Αρχική | Άποψη | Γιώργος Προβόπουλος: Ελλάδα 2020-2030, οι νέες εθνικές προτεραιότητες

Γιώργος Προβόπουλος: Ελλάδα 2020-2030, οι νέες εθνικές προτεραιότητες

Μέγεθος γραμμάτων: Decrease font Enlarge font
Γιώργος Προβόπουλος: Ελλάδα 2020-2030, οι νέες εθνικές προτεραιότητες

Γιώργος Προβόπουλος

H ​​Ελλάδα βγήκε πρόσφατα από το τρίτο και τελευταίο πρόγραμμα, ωστόσο η πολυετής και βαθιά κρίση αφήνει βαριά κληρονομιά: ένα δυσθεώρητο δημόσιο χρέος (υψηλότερο του 180% του ΑΕΠ), αδύναμους ισολογισμούς τραπεζών (το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων στο σύνολο των δανείων των ελληνικών τραπεζών ανερχόταν σε 46,7% τον Σεπτέμβριο του 2018 έναντι 4% του ευρωπαϊκού μέσου όρου) και επιχειρήσεων, υπερχρεωμένα νοικοκυριά (στο τέλος του 2018, οι ληξιπρόθεσμες φορολογικές οφειλές του ιδιωτικού τομέα προς το κράτος ανέρχονταν σε 104,4 δισ. ευρώ, ενώ οι αντίστοιχες οφειλές προς κοινωνικοασφαλιστικούς οργανισμούς διαμορφώθηκαν στα 34,8 δισ. ευρώ), υψηλή ανεργία και δείκτες ανταγωνιστικότητας που κατατάσσουν τη χώρα σε βαθμίδα χαμηλότερη του μέσου όρου της Ευρωζώνης. Ενώ έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος ως προς την ανταγωνιστικότητα κόστους, η διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα της χώρας εξακολουθεί να υστερεί, σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Τα τελευταία δύο χρόνια μάλιστα έχει υποχωρήσει, σύμφωνα με την έκθεση «Doing Business» της Παγκόσμιας Τράπεζας, καθώς και τον δείκτη παγκόσμιας ανταγωνιστικότητας του World Economic Forum. Το επιχειρηματικό περιβάλλον δεν θεωρείται φιλικό ως προς την επιχειρηματικότητα και τις επενδύσεις. Χαρακτηρίζεται από υπερφορολόγηση, εκτεταμένη γραφειοκρατία, καθυστερήσεις στην απονομή δικαιοσύνης, περιορισμένη και ακριβή τραπεζική χρηματοδότηση κ.λπ. Αυτά τα προβλήματα θα έχουν μόνιμη θέση στην ατζέντα της οικονομικής πολιτικής της επόμενης δεκαετίας, που αρχίζει σε 10 μήνες από σήμερα. Το ζήτημα μάλιστα του δημόσιου χρέους θα βρίσκεται σταθερά στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος για αρκετές δεκαετίες ακόμη.

Η Ελλάδα καλείται να αναχρηματοδοτεί εφεξής ένα ογκώδες χρέος, χωρίς τη συνδρομή των εταίρων, δηλαδή αποκλειστικά από τις αγορές. Αυτή η συνθήκη, η απρόσκοπτη πρόσβαση στις δύσπιστες πλέον –λόγω του βεβαρημένου παρελθόντος μας– αγορές, αποτελεί ζωτικό όρο επιβίωσης της χώρας. Η ταχύρρυθμη και διατηρήσιμη άνοδος του ΑΕΠ, μακροχρόνια, θα αποτελούσε ουσιαστικά τον μοναδικό παράγοντα που θα συνέβαλλε στην αισθητή συρρίκνωση του λόγου του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ και, ταυτόχρονα, στη διαμόρφωση θετικών για τη χώρα προοπτικών, που αποτελεί προϋπόθεση για την ομαλή αναχρηματοδότηση του χρέους από τις αγορές. Το μέγεθος του δυνητικού μακροχρόνια ετήσιου ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας αναγορεύεται, έτσι, σε κομβικό στοιχείο για τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους. Αποτελεί, επιπροσθέτως, το κλειδί για τη μείωση της ανεργίας, τη σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου της χώρας με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Στην έκθεσή του για την Ελλάδα (2017, σελ. 34) το ΔΝΤ εκτιμούσε ότι το χάσμα ως προς το κατά κεφαλήν πραγματικό ΑΕΠ, μεταξύ Ελλάδος και μέσου όρου Ευρωζώνης, το οποίο μεγάλωσε σημαντικά μετά το 2009, δεν θα κλείσει μακροχρόνια αλλά θα παραμείνει σταθερό. Η εκτίμηση αυτή βασιζόταν στην υπόθεση για μακροχρόνιους ρυθμούς ανάπτυξης 1% και 1,3% σε Ελλάδα και Ευρωζώνη, αντίστοιχα, καθώς και στις σχετικά χειρότερες δημογραφικές προοπτικές της χώρας μας, την ταχύτερη επίλυση του προβλήματος των κόκκινων δανείων και τη γρηγορότερη ανάκτηση των απωλειών εισοδήματος (της τάξης του 25%) που προκάλεσε η δεκαετία της κρίσης.

