Αρχική | Προηγ. Τεύχη | Χ&Α - 206 | Οι δημόσιες προτάσεις αγοράς μετοχών

Οι δημόσιες προτάσεις αγοράς μετοχών

Μέγεθος γραμμάτων: Decrease font Enlarge font
Οι δημόσιες προτάσεις αγοράς μετοχών

Οι εξαγορές εταιριών είναι συνήθεις πράξεις στον κόσμο των επιχειρήσεων και σημειώνονται συχνά στο χρηματιστηριακό χώρο. Μέχρι πριν από αρκετά χρόνια, οι διαδικασίες εξαγοράς μίας εταιρίας δεν ήταν ρυθμισμένες, κατάσταση που συχνά είχε αρνητικά αποτελέσματα για τους μετόχους της μειοψηφίας.

Ο θεσμός των “δημοσίων προτάσεων” θεσπίστηκε για να ρυθμίσει τις διαδικασίες αυτές, για τις περιπτώσεις που η “εταιρία στόχος” (η υπό εξαγορά εταιρία) είναι εισηγμένη σε οργανωμένη χρηματιστηριακή αγορά και παρουσιάζει ευρεία διασπορά. Η νομοθετική ρύθμιση των διαδικασιών αυτών από την πλευρά της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ορθά έγινε, αφού έβαλε τέλος σε άναρχες πρακτικές που σε πολλές περιπτώσεις είχαν εμφανιστεί στο παρελθόν

Στο άρθρο αυτό, θέλουμε να εξετάσουμε την εξέλιξη της νομοθεσίας επί των δημοσίων προτάσεων στην Ελλάδα κατά τις τελευταίες δεκαετίες, να περιγράψουμε τις περιπτώσεις και τον τρόπο που εφαρμόστηκε και να καταλήξουμε σε συμπεράσματα για το εάν η πρακτική των δημοσίων προτάσεων, με τον τρόπο που εφαρμόστηκε στην Ελλάδα και στο χρονικό διάστημα που εφαρμόστηκε, τελικά είχε θετική επίδραση στο χώρο της κεφαλαιαγοράς, στην εθνική οικονομία και στους μετόχους μειοψηφίας των εισηγμένων εταιριών.

Η νομοθετική εξέλιξη

Πριν από το έτος 2000, στη χρηματιστηριακή αγορά είχαν υπάρξει αρκετά περιστατικά “επιθετικής” εξαγοράς επιχειρήσεων. Μερικά από τα κυριότερα, στα τέλη της δεκαετίας του 1990, ήταν: Η Τράπεζα EFG Euroholdings (Eurobank) για την εξαγορά της Τράπεζας Εργασίας, οι Κυλινδρόμυλοι Λούλη για την εξαγορά της Μύλοι Αγίου Γεωργίου, ο Όμιλος ΔΕΛΤΑ για την εξαγορά της Goody’s, ο Όμιλος Μυτιληναίου για την εξαγορά της ΜΕΤΚΑ κ.ά.. Κάθε μία από τις περιπτώσεις αυτές είχε διαφορετικά χαρακτηριστικά, διαφορετικές πρακτικές, αλλά και δυνατότητα εκμετάλλευσης προνομιακών πληροφοριών, με αποτέλεσμα διαφορετική αντιμετώπιση των μετόχων της μειοψηφίας.

Προκειμένου να εκσυγχρονίσει το θεσμικό πλαίσιο που διέπει τις (επιθετικές) εξαγορές εισηγμένων εταιριών, το έτος 2000, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εξέδωσε τον Κανονισμό με τίτλο “Δημόσια Πρόταση Αγοράς Κινητών Αξιών” (Απόφαση Ε.Κ. 1/195/2000).

Με τον κανονισμό αυτόν θεσπίστηκαν δύο ειδών δημόσιες προτάσεις:

α) η εθελούσια Δημόσια Πρόταση, με βάση την οποία, ο προτείνων, εφόσον επιλέξει να προβεί σ’ αυτή, θα πρέπει να απευθύνει στους κατόχους μετοχών πρόταση για την απόκτηση τουλάχιστον 50% επί του συνόλου των μετοχών της υπό εξαγορά εταιρίας. Επιπλέον, υποχρεούται να ορίσει τον ελάχιστο αριθμό κινητών αξιών που πρέπει να γίνει γίνει αποδεκτός για την ισχύ της Δημόσιας Πρότασης, με ελάχιστο όριο το 40%.

