Αρχική | Πολιτική | Διεθνής Πολιτική | Η ιδεολογική πλάνη

Η ιδεολογική πλάνη

Μέγεθος γραμμάτων: Decrease font Enlarge font
Η ιδεολογική πλάνη

Περίληψη:  Παρόλο που οι Αμερικανοί μπορεί να επιθυμούν να γίνει η Κίνα μια πιο ελεύθερη και πιο δίκαιη κοινωνία, η κυβέρνησή τους δεν θα πρέπει να είναι υπεύθυνη για να το πετύχει, ειδικά δεδομένου του κόστους και των κινδύνων που συνεπάγεται μια υπερβολικά ιδεολογική σύγκρουση με το Πεκίνο.

Ο ELBRIDGE COLBY είναι διευθυντής στο Marathon Initiative. Διετέλεσε Αναπληρωτής Βοηθός Υπουργός Άμυνας για την Στρατηγική και την Ανάπτυξη Δυνάμεων από το 2017 έως το 2018.

Ο ROBERT D. KAPLAN κατέχει την έδρα Robert Strausz-Hupé για την Γεωπολιτική στο Foreign Policy Research Institute. Είναι ο συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο The Good American: The Epic Life of Bob Gersony, the U.S. Government’s Greatest Humanitarian [1].

 

Ο δικομματισμός είναι κάτι εξωτικό αυτές τις μέρες στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά τα δύο κόμματα μοιράζονται όντως κάτι: μια βαθιά ανησυχία για την Κίνα. Ερωτηθείσα τον Φεβρουάριο στην Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου εάν συμφωνεί με την πολιτική του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, για την Κίνα, η πρόεδρος της Βουλής, Νάνσυ Πελόσι, παρατήρησε [2] ξερά αλλά ειλικρινά: «Έχουμε συμφωνία από την άποψη αυτή». Η νομοθεσία για την υποστήριξη του Χονγκ Κονγκ και της Ταϊβάν και την επιβολή κυρώσεων σε Κινέζους αξιωματούχους πέρασε εύκολα από το Κογκρέσο φέτος. Σε αντίθεση με το παρελθόν, σήμερα η Κίνα έχει λίγους -αν υπάρχουν- φίλους στους διαδρόμους εξουσίας στην Ουάσινγκτον.

Ακόμη και πέρα από το Κογκρέσο, ωστόσο, υπάρχει ευρεία συμφωνία σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα σχετικά με το γιατί η Κίνα αποτελεί απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Για πολλούς, είναι πρωτίστως επειδή η Κίνα είναι ένα καταπιεστικό μονοκομματικό κράτος, που κυβερνάται από μια μαρξιστική-λενινιστική γραφειοκρατία, της οποίας ο ηγέτης, Xi Jinping, συγκέντρωσε περισσότερη προσωπική δύναμη από οποιονδήποτε άλλον στο Πεκίνο μετά τον Μάο Τσεντούνγκ. Τόσο η διοίκηση του Τραμπ όσο και ο προεδρικός υποψήφιος του Δημοκρατικού Κόμματος, Τζο Μπάιντεν, έχουν κατακεραυνώσει την Κίνα για το αποτρόπαιο ιστορικό της επί των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το οποίο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων βιαιοτήτων, τον εγκλεισμό εκατομμυρίων Μουσουλμάνων Ουιγούρων σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Οι ευθυγραμμισμένοι με το Δημοκρατικό Κόμμα κορυφαίοι στοχαστές της εξωτερικής πολιτικής, Kurt Campbell και Jake Sullivan [3], έγραψαν σε αυτές τις σελίδες πέρυσι: «Η Κίνα μπορεί τελικά να παρουσιάσει μια ισχυρότερη ιδεολογική πρόκληση από την Σοβιετική Ένωση. … Η άνοδος της Κίνας σε καθεστώς υπερδύναμης θα ασκήσει ώθηση προς την απολυταρχία. Η κινεζική σύντηξη του αυταρχικού καπιταλισμού και της παρακολούθησης με ψηφιακά μέσα μπορεί να αποδειχθεί πιο ανθεκτική και ελκυστική από τον μαρξισμό».