Οι μακροχρόνιες αναπτυξιακές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, όπως σκιαγραφούνται σε πρόσφατη ειδική ανάλυση του ΔΝΤ (Ιούλιος 2018), είναι ωστόσο ζοφερές. Κατά το ΔΝΤ, οι εντόνως δυσμενείς δημογραφικές προοπτικές (σύμφωνα με την έκθεση του ΟΟΣΑ «Aging Report», 2018, το εργατικό δυναμικό θα μειώνεται κατά μέσον όρο κάθε χρόνο κατά 1,1% τα επόμενα σαράντα χρόνια) της χώρας, αλλά και οι πενιχρές επιδόσεις μας τα τελευταία σχεδόν πενήντα χρόνια, κατά τα οποία σημειώθηκε μέση ετήσια βελτίωση της συνολικής παραγωγικότητας μόλις 0,25%, προδικάζουν έναν αρνητικό μέσο μακροχρόνιο ετήσιο ρυθμό μεταβολής του ΑΕΠ: μείον 0,7%.

Μια αισθητή επιτάχυνση των επενδύσεων θα συνέβαλλε βεβαίως, σε μια πρώτη φάση, σε ισχυρότερη ώθηση της ανάπτυξης μεσοπρόθεσμα, στην περιοχή του 2-2,5%, όμως τα δημογραφικά δεδομένα και η παραγωγικότητα της εργασίας αποτελούν, σε μακροχρόνιο ορίζοντα, τους καθοριστικούς παράγοντες στην αναπτυξιακή διαδικασία. Οι επενδύσεις υποχώρησαν σημαντικά την τελευταία δεκαετία, γι’ αυτό και η αναμενόμενη ανάκαμψή τους τα αμέσως επόμενα χρόνια μπορεί να ωθήσει το ποσοστό οικονομικής ανόδου υψηλότερα του 1%.

Η επίδραση όμως των αυξημένων επενδύσεων θα υποχωρεί σταδιακά, καθώς το απόθεμα κεφαλαίου θα επιστρέφει στο μακροχρόνιο επίπεδο ισορροπίας του. Απαξ και η μετάβαση στο νέο υψηλότερο απόθεμα κεφαλαίου ολοκληρωθεί, η επίπτωση των αυξημένων επενδύσεων θα εξανεμίζεται και η δυναμική της ανάπτυξης θα προσδιορίζεται από το εργατικό δυναμικό και την εξέλιξη της παραγωγικότητας της εργασίας.

Το ΔΝΤ υιοθετεί ωστόσο την υπερβατική παραδοχή ότι η ελληνική οικονομία θα μπορούσε να πετύχει μακροχρόνια δυνητικό ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 1%, με την εφαρμογή όμως προωθημένων μεταρρυθμίσεων. Και ο ΟΟΣΑ (2016) υποστηρίζει ότι η πλήρης εφαρμογή ενός ευρέος καταλόγου διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων θα μπορούσε να αυξήσει το ΑΕΠ της Ελλάδος έως και 8% περίπου, σε ορίζοντα δεκαετίας, ή κατά 0,8% ετησίως στην περίοδο της δεκαετίας. Ο κατάλογος αυτός των μεταρρυθμίσεων περιλαμβάνει εκτεταμένες αλλαγές: 1) Στην αγορά εργασίας, 2) στην αγορά προϊόντων και υπηρεσιών, 3) στο συνταξιοδοτικό σύστημα, 4) στο φορολογικό σύστημα, 5) στην απονομή δικαιοσύνης και στο πτωχευτικό δίκαιο και 6) στις επιχειρήσεις δικτύου (ηλεκτρισμός, αέριο, μεταφορές, σιδηρόδρομοι), που αυξάνουν σημαντικά: α) Το ποσοστό συμμετοχής του ενεργού πληθυσμού στο εργατικό δυναμικό πάνω από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο, καθώς και β) τις επενδύσεις εκσυγχρονισμού, που θα ανεβάσουν τη συνολική παραγωγικότητα σε επίπεδο αρκετά υψηλότερο αυτού που πετύχαμε τα τελευταία 50 χρόνια.

Το ποσοστό των επενδύσεων στο ΑΕΠ υποχώρησε από 22% περίπου, την περίοδο 2001-2007, σε 12% την περίοδο 2011-2017. Αυτή η εξέλιξη έχει οδηγήσει σε συρρίκνωση του παραγωγικού κεφαλαίου της χώρας, καθώς μετά το 2011 οι αποσβέσεις υπερέβαιναν συστηματικά τις πάγιες επενδύσεις. Σημειώνεται εν προκειμένω όχι μόνο μια ποσοτική μείωση του κεφαλαιακού εθνικού αποθέματος, αλλά και μια ποιοτική υποβάθμιση, αφού το κεφάλαιο δεν έχει ανανεωθεί με επενδύσεις που ενσωματώνουν τις τελευταίες τεχνολογικές καινοτομίες. Εκτιμάται ότι το πάγιο κεφάλαιο της χώρας ήταν το 2018 μειωμένο, έναντι του 2011, κατά 70 δισ. ευρώ περίπου (επενδυτικό κενό).