β) η υποχρεωτική Δημόσια Πρόταση, όπου στην περίπτωση που κάποιο πρόσωπο αποκτά ποσοστό μεγαλύτερο του 50% επί του συνόλου των δικαιωμάτων ψήφου της υπό εξαγοράς εταιρίας, υποχρεούται εντός 30 ημερών από την απόκτηση αυτή να απευθύνει Δημόσια Πρόταση Αγοράς για το σύνολο των μετοχών της εταιρίας. Με τον τρόπο αυτό παρέχεται η δυνατότητα επιλογής στους μετόχους μειοψηφίας της υπό εξαγορά εταιρίας να παραμείνουν μέτοχοι με τη νέα πλειοψηφία ή να ρευστοποιήσουν τις θέσεις τους με “ευνοϊκούς όρους”.

Αναφέροντας την έκφραση “ευνοϊκούς όρους”, ο νομοθέτης (η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εν προκειμένω), μεταξύ άλλων εννοεί τη δυνατότητα των μετόχων μειοψηφίας να ρευστοποιήσουν τις μετοχές τους σε συγκεκριμένη τιμή, αφού αν δεν υπήρχε ο όρος αυτός, η τιμή της μετοχής στην ελεύθερη αγορά (Χρηματιστήριο) θα υποχωρούσε λόγω της αυξημένης προσφοράς που ξαφνικά θα εμφανίζονταν.

Θεωρούμε τη ρύθμιση που επέβαλε η Απόφαση Ε.Κ. 1/195/2000 ως θετική.


Η πρώτη Δημόσια Πρόταση που υποβλήθηκε με βάση το νέο θεσμικό πλαίσο ήταν η εθελούσια πρόταση της “Δέλτα Συμμετοχών ΑΕ” για την αγορά των μετοχών της εταιρίας Goody’s ΑΕ. Η δεύτερη Δημόσια Πρόταση, έγινε υποχρεωτικά από την  εταιρία Eureko B.V., η οποία στο μεταξύ υπερέβη το όριο του 50,0% του συνόλου των μετοχών της Interamerican AEAZ, με σκοπό την απόκτηση του συνόλου των μετοχών της. Η διαδικασία της πρότασης ολοκληρώθηκε το Σεπτέμβριο του 2001 και μέσω αυτής, η Eureko απέκτησε το 98,07% των μετοχών της Interamerican. Ακολούθησε Γενική Συνέλευση της Interamerican, όπου αποφασίστηκε η διαγραφή της από το Χρηματιστήριο.

Έτσι, άρχισε να διαφαίνεται η χρησιμότητα της ρύθμισης του ζητήματος των επιθετικών εξαγορών, μέσα από την Απόφαση 1/195/2000. Για τους μετόχους μειοψηφίας δημιουργούσε μία κατάσταση ίσης μεταχείρισης σε περιπτώσεις εξαγοράς μίας εταιρίας. Για τους επιχειρηματίες και τους μετόχους μίας πλειοψηφίας, έδωσε έναν πιο εύκολο τρόπο για την εξαγορά μίας εταιρίας ή και την έξοδό της από το Χρηματιστήριο, αφού επέτρεπε πιο εύκολη συγκέντρωση της απαραίτητης πλειοψηφίας (95% του συνόλου των μετοχών).

Η πρώτη εφαρμογή της νέου κανονιστικού πλαισίου στην έξοδο κάποιας εταιρίας, έδειξε ότι ο χειρισμός προς τους μετόχους της μειοψηφίας ήταν αρκετά δίκαιος. Στην περίπτωση της Interamerican, η οποία είχε εισαχθεί στο Χρηματιστήριο μόλις δύο χρόνια νωρίτερα (26/7/1999), παρά το ότι η αιφνίδια απόφαση για έξοδο της εταιρίας από το Χ.Α. ήταν μία αρνητική εξέλιξη για τους νέους μετόχους της, ουδείς μπορεί να κατηγορήσει τους βασικούς (παλαιούς) μετόχους για κακό και άδικο χειρισμό ή εξαπάτηση, αφού η τιμή που προσφέρθηκε ανά μετοχή (€ 20,74), ήταν πολύ κοντά -και οριακά υψηλότερη- στην τιμή της Δημόσιας Εγγραφής (€ 20,54).