Οι επικρίσεις για την Κίνα είναι αληθινές. Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται όντως σε έναν εξαιρετικά σοβαρό ανταγωνισμό με την Κίνα που απαιτεί από αυτές να υιοθετήσουν σκληρή γραμμή σε πολλά μέτωπα. Και η Ουάσιγκτον δεν πρέπει ποτέ να αποφύγει τον αδιατάρακτο εναγκαλισμό της δημοκρατικής διακυβέρνησης και τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Όμως, η ιδεολογία δεν βρίσκεται στην ρίζα του θέματος μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας -ακόμα κι αν στοιχεία της κινεζικής μαρξιστικής-λενινιστικής ελίτ πιστεύουν κάτι τέτοιο. Η ίδια η κλίμακα της οικονομίας, του πληθυσμού και του εδάφους της Κίνας και η επακόλουθη ισχύς της θα προκαλούσαν βαθιά ανησυχία στους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής των ΗΠΑ, ακόμη και αν η χώρα ήταν δημοκρατία. Το να δει κάποιος αυτόν τον ανταγωνισμό ως πρωταρχικά ιδεολογικό θα παρερμηνεύσει την φύση του -με δυνητικά καταστροφικά αποτελέσματα.

ΟΙ ΠΗΓΕΣ ΤΗΣ ΚΙΝΕΖΙΚΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ

Η Κίνα είναι ένα τεράστιο κράτος, η μεγαλύτερη μεγάλη δύναμη που αναδύθηκε στο διεθνές σύστημα από τότε που αναδύθηκαν οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες στα τέλη του 19ου αιώνα. Ελπίζει να αποκτήσει ηγεμονία σε σχέση με την Ασία, που τώρα είναι η μεγαλύτερη αγορά του κόσμου. Αν και το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα (ΚΚΚ) είναι πιο ιδεολογικό από όσο πολλοί παραδέχονται, τα κίνητρα του Πεκίνου για την επίτευξη αυτών των στόχων σε μεγάλο βαθμό είναι μη ιδεολογικά.

Η Κίνα πιθανότατα επιδιώκει να διαμορφώσει μια περιοχή περιφερειακού εμπορίου ευνοϊκή για την οικονομία της -ένα σύγχρονο ανάλογο με το σύστημα φόρων υποτελείας που έθεσε την Κίνα στην καρδιά της Ανατολικής Ασίας από τον 14ο έως τον 19ο αιώνα. Σε έναν κόσμο που ορίζεται τώρα από αυξανόμενα εμπόδια στο εμπόριο, η Κίνα θα αποκτήσει τεράστιο πλεονέκτημα με την διαμόρφωση μιας μεγάλης αγοραίας περιοχής που θα συμμορφώνεται με τα πρότυπά της και θα ωφελεί τους εργαζόμενους και τις εταιρείες της. Το κίνητρο για ηγεμονία έχει επίσης στρατηγικό σκοπό. Η Κίνα αισθάνεται από καιρό περικυκλωμένη από τους συμμάχους των ΗΠΑ και από άλλους αντιπάλους. Τώρα σκοπεύει να υποχρεώσει τα γειτονικά κράτη να προσαρμόσουν τις δράσεις ασφαλείας τους σύμφωνα με το Πεκίνο. Και μετά από έναν «αιώνα ταπείνωσης» [4], η Κίνα είναι πρόθυμη να σταθεί ψηλά, βεβαιώνοντας την δύναμή της στην Ασία και πέραν αυτής.

Καμία από αυτές τις επιταγές δεν είναι αυστηρά ιδεολογική. Η ναζιστική Γερμανία και η αυτοκρατορική Ιαπωνία αγωνίστηκαν για περιφερειακή ηγεμονία, όπως και η μεταπολεμική Σοβιετική Ένωση, η μετεπαναστατική Γαλλία στις αρχές του 19ου αιώνα, και οι Ηνωμένες Πολιτείες στην Βόρεια Αμερική τον 19ο αιώνα. Το φιλελεύθερο Ηνωμένο Βασίλειο προήδρευσε μιας αυτοκρατορίας με ένα προτιμησιακό εμπορικό σύστημα, όπως και η Τρίτη Γαλλική Δημοκρατία.