Από αυτά τα απαιτητικά δεδομένα αντιλαμβάνεται κανείς σε τι τιτάνια προσπάθεια θα πρέπει να αποδυθεί η χώρα, και μάλιστα επί μακρά σειρά ετών, ώστε να πετύχει ετήσιο ποσοστό ανάπτυξης 1%. Υπενθυμίζω βέβαια ότι το ποσοστό αυτό του 1% δεν εξασφαλίζει, κατά το ΔΝΤ, τη μακροχρόνια βιωσιμότητα του χρέους. Επίσης, δεν εξασφαλίζει ούτε τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος αλλά ούτε και τη διαδικασία σύγκλισης του βιοτικού επιπέδου της Ελλάδος με τον μέσο όρο της Ε.Ε. Αρα οφείλουμε να υπερβούμε τους εαυτούς μας και με επιμονή και υπερπροσπάθεια να εξασφαλίσουμε ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης σημαντικά υψηλότερους του 1%.

Αρκετοί πιστεύουν ότι η τεράστια μεταρρυθμιστική προσπάθεια που απαιτείται ακόμη και για την πραγματοποίηση ετήσιων ρυθμών ανάπτυξης της τάξης του, εκ πρώτης όψεως υποτονικού, 1% υπερβαίνει τις δυνατότητες της διοικητικής μηχανής και τις αντοχές του πολιτικού μας συστήματος. Ενδεικτικό είναι άλλωστε το κλίμα που διαμορφώνεται από τον Αύγουστο του 2018 για «επιστροφή στην κανονικότητα».

Η διαμόρφωση κλίματος εφησυχασμού εγκυμονεί, πιστεύω, τεράστιους κινδύνους για το μέλλον της χώρας, ιδιαίτερα μάλιστα σε μια φάση που οι κίνδυνοι από το εξωτερικό περιβάλλον εμφανίζονται απειλητικοί (σταδιακή αυστηροποίηση της χαλαρής νομισματικής πολιτικής που θα οδηγήσει σε άνοδο του κόστους χρηματοδότησης, παγκόσμια επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας, Brexit, εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με διαφαινόμενη την ενίσχυση ακραίων δημαγωγικών στοιχείων, διεθνής εμπορικός πόλεμος κ.λπ.).

Η Ελλάδα οφείλει με τη στάση της να πείθει καθημερινά τις διεθνείς αγορές για την αξιοπιστία της, ώστε να μπορεί να αναχρηματοδοτεί ομαλά και με λογικό κόστος το ογκώδες δημόσιο χρέος της (την περίοδο 2019-2029 ωριμάζει χρέος της κεντρικής διοίκησης, εκτός εντόκων γραμματίων, ύψους 95 δισ. ευρώ.) Αν αυτό δεν επιτευχθεί, δεν μπορώ να φανταστώ ότι θα υπάρξει και νέα χρηματοδοτική συνδρομή του είδους που γνωρίσαμε. Κατά συνέπεια, ένας ενδεχόμενος τοξικός συνδυασμός μεταρρυθμιστικής κόπωσης, υποτονικής οικονομικής ανάπτυξης και δυσχερειών στην αναχρηματοδότηση του χρέους από τις αγορές θα σήμαινε και την έξοδο της χώρας από το ευρωπαϊκό όχημα. Εξυπακούεται λοιπόν ότι αυτό πρέπει να αποτραπεί πάση θυσία.

Η κοινωνία, κατά συνέπεια, και το πολιτικό της σύστημα θα πρέπει να υιοθετήσουν έναν μακρύ κατάλογο μεταρρυθμίσεων, που αφενός εξουδετερώνουν τις πιέσεις των δημογραφικών εξελίξεων και αφετέρου οδηγούν σε μαζικές επενδύσεις εκσυγχρονισμού, που αναβαθμίζουν την παραγωγικότητα και οδηγούν σε ρυθμό ανόδου του ΑΕΠ σημαντικά υψηλότερα του 1%. Διαφορετικά, ελλοχεύουν σοβαροί κίνδυνοι για την υπόσταση της χώρας και τη διεθνή θέση της.

Αραγε θα τα καταφέρουμε; Μπορούμε να πετύχουμε αυτόν τον ηράκλειο άθλο ή θα οδηγηθούμε σε εθνική ήττα; Πιστεύω ότι είμαστε καταδικασμένοι να πετύχουμε, πηγαίνοντας κόντρα στην ίδια τη νεότερη ιστορία μας, που έχει καταγράψει επτά συνολικά οικονομικές αποτυχίες.

Πηγή:www.kathimerini.gr


Διαβάστε το άρθρο από την πηγή

Εγγραφή RSS για αυτά τα σχόλια Σχόλια (0)

συνολικά: | προβολή:

Σχολιάστε το άρθρο comment

Παρακαλώ εισάγετε τον κωδικό που βλέπετε στην εικόνα:

Eshop
  • email Αποστολή άρθρου
  • print Εμφάνιση εκτύπωσης
  • Plain text Προβολή ώς Plain Text