσότερο αρεστές. Και όσο διαρκούσαν τα "καλά" χρόνια, η πατροπαράδοτη "συνταγή" (αυτή που έλεγε ότι το εισόδημα πρέπει να είναι μεγαλύτερο από τις δαπάνες) φαίνονταν να είναι λανθασμένη: όταν οι δαπάνες ξεπερνούσαν το εισόδημα, το αποτέλεσμα ήταν η ευτυχία και όχι η δυστυχία.

Για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, το επίπεδο του χρέους στον αναπτυγμένο κόσμο, αυξανόταν ταχύτερα απ' ότι τα εισοδήματα. Τα ελλείμματα διογκώνονταν. Και όχι μόνο στον κυβερνητικό τομέα, αλλά και στον ιδιωτικό. Στις ΗΠΑ, το χρέος του ιδιωτικού τομέα, από το 50% του ΑΕΠ που βρίσκονταν κατά τη διάρκεια του 1950, έφθασε πρόσφατα στο 300% του ΑΕΠ. Όμως, οι ρίζες της εντυπωσιακής αυτής αύξησης, πάνε πολλές δεκαετίες πίσω. Κατά τη διάρκεια του 19ου και στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, οι δανειζόμενοι που χρεοκοπούσαν οδηγούνταν στη φυλακή. Η γενιά που επέζησε από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και τη μεγάλη κρίση του 1930, έμαθε να εργάζεται σκληρά, να ζει μετρημένα και να αποταμιεύει. Όμως, ήδη από τη δεκαετία του 1960, άρχισε (αρχικά μέσω των πιστωτικών καρτών) να δημιουργείται η κοινωνία του "αγόρασε σήμερα και πλήρωσε αργότερα". Η χρεοκοπία, καθόσον συνοδεύονταν από την ατιμωρησία έφθασε να αποτελεί απλά μία επιλογή τρόπου ζωής. Η ευθύνη σταμάτησε να βαρύνει τον απερίσκεπτο δανειζόμενο και άρχισε να πέφτει πάνω στον αμελή δανειστή, ο οποίος τελικά κατέληγε να υφίσταται της συνέπειες της χρεοκοπίας του δανειζόμενου.

Παράλληλα με τους καταναλωτές, άρχισαν να δανείζονται και οι εταιρίες. Ο μέσος όρος της αξιολόγησης των ομολογιών επιχειρήσεων, από την κατηγορία "Α" που βρίσκονταν στο 1981, σήμερα έφθασε στο "ΒΒΒ", μόλις μία βαθμίδα παραπάνω από την κατηγορία "σκουπίδια". Οι εταιρίες οι οποίες διακρατούσαν μετρητά στους ισολογισμούς τους, κατηγορούνταν (από τους αναλυτές και τους μετόχους τους) για ατολμία και ανικανότητα, ενώ σε νομοθετικό επίπεδο, επικράτησε ένα καθεστώς ατιμωρησίας, το οποίο εμπόδιζε τους δανειστές να οδηγούν σε χρεοκοπία τους κακοπληρωτές δανειζόμενους. Με τον τρόπο αυτό, σταμάτησε να γίνεται ορθή αξιοποίηση των παραγωγικών δυνατοτήτων των κοινωνιών και των οικονομιών, αφού παρέμεναν στην αγορά και σε λειτουργία, εταιρίες οι οποίες ουσιαστικά δεν άξιζαν να παραμείνουν. Οι ισολογισμοί των τραπεζών, μέσα από τα διάφορα "χρηματοοικονομικά εργαλεία" που εφευρέθηκαν για να ωραιοποιούν τα μεγέθη και τις έννοιες, έπαψαν να έχουν ισχυρά ίδια κεφάλαια. Οι εταιρίες ιδιωτικού κεφαλαίου και τα κερδοσκοπικά επενδυτικά σχήματα, η λειτουργία των οποίων βασίζεται στο χρέος, κέρδιζαν δισεκατομμύρια, με μεγάλη ευκολία. Ο δρόμος προς την οικονομική (και κοινωνική;) επιτυχία ήταν απλός και εύκολος: δανείσου φθηνό χρήμα, αγόρασε ένα περιουσιακό στοιχείο, κάτσε αναπαυτικά και περίμενε να αυξηθεί η αξία του.