Όσο κι αν είναι φυσικές οι φιλοδοξίες της Κίνας, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ένα πολύ σαφές, πρωταρχικό συμφέρον να αποτρέψουν την Κίνα από το να τις πετύχει. Αυτό το συμφέρον είναι θεμελιώδες για τους Αμερικανούς: η ικανότητα να εμπορεύονται και να αλληλεπιδρούν οικονομικά με την Ασία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες απλά δεν μπορούν να αποκλείονται από (ή να υφίστανται σοβαρές διακρίσεις σε) αυτήν την τεράστια, ακόμη αναπτυσσόμενη αγορά. Εάν συνέβαινε αυτό, οι κινεζικές εταιρείες θα είχαν πρόσβαση σε πολύ μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς, υπερτερώντας όλο και περισσότερο των αμερικανικών εταιρειών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα γίνονταν θύματα της κινεζικής καταναγκαστικής μόχλευσης, με την αμερικανική ευημερία και τελικά την ασφάλεια να τίθενται σε κίνδυνο.

Ευτυχώς, πολλά άλλα κράτη στην Ασία και πέραν αυτής θέλουν επίσης να διασφαλίσουν ότι η Κίνα δεν μπορεί να κυριαρχήσει στην περιοχή. Αυτά τα κράτη έρχονται με μια ποικιλία αποχρώσεων, που κυμαίνονται από την Αυστραλία και την Ιαπωνία έως την Ινδία και το Βιετνάμ. Όλα τους, ανεξάρτητα από τις εγχώριες πολιτικές τους διαρρυθμίσεις, έχουν κοινό ενδιαφέρον να διατηρήσουν την αυτονομία τους από την κυριαρχική κινεζική επιρροή. Με επικεφαλής τις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτά τα κράτη μπορούν από κοινού να σχηματίσουν έναν συνασπισμό για να εμποδίσουν την προσπάθεια της Κίνας να αποκτήσει ηγεμονία επί της Ασίας.

ΤΟ ΛΑΘΟΣ ΠΡΙΣΜΑ

Η οικοδόμηση ενός τέτοιου συνασπισμού θα είναι δύσκολη αν οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής των ΗΠΑ επιμένουν να θεωρούν τον ανταγωνισμό με την Κίνα ως πρωταρχικά ιδεολογικό. Ακόμα χειρότερα, [μια τέτοια θεώρηση] θα μπορούσε να οδηγήσει σε πολύ πιο αρνητικά αποτελέσματα από ό, τι είναι απαραίτητο. Εξ ορισμού, ένας ιδεολογικός αγώνας καθιστά τον ανταγωνισμό έναν υπαρξιακό αγώνα σε κλουβί, αυξάνοντας την ένταση και τους κινδύνους ακόμη περισσότερο. Ένα πρωταρχικά ιδεολογικό πρίσμα απαιτεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες να εργαστούν για να μεταμορφώσουν το κράτος και το σύστημα της Κίνας, δίνοντας με την σειρά τους στο Πεκίνο όλο και περισσότερους λόγους για να καταβάλει ενδεχομένως καταστροφικές προσπάθειες ώστε να αποτρέψει την ήττα. Η αλήθεια είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να ζήσουν με μια Κίνα που κυβερνάται από το ΚΚΚ, αρκεί να σέβεται τα συμφέροντα των ΗΠΑ και τα συμφέροντα των συμμάχων και των εταίρων τους.

Μια υπερβολικά ιδεολογική θεώρηση μπορεί να μπλοκάρει την πιθανότητα για μια πιο σταθερή σχέση εφόσον μια υπό την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνα είναι πρόθυμη να σεβαστεί αυτά τα συμφέροντα. Οι Αμερικανοί έχουν ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο στο παρελθόν. Το 1954, ο υπουργός Εξωτερικών Τζον Φόστερ Ντάλλες περιφήμως αρνήθηκε να σφίξει το χέρι του Κινέζου πρωθυπουργού Τσου Ενλάι -ένα παράδειγμα μιας στάσης που συνέβαλε στην αποτυχία της Ουάσινγκτον να εκμεταλλευτεί την σινο-σοβιετική διάσπαση, και στην αμερικανική εμπλοκή στο Βιετνάμ. Από την άλλη πλευρά, δεκαοκτώ χρόνια αργότερα, ο πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον και ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας Χένρι Κίσινγκερ διαπραγματεύθηκαν με τον Μάο και τον Τσου εν μέσω της Πολιτιστικής Επανάστασης για να ανοίξουν ένα νέο μέτωπο στον ανταγωνισμό με την Σοβιετική Ένωση. Ο πρόεδρος George H.W. Bush έστειλε τον Σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας Brent Scowcroft να διαπραγματευτεί με την Κίνα μόλις έναν μήνα μετά την σφαγή της πλατείας Τιενανμέν το 1989. Αυτοί οι πρόσφατοι Αμερικανοί ηγέτες συνειδητοποίησαν ότι στον ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων, η επιμονή στην ιδεολογική εναρμόνιση ή στην απόλυτη νίκη είναι έργο ανοήτου —και πιθανώς μια πρόσκληση για καταστροφή.