 

Όμως, ως τότε, οι τιμές των μετοχών βρίσκονταν ακόμη σε υψηλά επίπεδα και το ενδεχόμενο διατήρησής τους στα επίπεδα αυτά ή και αύξησής τους ήταν ακόμη υπαρκτό και συνεπώς, καθώς όλα λειτουργούσαν ικανοποιητικά, δεν είχε ακόμη διαφανεί ο τρόπος της καταστρατήγησης των διαδικασιών που προβλέπονταν από τη νομοθεσία για την υποβολή δημοσίων προσφορών. Τα “παρατράγουδα” των νέων διαδικασιών έμελλε να φανούν αργότερα και κυρίως μετά τη μετεξέλιξη του θεσμικού πλαισίου κατά τα επόμενα χρόνια.

 

Στα τέλη του 2002, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, με νέα  απόφασή της (2/258/5-12-2002) βελτίωσε την προηγούμενη απόφασή της, στοχεύοντας στην αποσαφήνιση και βελτίωση των διαδικασιών, αλλά και στη μεγαλύτερη διασφάλιση των μετόχων προς τους οποίους απευθύνεται μία Δημόσια Πρόταση.

Κατά το 2002 υποβλήθηκαν τρεις δημόσιες προτάσεις αγοράς μετοχών (δείτε εδώ).

 

Την άνοιξη του 2004 εκδόθηκε η Οδηγία 2004/25/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τις δημόσιες προσφορές εξαγοράς. Η οδηγία αυτή ήταν αποτέλεσμα πολυετών προσπαθειών από τους ευρωπαίους νομοθέτες, αφού το θέμα αυτό απασχολούσε την Ευρωπαϊκή Ένωση ήδη από το 1989.

 

Το 2006 ολοκληρώθηκε η διαδικασία ενσωμάτωσης της Οδηγίας 2004/25/ ΕΚ σχετικά με τις δημόσιες προτάσεις στο εθνικό δίκαιο με το ν. 3461/2006 (ΦΕΚ.106/30.5.2006). Κατά τη διάρκεια του έτους πραγματοποιήθηκαν 16 δημόσιες προτάσεις αγοράς (δείτε εδώ). Δύο από τις δημόσιες προτάσεις έγιναν σύμφωνα με την Απόφαση 2/258/5.12.2002 της Ε.Κ., ενώ οι υπόλοιπες 14 βασίστηκαν στο νέο πλαίσιο του ν. 3461/2006. Ο νόμος αυτός επέφερε ορισμένες πολύ σημαντικές αλλαγές, στον ορισμό και τη διαδικασία των δημοσίων προτάσεων, οι κυριότερες από τις οποίες είναι:

(α) η μείωση του ελαχίστου ορίου, η υπέρβαση του οποίου δημιουργεί υποχρέωση υποβολής (υποχρεωτικής) δημόσιας πρότασης, από 50% σε ένα τρίτο (1/3) του συνόλου των δικαιωμάτων ψήφου της υπό εξαγορά εταιρίας

(β) η υποχρέωση υποβολής δημόσιας πρότασης, πέραν της υπέρβασης του ποσοστού 1/3, και από κάθε φυσικό πρόσωπο που κατέχει περισσότερα του ενός τρίτου (1/3), χωρίς να υπερβαίνει το ένα δεύτερο (1/2) του συνόλου των δικαιωμάτων ψήφου της υπό εξαγορά εταιρίας και το οποίο αποκτά μέσα σε δώδεκα (12) μήνες, καθώς και κινητές αξίες της υπό εξαγορά εταιρίας οι οποίες αντιπροσωπεύουν ποσοστό ανώτερο του 3% του συνόλου των δικαιωμάτων ψήφου αυτής, και

(γ) η προσθήκη του δικαιώματος εξαγοράς (squeeze-out) και του δικαιώματος εξόδου (sell-out) στην περίπτωση κατά την οποία ο Προτείνων, μετά την λήξη της δημόσιας πρότασης, κατέχει κινητές αξίες που αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον ποσοστό ενενήντα τοις εκατό (90%) του συνόλου των δικαιωμάτων ψήφου της υπό εξαγορά εταιρίας.

Το δικαίωμα εξαγοράς, είναι το δικαίωμα του προτείνοντος να απαιτήσει από τους μετόχους που δεν αποδέχθηκαν τη δημόσια πρόταση, τη μεταβίβαση σε αυτόν όλων των υπόλοιπων κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρείας, στην ίδια τιμή της δημόσιας πρότασης.