Η κατάσταση παρακολουθούνταν από τις αρχές. Κάθε φορά που μία "κρίση χρέους" έρχονταν στην επιφάνεια, οι Κεντρικές Τράπεζες επενέβαιναν και μείωναν τα επιτόκια. Η πρακτική αυτή, η οποία επαναλαμβανόταν σε κάθε περίσταση, μείωσε δραματικά το ρίσκο της ανάληψης ακόμη μεγαλύτερης ποσότητας χρέους. Έτσι, δημιουργήθηκαν οι "φούσκες". Αρχικά στις χρηματιστηριακές αγορές και στη συνέχεια στις αγορές των ακινήτων. Κάθε "οικονομικός κύκλος" τελείωνε με ακόμη μεγαλύτερη ποσότητα χρέους και πολύ χαμηλότερα επιτόκια. Το τέλος του "παιχνιδιού" έφθασε στην περίοδο του 2007 - 2008, όταν οι επενδυτές αντελήφθησαν ότι το μεγαλύτερο μέρος απ' αυτό το χρέος δε θα μπορούσε ποτέ να αποπληρωθεί. Και καθώς δημιουργήθηκε το περιβάλλον της έλλειψης πιστώσεων (credit crunch), οι Κεντρικές Τράπεζες δεν είχαν άλλη επιλογή από το να μειώσουν τα επιτόκια σε πρωτοφανή χαμηλά επίπεδα (1% ή και ακόμη χαμηλότερα). Μία κατάσταση που διατηρείται έως σήμερα και η οποία -προφανώς- θα διατηρηθεί για μεγάλο ακόμη διάστημα.

Τώρα ήρθε η ώρα του λογαριασμού και του απολογισμού. Κυρίως για τις αναπτυγμένες οικονομίες. Το πιο μεγάλο και πιεστικό πρόβλημα σήμερα είναι το πώς θα ξεπληρωθεί το χρέος. Από τους ιδιώτες, τις εταιρίες και τα κράτη. Ένα μεγάλο μέρος του χρέους έχει μεταφερθεί από τον ιδιωτικό τομέα στον κρατικό, καθώς οι Κυβερνήσεις έσπευσαν (και ορθά το έπραξαν) να υποστηρίξουν το τραπεζικό σύστημα και να αποτρέψουν την εκδήλωση μίας τεραστίου μεγέθους ύφεση στη διεθνή οικονομία. Όμως, η ενέργεια αυτή επιβάρυνε υπερβολικά τη θέση τους. Πέρα από τα παραδοσιακά "διαχειριστικά ελλείμματα" που είχαν στην ετήσια διαχείριση (έτσι ώστε να κρατούν οι πολιτικοί τους ψηφοφόρους τους ικανοποιημένους) και τα τεράστια ελλείμματα κοινωνικής ασφάλισης (μέσω των βελτιώσεων των συστημάτων σύνταξης και υγείας, οι Κυβερνήσεις έχουν αναλάβει ακόμη μεγαλύτερες υποχρεώσεις για το μέλλον, σε μία χρονική περίοδο που οι δημογραφικές εξελίξεις δείχνουν ότι ο πληθυσμός ουσιαστικά γερνάει), προστέθηκαν και τα χρέη από τη διαχείριση της πρόσφατης κρίσης.

Το χρέος αυτό αυτό θα πρέπει να εξυπηρετηθεί κατά τη διάρκεια των επομένων ετών. Όμως, τα χρόνια αυτά δε θα είναι εύκολα. Με δεδομένη την αναμενόμενη μείωση των ρυθμών ανάπτυξης των αναπτυγμένων κρατών, συχνά θα εκδηλώνονται "κρίσεις εμπιστοσύνης" σε ολόκληρο το διεθνές οικονομικό σύστημα. Και εάν αφήσουμε κατά μέρος το δημόσιο χρέος, στην περίπτωση του ιδιωτικού χρέους, το μεγαλύτερο μέρος του έχει -θεωρητικά- διασφαλισθεί μέσω εγγυήσεων επί περιουσιακών στοιχείων των δανειζομένων. Όμως, ενώ το απόλυτο μέγεθος του χρέους παραμένει σταθερό ή ακόμη και αυξάνεται, η αξία των περιουσιακών στοιχείων (τα οποία εγγυώνται την κανονική αποπληρωμή) μειώνεται. Και το γεγονός αυτό μπορεί να προκαλέσει ένα νέο καταστροφικό κύκλο, καθώς οι δανειζόμενοι θα αναγκάζονται να ρευστοποιούν περιουσιακά στοιχεία, με αποτέλεσμα την περαιτέρω πτώση των τιμών τους.

Μπορεί να υπάρξει λύση και "κάθαρση"; Και βέβαια μπορεί. Και η "κάθαρση" θα έλθει αναγκαστικά. Και θα δημιουργήσει έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο, απ' ότι μέχρι σήμερα γνωρίζαμε. Οι τράπεζες θα είναι υποχρεωμένες να έχουν υψηλότερα κεφάλαια και "ασφαλέστερους" ισολογισμούς. Οι καταναλωτές των αναπτυγμένων οικονομιών θα πληρώνουν περισσότερους φόρους και θα έχουν μικρότερο "δίχτυ" κοινωνικής προστασίας και συνεπώς θα καταναλώνουν λιγότερο (και ένας επιπλέον λόγος γι' αυτό θα είναι ότι θα θέλουν να αποταμιεύσουν περισσότερο για τα χρόνια που θα ακολουθήσουν τη συνταξιοδότησή τους). Τα σπίτια θα ξαναγίνουν τόποι κατοικίας και όχι "μέσο" για κερδοσκοπικό πλουτισμό. Τα "επιχειρηματικά μοντέλα" θα αλλάξουν και θα προσαρμοστούν