Η ερμηνεία του ανταγωνισμού ως κυρίως ιδεολογικού τείνει να μετατρέπει κάθε διαταραχή σε μια άλλη χώρα σε δοκιμασία για το ποιο πολιτικό σύστημα είναι ανώτερο. Με αυτόν τον τρόπο, αυξάνει την σημασία των θεμελιωδώς περιφερειακών γεγονότων. Κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, αυτού του είδους το σκεπτικό «υποστήριξης οποιουδήποτε φίλου» βοήθησε να οδηγηθούν οι Ηνωμένες Πολιτείες στον «μακρύ εθνικό εφιάλτη» τους [5] στο Βιετνάμ, όπου πολέμησαν έναν πόλεμο που δεν ήταν απαραίτητος για να αρνηθούν στους Σοβιετικούς την ηγεμονία στις βιομηχανικές περιοχές σε Ευρώπη και Ασία.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα το βρουν δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να συνεργαστούν με λιγότερο φιλελεύθερα ή με μη δημοκρατικά κράτη εάν βλέπουν τα πράγματα κυρίως μέσω ενός ιδεολογικού πρίσματος. Αλλά πολλά από τα πιο σημαντικά κράτη που ενδέχεται να ενταχθούν σε έναν συνασπισμό για να αρνηθούν την περιφερειακή ηγεμονία της Κίνας είτε δεν είναι δημοκρατίες, όπως το Βιετνάμ, είτε, όπως η Ινδία και η Μαλαισία, είναι δημοκρατίες που πολλοί επικρίνουν ως αντιφιλελεύθερες. Καμία χώρα στην κρίσιμη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ασίας δεν είναι πιθανό να χαρακτηριστεί ως πρότυπο δημοκρατίας. Το να δοθεί υπερβολική έμφαση στην ιδεολογία στον ανταγωνισμό με την Κίνα θα εμπόδιζε την συνεργασία με -ή θα διακινδύνευε να αποξενώσει- αυτές τις χώρες, καθιστώντας πολύ πιο δύσκολο να αρνηθεί κανείς στην Κίνα τον στόχο της περιφερειακής ηγεμονίας. Δεν είναι χρήσιμο για τις Ηνωμένες Πολιτείες να έχουν μαζί τους την Δανία ή την Ολλανδία, αλλά όχι την Ινδονησία, τη Μαλαισία, την Σιγκαπούρη, την Ταϊλάνδη ή το Βιετνάμ.

Το να θεωρηθεί ο ανταγωνισμός ως θεμελιωδώς ιδεολογικός είναι επίσης παραπλανητικό. Κάτι τέτοιο κινδυνεύει να ικανοποιήσει την χιμαιρική ελπίδα ότι μόλις εξαπλωθεί η φιλελεύθερη δημοκρατία σε όλο τον κόσμο, ο στρατηγικός ανταγωνισμός θα τελειώσει και οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να συνεργαστούν ειρηνικά με ομοϊδεατικά κράτη σε έναν ασφαλή κόσμο. Αυτή η ψευδής, χιλιαστική ελπίδα δημιουργεί μη ρεαλιστικές προσδοκίες αντί να προετοιμάζει τους Αμερικανούς για συνεχή εμπλοκή και ανταγωνισμό στην παγκόσμια πολιτική.

Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, και η επακόλουθη πορεία της Ρωσίας, θα έπρεπε να είχε διδάξει στους Αμερικανούς ότι, ακόμα κι αν ένας τόσο τρομερός, ιδεολογικά αντιτιθέμενος αντίπαλος παραιτηθεί και αλλάξει το πολιτικό σύστημά του, ο εγχώριος μετασχηματισμός δεν επιλύει απαραίτητα τις θεμελιώδεις στρατηγικές εντάσεις. Η σύγχρονη Ρωσία μπορεί κάλλιστα να είναι πιο έντονα αντίθετη στην Δύση από όσο η Σοβιετική Ένωση την δεκαετία του 1980, μετά από την ύφεση (détente), τις Συμφωνίες του Ελσίνκι, και την άνοδο του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ.

ΙΕΡΑΡΧΗΣΗ ΤΩΝ ΑΝΑΓΚΩΝ

Στις αρχές του Ψυχρού Πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετώπισαν ένα παρόμοιο σταυροδρόμι. Ορισμένα πρόσωπα, όπως ο πρόεδρος Dwight Eisenhower, υιοθέτησαν μια σκληρή γραμμή για την Σοβιετική Ένωση, αλλά συμβούλευε για την ανάγκη να υπάρχει επιλογή στις αντιπαραθέσεις, καθοδηγώντας την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ προς την επιλεκτικότητα και αυτό που αποκαλούσε ως «μεσαίο δρόμο». Άλλοι, όπως οι συγγραφείς του NSC-68 [6] (η σημαντική έκθεση του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας το 1950), πίστευαν σε μια επεκτατική, συστημική προσέγγιση για την αντιμετώπιση της Σοβιετικής Ένωσης, μια πεποίθηση που βοήθησε να εμπλακούν οι Ηνωμένες Πολιτείες στο Βιετνάμ. Η Ουάσιγκτον βρίσκεται τώρα σε μια παρόμοια συγκυρία σε έναν νέο αγώνα μεγάλων δυνάμεων, και θα πρέπει να επιλέξει μια στάση παρόμοια με εκείνη του Eisenhower.

Δεν προτείνουμε μια μονοδιάστατη realpolitik. Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να υπερασπίζονται την ελευθερία, την δημοκρατική διακυβέρνηση και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η υπεράσπιση αυτών των αξιών θα προσελκύσει άλλους σε όλο τον κόσμο προς το λάβαρο των ΗΠΑ, θα δείξει τους κινδύνους της υπόκλισης στο Πεκίνο, και θα δώσει μια κινητήρια δύναμη στις συλλογικές προσπάθειες. Και πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι το ίδιο το Πεκίνο σκέφτεται με τουλάχιστον ουσιαστικά ιδεολογικούς όρους, ακόμα κι αν ο ανταγωνισμός δεν είναι θεμελιωδώς για την ιδεολογία.

Ωστόσο, η εξωτερική πολιτική αποτελείται από μια ιεραρχία αναγκών. Η εξωτερική πολιτική –ιδίως σε μια δημοκρατία– πρέπει να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των πολιτών της χώρας. Παρόλο που οι Αμερικανοί μπορεί να επιθυμούν να γίνει η Κίνα μια πιο ελεύθερη και πιο δίκαιη κοινωνία, η κυβέρνησή τους δεν θα πρέπει να είναι υπεύθυνη για να το πετύχει, ειδικά δεδομένου του κόστους και των κινδύνων που συνεπάγεται μια υπερβολικά ιδεολογική σύγκρουση με το Πεκίνο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν και πρέπει ασφαλώς να τονίσουν τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και των πολιτικών δικαιωμάτων ως τρόπο να ξεχωρίσουν τον εαυτό τους από την Κίνα. Αλλά οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής πρέπει να διατηρήσουν μια ξεκάθαρη προοπτική και να είναι επιλεκτικοί, ειδικά όταν τα διακυβεύματα είναι τόσο υψηλά.

 

Πηγή: www.foreihgnaffairs.gr

Διαβάστε το άρθρο από την πηγή

Εγγραφή RSS για αυτά τα σχόλια Σχόλια (0)

συνολικά: | προβολή:

Σχολιάστε το άρθρο comment

Παρακαλώ εισάγετε τον κωδικό που βλέπετε στην εικόνα:

Eshop
  • email Αποστολή άρθρου
  • print Εμφάνιση εκτύπωσης
  • Plain text Προβολή ώς Plain Text