Το δικαίωμα εξόδου αφορά στην υποχρέωση εξαγοράς από τον προτείνοντα όλων των εναπομεινουσών μετοχών που θα του προσφερθούν από μετόχους αυτής για περίοδο τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων της δημόσιας πρότασης, στην ίδια τιμή της δημόσιας πρότασης.

 

Αρκετά χρόνια αργότερα -τον Ιανουάριο του 2018- και αφού είχαν διαφανεί αρκετά από τα προβλήματα που προκαλούσαν οι διαδικασίες που προβλέπονταν από το νόμο 3461/2006, η Βουλή ενσωμάτωσε στο εθνικό δίκαιο την οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και εξέδωσε το νόμο 4514/2018 (Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις). Το άρθρο 108 του νέου νόμου τροποιούσε ορισμένα σημεία του προηγούμενου, κυρίως όσον αφορά στον τρόπο προσδιορισμού της τιμής που θα πρέπει να καταβάλει ο προτείνων, για κάθε μετοχή που του προσφέρεται, αφού επιβάλλεται πλέον η υποβολή έκθεση αποτίμησης που έχει συνταχθεί από ανεξάρτητο εκτιμητή, εφ’ όσον συντρέχει μία από τις παρακάτω περιπτώσεις:

α) Εφόσον έχουν επιβληθεί κυρώσεις από το Δ.Σ. της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για χειραγώγηση επί των κινητών αξιών που αποτελούν αντικείμενο της δημόσιας πρότασης και η χειραγώγηση έλαβε χώρα εντός του χρονικού διαστήματος δεκαοκτώ (18) μηνών που προηγούνται της ημερομηνίας κατά την οποία ο προτείνων κατέστη υπόχρεος να υποβάλει δημόσια πρόταση.

β) Επί των κινητών αξιών, που αποτελούν αντικείμενο της δημόσιας πρότασης, έχουν διενεργηθεί συναλλαγές σε λιγότερες από τα τρία πέμπτα (3/5) των ημερών λειτουργίας της οικείας αγοράς ή οι συναλλαγές που έχουν πραγματοποιηθεί δεν υπερβαίνουν το δέκα τοις εκατό (10%) του συνόλου των κινητών αξιών της υπό εξαγοράς εταιρείας, κατά τους έξι (6) μήνες που προηγούνται της ημερομηνίας κατά την οποία ο προτείνων κατέστη υπόχρεος να υποβάλει δημόσια πρόταση.

γ) Το εύλογο και δίκαιο αντάλλαγμα όπως προσδιορίζεται με τα κριτήρια της παραγράφου 4, υπολείπεται του ογδόντα τοις εκατό (80%) της λογιστικής αξίας ανά μετοχή, με βάση τα στοιχεία του μέσου όρου των τελευταίων δύο δημοσιευμένων οικονομικών καταστάσεων

του ν. 3556/2007, σε ενοποιημένη βάση, εφόσον καταρτίζονται ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις.

Οι παραπάνω τροποποιήσεις είναι απόλυτα ουσιαστικές και βελτιώνουν το πρόβλημα αποτίμησης που είχε ανακύψει σε αρκετές περιπτώσεις στο παρελθόν, χωρίς όμως να το θεραπεύουν τελείως.

 

Η κριτική

Τα κυριότερα σημεία κριτικής που δέχθηκε ο ν. 3461/2006, εντοπίζονται κυρίως σε τρία σημεία:

α) Η θέσπιση της υποχρέωσης υποβολής δημόσιας πρότασης όταν κάποιος συγκεντρώνει το 1/3 (δηλ. 33,33%) των μετοχών (σε σχέση με το 50% που ήταν πριν από το νόμο 3461) ή όταν κάποιος ήδη κατέχει 33,33% και αυξάνει το ποσοστό του κατά 3,0%, ήταν υπερβολική και οδήγησε σε έναν μεγάλο αριθμό δημοσίων προτάσεων.

Όντως, η υποχρέωση υποβολής δημόσιας πρότασης από κάποιον που συγκεντρώνει το 33,33% των μετοχών μίας εταιρίας, κάνει πιο εύκολη την υποβολή μίας προσφοράς, ακόμη και από πρόσωπα που, σε διαφορετική περίπτωση, δε θα επιθυμούσαν να υποβάλουν και τελικά οδηγεί στην υποβολή περισσότερων δημοσίων προσφορών, κατάσταση που δεν είναι πάντα προς όφελος των μετόχων (μειοψηφίας ή και πλειοψηφίας) και συχνά ούτε και της ίδιας της χρηματιστηριακής αγοράς.