Για τους πολιτικούς, οι προτεραιότητες είναι ξεκάθαρες. Θα πρέπει να επικεντρωθούν στο πώς θα αναπτύξουν τις οικονομίες των κρατών τους. Η ανάπτυξη (για την οποία πρωταρχικά στοιχεία είναι η παραγωγικότητα και η ανταγωνιστικότητα) θα είναι το κλειδί της επιβίωσης των οικονομιών και των κρατών τους. Για τα κράτη με ικανοποιητικά δημογραφικά στοιχεία (όπως οι ΗΠΑ, οι οποίες έχουν σχετικά νέο πληθυσμό και ικανοποιητικούς ρυθμούς αύξησής του), τα πράγματα θα είναι πιο εύκολα. Όμως, για την Ευρώπη η οποία παρουσιάζει δημογραφική "κόπωση", η κατάσταση θα είναι πολύ πιο δύσκολη. Η Ευρώπη, θα κινδυνεύει να μετατραπεί σε μία "νέα" Ιαπωνία, η οποία επί δύο δεκαετίες αγωνίζεται να αναπτυχθεί μέσα από το βάρος του υψηλού χρέους και των τραγικών δημογραφικών της στοιχείων.

Οι ευρωπαϊκές χώρες, ήδη διαπιστώνουν ότι οι καλύτεροι και εξυπνότεροι νέοι τους, μεταναστεύουν σε χώρες και σε περιοχές που υπόσχονται καλύτερη ανάπτυξη. Και αυτό θα συνεχισθεί για πολλά ακόμη χρόνια. Για αυτούς που θα μείνουν πίσω, εάν η οικονομία του κράτους τους παραμένει στάσιμη, δε θα έχουν παρά να αποφασίσουν επί ενός πολύ σκληρού διλήμματος: είτε να ζητήσουν οι ίδιοι τη χρεοκοπία της χώρας τους, είτε να περικόψουν από τις παροχές που η κοινωνία δίνει προς τις μεγαλύτερες ηλικίες.

Μπροστά σ' αυτή την κατάσταση, η Ευρώπη χρειάζεται να προχωρήσει -άμεσα- σε δομικές μεταβολές. Μεταβολές που θα κάνουν τις οικονομίες των κρατών της ηπείρου πιο ελαστικές και ταχύτερα αναπτυσσόμενες.

Παράλληλα, οι πολιτικοί, σε όλο το κόσμο, θα πρέπει να εργασθούν περισσότερο προς την κατεύθυνση της "εξισορρόπησης" της παγκόσμιας οικονομίας. Και αυτό σημαίνει καλύτερη εξισορρόπηση στα εμπορικά ισοζύγια και στα ισοζύγια πληρωμών. Τόσο μεταξύ ομάδων χωρών (ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση για παράδειγμα), όσο και μεταξύ του αναπτυγμένου και του αναπτυσσόμενου κόσμου.
Οι πλεονασματικές οικονομίες θα πρέπει να αντιληφθούν ότι θα πρέπει να καταναλώνουν περισσότερο. Αυτό θα είναι μακροχρόνια προς το συμφέρον τους, αφού έτσι θα ζήσουν σε ένα λιγότερο ταραγμένο κόσμο, αλλά παράλληλα θα διατηρήσουν τους "πελάτες" τους ζωντανούς και ικανούς να αγοράζουν τα προϊόντα που αυτοί τους εξάγουν.

Τα προγράμματα λιτότητας που μπορούν να επιβληθούν στις κοινωνίες, έχουν όρια. Τα οποία σε κάποια στιγμή θα προσεγγισθούν. Και τότε το αποτέλεσμα θα είναι η κοινωνική αναταραχή, η οποία μπορεί να έχει απροσδόκητες συνέπειες. Και τότε, μπορεί να αποδειχθεί μία διαφορετική εκδοχή της "πατροπαράδοτης συνταγής": όταν το εισόδημα αναγκάζεται να γίνει μεγαλύτερο από τις δαπάνες, τότε το αποτέλεσμα μπορεί τελικά, να είναι η δυστυχία. Δυστυχία για όλους και όχι μόνον για τους εξαναγκαζόμενους.
σε νέες συνθήκες. Οι επιχειρήσεις θα πρέπει να υπολογίζουν περισσότερο τα ίδια κεφάλαιά τους και να είναι πιο προσεκτικές στην ανάληψη ρίσκου.

 

Για τη συγγραφή του παρόντος άρθρου χρησιμοποιήθηκαν στοιχεία από το αφιέρωμα του τρέχοντος τεύχους του περιοδικού Economist.


Εγγραφή RSS για αυτά τα σχόλια Σχόλια (0)

συνολικά: | προβολή:

Σχολιάστε το άρθρο comment

Παρακαλώ εισάγετε τον κωδικό που βλέπετε στην εικόνα:

Eshop
  • email Αποστολή άρθρου