β) Ο τρόπος υπολογισμού της τιμής στην οποία θα υποβληθεί η δημόσια προσφορά μέσος όρος των κλεισιμάτων της μετοχής κατά τους τελευταίους 6 μήνες ήταν άδικος, λόγω των μεγάλων διακυμάνσεων της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς, αλλά και λόγω της οικονομικής κρίσης που προκάλεσε την κατάρρευση των τιμών. Εκτιμούμε ότι οι διορθώσεις που -έστω και με καθυστέρηση- επέφερε ο ν. 4514/2018, είναι προς τη σωστή κατεύθυνση αν και πάλι δε διασφαλίζεται ότι οι αποτιμήσεις θα είναι ορθές (το ότι θα γίνονται από “ανεξάρτητους” οίκους, στην Ελλάδα δε σημαίνει και πολλά), ενώ οι αποτιμήσεις δε μπορούν να λάβουν υπ’ όψη τους τις μελλοντικές προοπτικές της εταιρίας αφού αποδεικνύεται οτι η κερδοφορία πολλών απο τις εταιρίες που αποχωρούν απο το Χρηματιστήριο,"εκτοξεύεται" στα επόμενα χρόνια.

γ) Η θέσπιση του “δικαιώματος εξόδου” (squeeze out) συνδυαζόμενο με τις υπόλοιπες παρατηρήσεις αυτής της παραγράφου, ενδέχεται να οδηγεί σε καταχρηστική συμπεριφορά σε βάρος μετόχων μειοψηφίας και ιδίως σε βάρος μετόχων με μικρό αριθμό μετοχών.

Αυτό είναι αληθές και, με βάση την εμπειρία όλων αυτών των περιπτώσεων, εκτιμούμε ότι υπήρξαν περιπτώσεις κατάχρησης, όπως θα επισημάνουμε και παρακάτω.

δ) Διαχρονικά, στη συνείδηση των επενδυτών, οι δημόσιες προτάσεις συνδέθηκαν με την “έξοδο” μίας μετοχής από το Χρηματιστήριο και συνεπώς, μία μετοχή που έγινε “στόχος” δημόσιας πρότασης ήταν ένα “χαμένο παιχνίδι” και συνεπώς, η αποδοχή της πρότασης ήταν η καλύτερη -και συχνά “μοναδική”- επιλογή. Το αίσθημα αυτό -επί σειρά ετών- προκαλεί ένα φαύλο κύκλο εξελίξεων, αφού με δεδομένες τις πολύ χαμηλές τιμές που -λόγω της κρίσης- επικρατούσαν στη χρηματιστηριακή αγορά, προέτρεψε πολλούς επιχειρηματίες να υποβάλουν (εθελούσιες) δημόσιες προτάσεις για να διαγράψουν τις εταιρίες τους από το Χρηματιστήριο, προτάσεις που επιτύγχαναν με ευκολία, εξέλιξη που -κάθε φορά- επιβεβαίωνε τον (άτυπο) κανόνα που είχε σχηματιστεί στη συνείδηση όλων ότι, εφόσον υποβληθεί δημόσια πρόταση, η μετοχή θα οδηγηθεί εκτός αγοράς.

ε) Σε έναν εξαιρετικά μεγάλο, αλλά μη ομοιογενή, οικονομικό χώρο, όπως είναι ο χώρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι λάθος να θεσπίζονται κανόνες που θα έχουν καθολική εφαρμογή. Η αρχική Οδηγία 2004/25/ΕΚ θα μπορούσε να είναι ένα πολύ καλό νομοθετικό πλαίσιο για μία ώριμη αγορά, η οποία λειτουργεί σε μία χώρα με βαθιά και μακροχρόνια επενδυτική και χρηματιστηριακή παράδοση, τόσο στο ευρύτερο κοινό, όσο και στους επιχειρηματίες. Στην Ελλάδα, μία τέτοια παράδοση, δεν έχει ακόμη δημιουργηθεί.

Η “οσμή” του κέρδους, μέσα από τις ευκαιρίες που έδινε ο νόμος, οδήγησε έναν αριθμό επιχειρηματιών να εκμεταλλευθούν τις καταστάσεις υποτίμησης που εμφανίστηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της τόσο μεγάλης και βαθιάς κρίσης της χώρας μας. Αυτό ήταν ένα αρνητικό στοιχείο κατά τη διάρκεια των ετών αυτών.

 

Τα αποτελέσματα της θέσπισης των “δημοσίων προτάσεων”

Από το 2001 μέχρι και σήμερα, έχουν καταγραφεί 120 περιπτώσεις υποβολής δημοσίων προσφορών. Από αυτές, οι 54 ήταν εθελούσιες (δηλαδή, πραγματοποιήθηκαν με πρωτοβουλία των προτεινόντων, χωρίς να είναι από το νόμο υποχρεωμένοι να τις υποβάλουν) και οι 66 ήταν υποχρεωτικές. Οι προτάσεις αυτές αφορούσαν συνολικά 100 εισηγμένες εταιρίες, ενώ σε μερικές περιπτώσεις, για ορισμένες εταιρίες υποβλήθηκαν πέραν των μία προτάσεων. Ως αποτέλεσμα των προτάσεων αυτών ήταν, 49 εταιρίες να οδηγηθούν εκτός Χρηματιστηρίου. Δείτε τα στοιχεία του παρακάτω πίνακα.

Για την αναλυτική κατάσταση των ανά έτος δημοσίων προτάσεων που υποβλήθηκαν κατά την περίοδο 2001-2019, δείτε εδώ.


Δημόσιες Προτάσεις για αγορά μετοχών, 2001 - 2019


Εθελούσιες

Υποχρεωτικές

Σύνολο

Αριθμός Εταιριών

Squeeze Out

2001

1

1

2

2

1

2002

3

-

3

3

1

2003

3

2

5

5

1

2004

2

2

4

4

1

2005

1

1

2

2

-

2006

9

7

16

15

5

2007

6

13

19

15

3

2008

5

4

9

7

5

2009

3

4

7

6

5

2010

4

6

10

7

6

2011

2

3

5

2

2

2012

2

5

7

6

1

2013

5

4

9

7

4

2014

1

5

6

5

3

2015

-

1

1

1

1

2016

-

3

3

3

3

2017

4

3

7

6

3

2018

3

2

5

4

4

Σύνολα

54

66

120

100

49

Η είσοδος μίας εταιρίας σε ένα χρηματιστήριο, στην ουσία είναι μία “απόφαση - σταθμός” στη ζωή μίας εταιρίας και συνιστά (ή θα πρέπει να συνιστά) μία μακροχρόνια “δέσμευση” μεταξύ της εταιρίας και των επενδυτών που η εταιρία προσκαλεί να συμμετάσχουν στο μετοχικό της κεφάλαιο.

Η παρουσία μίας εταιρίας στο χρηματιστήριο πρέπει να είναι μέρος μίας ευρύτερης και μακροχρόνιας στρατηγικής και όχι ευκαιριακή και ούτε θα πρέπει να επηρεάζεται από τις πρόσκαιρες φάσεις της αγοράς. Για το λόγο αυτό, η εταιρία θα πρέπει να τιμά τη μακροχρόνια δέσμευση που αναλαμβάνει.

Μέσα απ’ αυτή την οπτική, κατακρίνουμε και καταδικάζουμε τη συμπεριφορά ορισμένων επιχειρηματιών που εκμεταλλεύθηκαν μία ευρύτερα “προβληματική” περίοδο στη χώρα και στο Χρηματιστήριο και κερδοσκόπησαν σε βάρος των επενδυτών. Νόμιμα μεν, σε πολλές περιπτώσεις ανήθικα δε.

 

Περιπτώσεις ανήθικης συμπεριφοράς εκ μέρους πολλών επιχειρηματιών προβάλλουν από μόνες τους, στον πίνακα του τέλους αυτού του άρθρου. Είναι όχι απλά ανήθικο, αλλά και αδιανόητο το ότι, κάποιοι επιχειρηματίες, έβαλαν τις εταιρίες τους στο Χρηματιστήριο σε εξωπραγματικά υψηλές τιμές, στη συνέχεια “ξεφόρτωσαν” -επίσης σε υψηλότατες τιμές- μεγάλο μέρος των μετοχών που είχαν στην κυριότητά τους, άντλησαν δεκάδες εκατομμύρια μέσω αυξήσεων μετοχικού κεφαλαίου και μετά από μερικά χρόνια, ήρθαν, νόμιμα και ωραία και “μάζεψαν” τις μετοχές τους στις τιμές της καρδιάς της χρηματιστηριακής κρίσης και βγήκαν από το Χρηματιστήριο. Και, ως εκ θαύματος, πολλές επιχειρήσεις, μόλις βγήκαν από το Χρηματιστήριο, αύξησαν θεαματικά τα μεγέθη τους.

 

Τί θα μπορούσε να είχε γίνει

Κατά την άποψή μας, το μέγεθος της αποψίλωσης της χρηματιστηριακής αγοράς θα είχε αποφευχθεί, εάν στο ξεκίνημα της κρίσης, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς είχε αιτηθεί την αναστολή της ισχύος του νόμου, ή εάν είχε προτείνει προσωρινές μεταβολές του. Επαναλαμβάνουμε τη θέση μας ότι, ένας νόμος δε μπορεί να ρυθμίζει τα ίδια ζητήματα σε διαφορετικές περιοχές ενός ανομοιογενούς μεγάλου οικονομικού χώρου, πολύ περισσότερο δε, όταν ένα τμήμα αυτού του χώρου βιώνει τη μεγαλύτερη οικονομική κρίση της ιστορίας του.

 

Τί πρέπει να γίνει

Κατά τα τελευταία χρόνια, σε πολλά άρθρα μου, παραφράζω τον τίτλο του έργου του Adam Smith για τον “Πλούτο των εθνών”, λέγοντας ότι, “ο πλούτος των εθνών, είναι η ποιότητα των θεσμών τους”. Αν οι θεσμοί σε μία χώρα λειτουργούν, η χώρα λειτουργεί κανονικά και ευημερεί. Όταν δε λειτουργούν οι θεσμοί, η χώρα “στραβοπατάει” και σε κάποια στιγμή καταρρέει.

Θεσμοί, δεν είναι μόνον η Επιτροπή Κεφαλαιαγορά. Η Επιτροπή είναι η κρατική πλευρά των Θεσμών. Και πρέπει, με εντιμότητα, να πούμε ότι, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, τις τελευταίες δύο δεκαετίες έχει επιτελέσει κολοσσιαίο έργο. Θεσμός είναι και ο Τύπος. Ο οποίος έχει συμμετοχή στα όσα έγιναν -και όχι μόνο στο θέμα των δημοσίων προτάσεων. Θεσμός είναι οι μετοχικοί σύλλογοι, που απουσιάζουν από τη χώρα μας, ή υπάρχουν, αλλά χωρίς ουσιαστική δράση. Θεσμός είναι οι Ορκωτοί ελεγκτές - λογιστές, ο ρόλος των οποίων στα χρηματιστηριακά πράγματα των τελευταίων δεκαετιών δεν ήταν αυτός που θα όφειλε να είναι. Θεσμός είναι και οι μέτοχοι με γνώσεις.

Η αγορά μας θα είναι πάντα η αντανάκλαση της κοινωνίας, της οικονομίας και του επιπέδου της λειτουργίας του πολιτικού συστήματος. Θεραπεύοντας την κακή λειτουργία των θεσμών σε όλους αυτούς τους τομείς, θα θεραπεύσουμε και τη λειτουργία της αγοράς μας, η οποία, μόνον τότε, θα μπορέσει να κινηθεί σε άλλα επίπεδα αξιολόγησης και τιμών.

Πίνακας: Δημόσιες Προσφορές, 2001 - 2019 (εδώ).


Γιάννης Σιάτρας


Επεξεργασία στοιχείων: Γιάννης Κολτούκης, Γιώργος Βλουτέλλης


Το σύνολο της νομοθεσίας περί δημοσίων προτάσεων, κωδικοποιημένο από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (εδώ).

Ο νόμος 3461/2006 και τα στοιχεία από τη συζήτησή του στη Βουλή (εδώ).

 

 

Νόμος 4514/2008 - Αγορές Χρηματοπιστωτικών Μέσων (εδώ) (άρθρο 108)

 

Δείτε τα περιεχόμενα του τεύχους 206


Εγγραφή RSS για αυτά τα σχόλια Σχόλια (0)

συνολικά: | προβολή:

Σχολιάστε το άρθρο comment

Παρακαλώ εισάγετε τον κωδικό που βλέπετε στην εικόνα:

Eshop
  • email Αποστολή άρθρου
  • print Εμφάνιση εκτύπωσης
  • Plain text Προβολή ώς Plain Text